Πρόκειται για ένα από τα πολυσυζητημένα βιβλία του καλοκαιριού ανάμεσα στις προτάσεις της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας και δικαίως. Το «Σώσε με» του Δημήτρη Σίμου που μετά τη δυναμική του εμφάνιση το 2016 με το βιβλίο «Τα Βατράχια», το πρώτο της αστυνομικής σειράς «Σκοτεινά νερά», για το οποίο έχει τιμηθεί με το πρώτο βραβείο του πανελλήνιου διαγωνισμού μυθιστορήματος, ενώ ακολούθησαν τα «Τυφλά Ψάρια» και τα «Τοξικά μάτια» που και για τα δύο ο συγγραφέας ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Νέου Λογοτέχνη, μας συστήνει ένα μαγικό τόπο, τα Πομακοχώρια και μαζί τους μια πολύπαθη οικογένεια.

Πολλοί υπόσχονται μεγάλα πράγματα ενώ δεν μπορούν να κάνουν ούτε τα μικρά, είχε πει ο Αίσωπος και με αυτή τη φράση στη σκέψη του ο συγγραφέας οδηγήθηκε στη δημιουργία ενός δυναμικού γυναικείου χαρακτήρα, εκείνο της Νικόλ Πομάνου που υποκινούμενη από μία και μόνη αποσιωπημένη υπόσχεση, μια βαθιά αγάπη αλλά και ένα ασίγαστο μίσος θα προσφέρει σε εμάς τους αναγνώστες ένα αγωνιώδες, ψυχολογικό θρίλερ που δεν θέλεις να αφήσεις από τα χέρια σου. Η πολυπρόσωπη αφήγηση που απαιτεί συνεχής εναλλαγή, οι εξαιρετικά σμιλεμένοι χαρακτήρες που ξεδιπλώνονται ομαλά και διεισδυτικά, η αγωνιώδης πλοκή που δε φλυαρεί αλλά μένει πιστή στον αρχικό της σκοπό, καθιστούν αυτό το βιβλίο μια εξαιρετική πρόταση για τους λάτρεις, και όχι μόνο του είδους.

Με αφορμή το μνημόσυνο του πατέρα της, η Νικόλ Πομάνου, μια νεαρή καλλιτέχνις ξυλογλυπτικής, επισκέπτεται το χωριό της, το Κρυφό, για να συναντήσει τη μητέρα και τις δυο αδελφές της. Η μικρότερη αδελφή της δεν εμφανίζεται στο καθορισμένο ραντεβού. Η εξαφάνισή της θα δοκιμάσει τους δεσμούς της οικογένειας. Για να τη σώσουν, πρέπει να αντιμετωπίσουν τα μυστικά που τόσα χρόνια έκρυβαν στο Δάσος των Μανιταριών. Την ίδια στιγμή, στον υγρότοπο του Εθνικού Πάρκου Θράκης, η αστυνόμος Λουκίδη ανακαλύπτει το παραμορφωμένο πτώμα μιας γυναίκας.

Ο Δημήτρης Σίμος μάς μίλησε για το νέο του βιβλίο «Σώσε με», το ψυχολογικό θρίλερ που γεννήθηκε υπό την έμπνευση της ίδιας της φύσης, μια ιστορία στην περιοχή της Θράκης:

Περίμενες ποτέ τη μεγάλη αποδοχή και απήχηση που θα είχε αυτό το νέο βιβλίο σου;

Νομίζω ότι κάθε γραφιάς, όταν δημιουργεί, διακατέχεται από μια φιλοδοξία για περισσότερους αναγνώστες. Δεν μπορώ να κρύψω πως την ίδια φιλοδοξία έχω και εγώ, χωρίς να είναι αυτό που με καθοδηγεί. Το συγκεκριμένο έργο μιλάει για μια ιστορία πάθους και λύτρωσης. Πάνω από όλα όμως μιλάει για τους αληθινούς ήρωες, ανθρώπους που θα ήθελα να είχα συναντήσει. Νομίζω πως ο κόσμος αντιλήφθηκε αμέσως την αλήθεια του κειμένου και για αυτό το ξεχώρισε.

Ποια νομίζεις πως είναι εκείνα τα στοιχεία που το κάνουν να ξεχωρίζει;

Το τοπίο της Θράκης, η φύση, η αγωνία που έχει η ίδια η ιστορία που αφηγούμαι. Το οικογενειακό δράμα της οικογένειας Πομάνου που σε καλεί να λάβεις μέρος,  προσπαθώντας να κατανοήσεις τους πρωταγωνιστές, να τους ενθαρρύνεις, να τους μαλώσεις, να τους αγαπήσεις.

