Ένα αστικό σαλόνι, ημίφως, μπουκάλια αλκοόλ στο πάτωμα, μια μπάντα, γκλίτερ, πολύ γκλίτερ, κάποιοι μεθυσμένοι, μια μπίμπο, μια κάμερα, παραπατήματα, παραστρατήματα. Ένα θλιβερά σαγηνευτικό πάρτυ. Με κάτι από Eyes wide shut στην ατμόσφαιρά του. Μια γιορτή που μοιάζει να έχει τελειώσει, αλλά δεν έχει τελειώσει. Σέρνει τα ξέφτια της, καταγράφεται και προβάλλεται ταυτόχρονα σε διάφορα σημεία της σκηνής. Αυτός είναι ο χώρος (σκηνικά: Εύα Μανιδάκη), όπου κατοικούν τα πρόσωπα του αλά Χουβαρδά Μισάνθρωπου στο Εθνικό. Ένας χώρος οκνηρής μετα-γιορτινής μελαγχολίας.

Ο Μισάνθρωπος του Μολιέρου στην εκδοχή του Γιάννη Χουβαρδά είναι μια σκοτεινή παράσταση που ο κεντρικός της ήρωας, ο Αλσέστ, αυτός που δίνει στο έργο τον τίτλο του, δεν πλάθεται, ως είθισται, με πρωταρχικό υλικό την κυνική οργή ενός ενήλικα ενάντια στα κακώς κείμενα μιας ζοφερής κοινωνίας. Ο Αλσέστ του Μιχαήλ Μαρμαρινού –σπάνια χαρά να τον απολαμβάνεις ως ηθοποιό– έχει την αθωότητα και την απολυτότητα ενός εφήβου, είναι ένας ενήλικας που αρνείται να μεγαλώσει, ένας αιώνιος Πίτερ Παν, παγιδευμένος ανάμεσα στον άντρα που δεν θέλει να γίνει και στο παιδί που δεν μπορεί πια να είναι. Εξεγείρεται ενάντια στην ιδιοτέλεια, τη δουλοπρέπεια, την ηθική σήψη, έχει τη μανία να λέει σε όλους τη γνώμη του με απόλυτη ειλικρίνεια, ακόμη κι αν τους πληγώνει, θυμώνει με τον φίλο του Φιλέντ –έξοχος Χρήστος Λούλης–, που ενστερνίζεται τους τρόπους αυτού του κόσμου:

Για να εκτιμάς, θα προτιμάς, κάποιον συγκεκριμένα/όταν τους πάντες εκτιμάς, δεν εκτιμάς κανέναν”. Θυμώνει επειδή ο Φιλέντ αποδέχεται ως δεδομένη την κοινωνική υποκρισία και δρα με διπλωματία, προσπαθώντας για το καλύτερο στο πλαίσιο του εφικτού. Ενώ εκείνος, αντικομφορμιστής και αντιδραστικός, πιστεύει στην κατά μέτωπον σύγκρουση με τους πάντες και τα πάντα, έχοντας ως σημαία την αδιαπραγμάτευτη φιλαλήθεια. Τα σώματα των δύο ηθοποιών μεταφράζουν ιδιοσυγκρασιακά στοιχεία των ρόλων τους: η ευελιξία γίνεται δεύτερη φύση του Φιλέντ-Λούλη, ενώ μια πιο “τετράγωνη” κίνηση χαρακτηρίζει τον Αλσέστ-Μαρμαρινό.

Ο Αλσέστ έχει όμως και αχίλλειο πτέρνα. Και δεν είναι άλλη απ’ τη Σελιμέν, ένα νέο κορίτσι που ανήκει με κάθε ίνα της στον κόσμο που εκείνος αγαπά να μισεί:

Μα αδυναμία ομολογώ για τούτη δω τη σχέση/ ό,τι κι αν κάνω, ξέρει αυτή την τέχνη να μ’ αρέσει”. Αθεράπευτος ρομαντικός, ο Αλσέστ ελπίζει να εξαγνίσει την αγαπημένη του, να λευκάνει την ψυχή της απ’ το κακό του κόσμου. Ακόμη κι όταν έχει μπροστά του όλες τις αποδείξεις της φαυλότητάς της, την παρακαλεί να τον πείσει για το αντίθετο. Πάνω σε αυτά τα δύο υλικά, την παιδικότητα και την παράδοση στα θέλγητρα του έρωτα, στήνεται μια ευαίσθητη και ταυτόχρονα αναπάντεχα κωμική αποτύπωση του Αλσέστ. Μια βαθιά ανθρώπινη ερμηνεία ενός ανθρώπου που μισεί, όπως λέει το …ανθρώπινο γένος. Τον αγάπησε ο Μαρμαρινός τον Αλσέστ του, είναι φανερό.

Από τον πίνακα της κοινωνικής decadence που περιβάλλει τον Αλσέστ ξεφοντάρει σε όλη την παράσταση η αγαπημένη του. Η Σελιμέν της Άλκηστης Πουλοπούλου είναι εδώ ένα ναζιάρικο νυμφίδιο, που περιφέρεται με όσα λιγότερα μπορεί να φορά και κάνει τα πάντα ώστε όλους να τους εξαπατά. Αυτή η διόλου αθώα εκδοχή της Σελιμέν εντείνει το κοντράστ της τύφλωσης του Αλσέστ, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπει στη σκηνοθεσία να οδηγηθεί στο βίαιο κρεσέντο του λεκτικού και οπτικού “βιασμού” με τις αποκαλύψεις των γραμμάτων στην 5η πράξη. Η στιγμή που ο Αλσέστ σκεπάζει με το παλτό του τη Σελιμέν από τις πιο ωραίες της παράστασης.