Η ιστορία σου εξελίσσεται στα Πομακοχώρια, ένα μέρος ξεχωριστό και ιδιαίτερο που για πολλούς αποτελούν μια άγνωστη Ελλάδα. Ποια η σχέση σου μαζί τους;

Έχω επισκεφτεί τα μέρη της περιοχής αρκετές φορές και πάντα μαγευόμουν από τα τοπία, από τις εικόνες. Ήταν επιτακτική η ανάγκη μου να δημιουργήσω μια ιστορία για την περιοχή της Θράκης.

Γιατί δημιούργησες μια τέτοια ιστορία; Συνήθως η έμπνευση ξεκινάει από ένα πρόσωπο, έναν τόπο, ένα γεγονός ή αποτελεί μια τυχαία έμπνευση μίας και μόνο στιγμής;

Η δική μου η έμπνευση με βρίσκει πάντα με μια πρόταση. Μια φράση που θα με  προβληματίσει. Ένα «και αν…» που με βάζει να πλάθω την ιστορία. Το «Σώσε με» βέβαια γεννήθηκε υπό την έμπνευση της ίδιας της φύσης. Το Εθνικό Πάρκο Θράκης και η άγρια πανίδα του μέρους ήταν το λάκτισμα που χρειαζόμουν για αυτό το ψυχολογικό θρίλερ.

Οι βασικοί ήρωες του βιβλίου είναι γυναίκες. Μερικές υπέροχες γυναίκες, ξεχωριστές  γυναίκες. Αν έπρεπε να ξεχωρίσεις κάποια από αυτές, ποια θα ήταν και γιατί;

Η πρωταγωνίστρια του έργου μου, η Νικόλ, έχει μια ξεχωριστή θέση στην ιστορία και στο μυαλό μου. Δυναμική, καλλιτέχνιδα ξυλογλυπτικής, μαχήτρια. Ναι… Για αυτό την ξεχωρίζω, επειδή δεν το βάζει κάτω.

Πιστεύεις στην αυτοδικία όταν συντελούνται μεγάλα εγκλήματα που κανείς δεν νοιάζεται για αυτά;

Πιστεύω στη δικαιοσύνη. Στο κάρμα. Στο «όλα εδώ πληρώνονται». Πιστεύω στην ισορροπία καλού-κακού.

Είσαι ένας από τους νέους και πολλά υποσχόμενους Έλληνες συγγραφείς της αστυνομικής λογοτεχνίας. Ένα είδος που το γνωρίσαμε από τους Σκανδιναβούς και το έχουμε πολύ αγαπήσει. Ποια είναι πιστεύεις τα συστατικά ενός καλού αστυνομικού μυθιστορήματος και γιατί ευημερεί ως είδος στις μέρες μας;

Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Ένα αστυνομικό πρέπει να είναι «αληθινό», να μην κοροϊδεύει τον αναγνώστη με παλιομοδίτικα τεχνάσματα. Για μένα το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι το σύγχρονο κοινωνικό.

Στο «Σώσε με» επιδεικνύεις μια συγγραφική ωριμότητα και μια αφηγηματική ικανότητα που ξεχωρίζει από τις προηγούμενες δουλειές σου. Έχεις φανταστεί τον εαυτό σου σε άλλο είδος πεζογραφίας πέραν των αστυνομικών ιστοριών;

Ναι. Έλκομαι από το μυστήριο. Αυτό είναι το κύριο «συστατικό» σε όλα μου τα βιβλία. Θα ήθελα να ασχοληθώ και με άλλα είδη, αρκεί να εμπεριέχουν τα στοιχεία της αγωνίας και του μυστηρίου.

Ποια είναι τα βιβλία που ξεχώρισες αυτή την εκδοτική χρονιά; 

«Εκεί που τραγουδούν οι καραβίδες», «Ο καλός γιος» και το «Σκότωσε τον πατέρα».

Μίλησέ μου λίγο για την καραντίνα. Πώς το βίωσες όλο αυτό; Σου έχει αφήσει κάποιο κατάλοιπο θετικό ή αρνητικό;

Το βίωσα μουδιασμένος σε μια αναμονή όπως όλοι μας. Θέλω να σκέφτομαι πως ήταν περαστικό και πως αυτή η αίσθηση φόβου και ανασφάλειας που νιώσαμε θα μας κάνει όλους πιο δυνατούς, πιο σίγουρους για τους ανθρώπους που αγαπάμε και θέλουμε δίπλα μας.