Ο Χουβαρδάς ανεβάζει τον Μισάνθρωπο ως μια ιστορία ενός παιδιού που ενηλικιώνεται απότομα, ως μια ιστορία εξαπάτησης ή ίσως και αυτο-εξαπάτησης. Στην οποία η θλίψη του Αλσέστ πυροδοτείται κυρίως από την ερωτική απόρριψη και δευτερευόντως από τις αδιανόητες πρακτικές μιας κοινωνίας άδικης και εν τέλει επικίνδυνης. Και αυτή η μετατόπιση του βάρους στη ζυγαριά της κατανόησής μας για το έργο θέτει πίσω στο φόντο τη σύγκρουση ανάμεσα στην οπτική του Φιλέντ και του Αλσέστ και στο προσκήνιο τον Αλσέστ ως αντιφατικό ανθρώπινο πρόσωπο με ρωγμές, μέγιστη των οποίων ο έρως.

Παρά τις ενδιαφέρουσες ιδέες της σκηνοθεσίας και την εκλεκτή διανομή (Μιχαήλ Μαρμαρινός, Χρήστος Λούλης, Άλκηστις Πουλοπούλου, Γιάννης Βογιατζής, Λαέρτης Μαλκότσης, Έμιλη Κολιανδρή, Έλενα Τοπαλίδου, Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Δημήτρης Παπανικολάου) κάτι σκαλώνει στην παράσταση. Κάτι εμφανώς δεν λειτουργεί, καθώς υπάρχουν προβλήματα ροής, εκφοράς του δεκαπεντασύλλαβου και παρακολούθησης της εξαίσιας και πυκνής σε νοήματα έμμετρης μετάφρασης της Χρύσας Προκοπάκη.

Ένας άσκοπος κινησιολογικός και οπτικός θόρυβος παρεμβάλλεται ανάμεσα στον θεατή και το έργο.

Ένας θόρυβος που λειτουργεί ως μια επιπλέον μάσκα. Γιατί η πρώτη μάσκα είναι αυτή της γλώσσας του ίδιου του έργου του Μολιέρου. Μια γλώσσα πίσω από την οποία κρύβονται τα θέλω των προσώπων του (πολύ χαρακτηριστική ως προς αυτό είναι η σκηνή Αρσινόης-Σελιμέν).

Και συμβαίνει το εξής: όταν στην ήδη υπάρχουσα μάσκα προσθέτεις άλλες, που δεν δένουν μάλιστα οργανικά με το όλον ή για κάποιο λόγο είναι μη αναγνώσιμες, τότε η μία μάσκα αντί να φωτίζει, συσκοτίζει την άλλη και τα πράγματα οδηγούνται σε ένα διαρκές, ακατανόητο παραξένισμα. Για παράδειγμα, η περιττή κινηματογράφηση –άγνωστο γιατί ο Αλσέστ και ο Φιλέντ κινηματογραφούν τη δράση– και οι κακότεχνες στον σχεδιασμό τους προβολές δεν προσθέτουν τίποτα περισσότερο στη δραματουργία της σκηνοθεσίας, πληγώνοντας την ίδια στιγμή την υψηλή αισθητική της παράστασης. Παραπέμπουν βέβαια ευθέως σ’ ένα στοιχείο-ταυτότητας του σκηνοθέτη, που εδώ δεν βρήκε οργανικό λόγο ύπαρξης. Και γι’ αυτό κουράζει, αποσυντονίζοντας και το κοινό και ενίοτε και τους ηθοποιούς.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι πιο δυνατές σκηνές της παράστασης είναι οι πιο ήσυχές της, αυτές στις οποίες αναπνέει ο στίχος και οι ηθοποιοί δεν είναι πολυδιασπασμένοι σε διάφορες δράσεις: η σκηνή-διαμάντι, όπου ο Φιλέντ εξομολογείται τον έρωτά του στην Ελιάντ ή η σκηνή του φινάλε ενσωματώνουν την ποίηση του λόγου, των βλεμμάτων, της υποβλητικής μουσικής του Κορνήλιου Σελαμσή, της σιωπής, των ελάχιστων μικροκινήσεων και αναδεικνύουν τις ερμηνείες ορισμένων από τους καλύτερους ηθοποιούς μας.

Είναι φροντισμένη παράσταση ο Μισάνθρωπος του Χουβαρδά, φτιαγμένη με κόπο και σκέψη. Ωστόσο, η άστοχη χρήση των μέσων μιας μεταδραματικής προσέγγισης θολώνει τη δραματουργία και υπαινίσσεται έλλειψη εμπιστοσύνης στη δύναμη του λόγου. Και είναι θέατρο λόγου ο Μισάνθρωπος, παιγνιώδους, πυκνού, περιπαιχτικού λόγου. Προσπαθώντας η σκηνοθεσία να τον σχολιάζει διαρκώς, πέφτει στα δίχτυα του. Γιατί, είναι γνωστό, τα μεγάλα έργα ξεμπροστιάζουν πάντα την απατηλή γοητεία της σκηνικής φλυαρίας.

Info παράστασης:

«Ο Μισάνθρωπος» του Μολιέρου | 10 Μαρτίου – 26 Μαΐου 2019| Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου