Το επιπλέον ύψιλον: Όταν την περίοδο της διπλής βράβευσης του «Μiss Violence» στη Βενετία (για τη σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Αβρανά και την ερμηνεία του πρωταγωνιστή, Θέμη Πάνου) κυκλοφόρησε το τρέιλερ, μολονότι μου θύμισε ακαριαία «Κυνόδοντα» προτίμησα να σταματήσω να το βλέπω, γιατί ήθελα να δω την ταινία όταν παιζόταν στους κινηματογράφους με όσο θετικότερη προδιάθεση μπορούσα. Και ο ίδιος ο Κυνόδοντας δεν είχε κατηγορηθεί άλλωστε για αντιγραφή της μεξικάνικης ταινίας του 1973 «Το κάστρο της αγνότητας»; Πόσο θεμιτό είναι να μπαίνει κανείς σε αυτό το μονοπάτι της δίκης δημιουργικών προθέσεων; Πόσο περίεργο είναι δηλαδή να εστιάζουν και οι δύο ταινίες σε οικογένειες εντελώς άρρωστες; Παρακολουθώντας όμως το «Μiss Violence» δεν ήταν το γενικότερο θέμα που με ξένισε, ήταν οι τόσες πολλές λεπτομέρειες που μοιάζουν. Η σήμα κατατεθέν για το «Μiss Violence» σκηνή της οικογενειακής γιορτής, σκηνή με την οποία άλλωστε ξεκινά, θυμίζει εντελώς τη σκηνή της οικογενειακής γιορτής του «Κυνόδοντα»: τα κοριτσάκια με τα όμοια λευκά τους φουστανάκια, οι κρεμασμένες γιρλάντες, τα πολύχρωμα μπαλόνια, το ότι κάτι στο τέλος θα πάει στραβά, τα πάντα όλα. Στον «Κυνόδοντα» η πατριαρχική φιγούρα της οικογένειας βγάζει βίντεο τις χαρούμενες οικογενειακές στιγμές, στο «Μiss Violence» η πατριαρχική φιγούρα βγάζει φωτογραφίες σε κάθε ευκαιρία και κυρίως πριν τα όργια. Στον «Κυνόδοντα» μεγάλα μαχαίρια σκίζουν αιφνιδιαστικά μπράτσα που αιμορραγούν, στο «Μiss Violence» μεγάλα μαχαίρια σκίζουν αιφνιδιαστικά παλάμες που αιμορραγούν. Στον «Κυνόδοντα» η μητέρα μιλάει μόνη της και κατηγορείται ότι δεν προσέχει επαρκώς τα παιδιά, στο «Μiss Violence» η απόσυρση πάει ένα σκαλί πιο πέρα, καθώς η μητρική φιγούρα έχει ημικρανίες και είναι συνεχώς στο δωμάτιό της. Στον «Κυνόδοντα» βλέπουμε λεφτά να αλλάζουν χέρια εξαιτίας μιας σεξουαλικής επαφής, στη «Μiss Violence» το ίδιο. Στον «Κυνόδοντα» πολλές φορές τα κεφάλια βγαίνουν εκτός πλάνου, στο «Μiss Violence» ακολουθείται μια ενδιάμεση λύση κατά την οποία πολλές φορές το πλάνο φτάνει μέχρι λίγο πάνω από τα μάτια, με το πάνω μέρος του κεφαλιού να μένει απ’ έξω, υποδεικνύοντας ίσως έτσι ότι μένουν εκτός και οι σκέψεις των ηρώων. Στον «Κυνόδοντα» δεν υπάρχει καθόλου μουσική, μόνο λίγα τραγούδια, το ίδιο κι εδώ (αν και η απουσία μουσικής είναι ένα γενικότερο -θεμιτότατο- ρεύμα, καθώς φαίνεται του ελληνικού κινηματογράφου των τελευταίων ετών -είτε greek weird το πεις είτε όχι-, αφού π.χ. ούτε το «Attenberg» είχε μουσική ούτε το πρόσφατο «Luton»). Τέλος -κι εδώ διευκρινίζω πως το λέω περισσότερο ως αστείο παρά σοβαρολογώντας- στον «Κυνόδοντα» το οικογενειακό αυτοκίνητο έχει πινακίδες που αρχίζουν από ΥΥ, στο «Μiss Violence» oι πινακίδες του αυτοκινήτου αρχίζουν από ΥΥΥ, έχουμε δηλαδή το διαφοροποιητικό στοιχείο του ενός επιπλέον ύψιλον. Ακόμη πιο τέλος, αν σε κάποια φευγαλέα σκηνή του «Μiss Violence» oι ήρωες έβλεπαν στην τηλεόραση ντοκιμαντέρ με ζώα, θα ήταν μια χαρά σινεφίλ αναφορά στο «Attenberg». Όταν όμως σε διαφορετικές στιγμές της ταινίας τους βλέπουμε να παρακολουθούν ντοκιμαντέρ με ζώα, αρχίζεις να απορείς τι ακριβώς συμβαίνει εδώ, που σταματάει η αναφορά και που αρχίζει το δίχως κανένα νόημα κόπι πέιστ.

Στο μυαλό του Αλέξανδρου Αβρανά: Όταν μιλάς για μια ξένη ταινία μπορείς να πεις και μερικές αρνητικές κουβέντες παραπάνω χωρίς δεύτερες σκέψεις. Γιατί αυτά που γράφεις είναι σαφές πως θα φτάσουν στους δυνητικούς θεατές της ταινίας και μόνο. Όταν μιλάς όμως για μια ελληνική ταινία, το πράγμα δυσκολεύει κάπως. Δεν είσαι πια ένας τύπος που κρίνει σκέτα μια ταινία. Είσαι ένας τύπος που κρίνει τελικά και τους συντελεστές της. Και μολονότι προφανέστατα σε επίπεδο κριτικής αυτά τα θέματα είναι θεωρητικώς λυμένα και δεν υφίστανται, αφενός δε θεωρώ τα κείμενα αυτής της στήλης αμιγώς κριτικές κινηματογράφου αλλά κάτι πιο μπάσταρδο και αφετέρου δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ πόσο νομιμοποιούμαι να γίνω κακός όντας απλώς ένας τύπος που σπαταλάει λίγες ώρες από τη ζωή του για να κρίνω ένα καλλιτεχνικό έργο, το οποίο από την αρχική του σύλληψη έως την ολοκλήρωσή του αλλά και μετά από αυτήν είναι κομμάτι ζωής του δημιουργού του; Μπορεί κανείς να μπει στο μυαλό ενός καλλιτέχνη; Μήπως τελικά το χυδαίο είναι να υποστηρίζει κανείς αβασάνιστα ότι δεν επηρεάστηκε απλώς από άλλα έργα, αλλά σε ένα βαθμό τα αντέγραψε; Ναι, καθόλου δεν αποκλείεται να είναι χυδαίο και τελικά αν κάτι μου αναλογεί να κάνω, πέραν από τα κακά λόγια που λέω, είναι να συνομολογήσω το ενδεχόμενο να είναι αδίκως και αβάσιμα κακά.

Ο καθρέφτης: Αν η οικουμενική συνθήκη όλων των οικογενειών είναι ότι οι γονείς προσπαθούν να επεμβαίνουν, ώστε ο έξω κόσμος να επηρεάσει τα παιδιά τους όσο το δυνατόν αργότερα κι όσο το δυνατόν λιγότερο, η συνθήκη της ελληνικής οικογένειας είναι πολύ πιο παρεμβατική από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Ο «Κυνόδοντας» δεν έκανε τίποτα άλλο από το να τραβά αυτή τη συνθήκη ως τα άκρα της. Ως τα τόσο μεγάλα άκρα της που καθίσταται από κάθε έννοια αφύσικη. Κι όταν εσύ, ως θεατής, έρχεσαι αντιμέτωπος με έναν αφύσικα ακραίο κόσμο, έχεις δυο επιλογές: είτε να δεις αυτή την κατάσταση σε αντιδιαστολή με τη νορμάλ δική σου και να επαναπαυθείς, είτε, αντίθετα, να σε βοηθήσει αυτή η υπερβολική κατάσταση να φωτίσεις λίγο καλύτερα τη δική σου. Κι αν θελήσουμε να δούμε κι από άλλη ευρύτερα μεταφορική σκοπιά την ταινία, ο «Κυνόδοντας» μας παρουσιάζει τις πρώτες ύλες με τις οποίες ασκείται η εξουσία: εξουσία σημαίνει να ορίζεις τους κανόνες του παιχνιδιού, να ορίζεις την έννοια των λέξεων, να ορίζεις ως που επιτρέπεται να κινηθεί ο εξουσιαζόμενος, να τρομοκρατείς, να παραπλανείς, να επιβραβεύεις, να τιμωρείς, να δημιουργείς συνθήκες ανταγωνισμού μεταξύ αυτών που εξουσιάζεις, να τους επιβάλλεσαι όχι τόσο σωματικά όσο πνευματικά, ώστε να σε υπακούν «με τη θέλησή τους».

Κι ο παραμορφωτικός φακός: Αυτή η διττή σε επίπεδο περιεχομένου λειτουργία του «Κυνόδοντα», στο «Μiss Violence» απουσιάζει. Εδώ έχουμε είτε επιβολή διά της σωματικής βίας, είτε φαινόμενα ατόφιου σαδισμού, είτε μια υπακοή που παραμένει μη επαρκώς εξηγήσιμη, ιδίως όπως αντανακλάται στο αφασικό χαμόγελο της μεγάλης κόρης. Στον «Κυνόδοντα» οι γονείς προσπαθούσαν να προστατέψουν τα παιδιά τους, όχι να τους κάνουν κακό. Αντικειμενικά είναι πράγματι η διαστροφή η ίδια όλη αυτή η συνθήκη που είχαν επιβάλει στα παιδιά τους, αλλά υποκειμενικά δεν υπάρχει κάποια με τη στενή έννοια του όρου εκμετάλλευση των παιδιών. Υπάρχει ένα νοσηρότατο ενδιαφέρον. Ακόμα και η αιμομιξία επιλέγεται ως δεύτερη λύση, όταν οι γονείς δεν μπορούν πλέον να εμπιστευθούν κανέναν τρίτο εισβολέα στη ζωή τους. Η αιμομιξία έρχεται ως φυσική συνέπεια της αφύσικης συνθήκης. Στο «Μiss Violence» όμως τα πράγματα είναι τελικά άσπρο μαύρο. Ο πάτερ φαμίλιας που είναι θύτης. Η γυναίκα του που είναι ένα θύμα που γίνεται στην πορεία των ετών συνένοχος. Και οι απόγονοι που είναι θύματα. Από την αρρωστημένη υπερπροστασία ως την εκπόρνευση όμως, από το να πληρώσω για να γαμήσει ο ενήλικος γιος μου ως το να βγάλω στο κλαρί το μονοψήφιας ηλικίας κοριτσάκι μου υπάρχει τεράστια διαφορά. Στο ένα μπορείς να δεις πράγματα, μπορείς να καθρεφτιστείς, μπορείς πριν φωνάξεις «τέρατα» να αναρωτηθείς για τα δικά σου, εδώ βλέπεις μόνο τέρατα, θύτες και θυματοποιήσεις. Και για να προλάβω μια ακόμα ένσταση: δε θα μπορούσε να μην έχει τίποτα το αλληγορικό το «Μiss Violence», δε θα μπορούσε να μιλά απλά για μια εντελώς άρρωστη οικογένεια; Όταν στο ξεκίνημα της ταινίας η εντεκάχρονη Αγγελική πηδάει από το μπαλκόνι και χαμογελά στην κάμερα κι όταν στο γκντουπ της πτώσης οι υπόλοιποι γυρνούν τελετουργικά έως χορευτικά, σου δίνεται η εντύπωση πως θα παρακολουθήσεις μια ταινία που το πάει και κάπου αλλού, που δεν κινείται μόνο σε επίπεδο καταγραφής μιας φρικτής ιστορίας. Η εντύπωση αυτή διαψεύδεται στη συνέχεια. Αναδρομικά λοιπόν μπορεί να πει κανείς ότι παρακολουθούμε μια τραγική ιστορία, ενός τερατώδη πάτερ φαμίλια και των ελεεινών του πράξεων, όπου όμως το κοριτσάκι πριν πέσει από το μπαλκόνι χαμογελάει με νόημα στο θεατή και τα υπόλοιπα μέλη κάνουν και μία στυλιζάρισμένη πιρουέτα.

Παρ’ όλα αυτά: Η εμμονή της ταινίας με τις πόρτες είναι πολύ ενδιαφέρουσα, η κλειστή και η ανοιχτή πόρτα, το να παίρνεις τα κλειδιά, το να σηκώνεις ολόκληρη την πόρτα λέγοντας ότι «σ’ αυτό το σπίτι δεν έχουμε μυστικά». Επίσης το αυτοκίνητο κινηματογραφείται σχεδόν απόκοσμα, σαν όχημα του κακού. Η σκηνή στο πλυντήριο αυτοκινήτων είναι εξαιρετική. Οι σκηνές του άγριου σεξ δίνονται αιφνιδιαστικά, με ενδιαφέρουσα γωνία λήψης και πράγματι λειτουργούν σοκαριστικά. Η σκηνή με τα χαστούκια είναι επίσης κινηματογραφημένη με γόνιμο τρόπο, όσο κι αν δραματουργικά δεν πείθει απόλυτα. Συνολικά η ταινία είναι σφιχτή και φιλική στο θεατή, από την άποψη βέβαια της αφήγησης. Πολύ δύσκολα δηλαδή κάποιος θα την εγκαταλείψει επειδή βαριέται ή επειδή θα του φανεί υπερβολικά παράξενη. Και ναι, τελικά αυτοτελώς ειδωμένη και αν δεν έχει δει κανείς τον «Κυνόδοντα», δεν ξέρω τι επίπτωση μπορεί να έχει μέσα του, πολύ πιθανόν να έχει πολύ πιο έντονη και πολύ πιο θετική από αυτή που άφησε σε μένα.

Οικογενειακή υπόθεση: Από τον «Κυνόδοντα» ως την «Στρέλλα» και από τη «Χώρα Προέλευσης» ως το «JACE» το θέμα της αιμομιξίας έχει στοιχειώσει τόσο πολύ το νέο ελληνικό σινεμά των τελευταίων ετών, που νομίζω είναι βάσιμο να πει κανείς ότι OK παιδιά, όχι άλλη αιμομιξία, αρκετά πια. Αλλά την ίδια ώρα το οικογενειακό πνίξιμο και η οικογένεια ως πηγή κακού είναι γενικότερη προβληματική του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου, που ό,τι ενστάσεις κι αν δημιουργούνται στην πορεία (π.χ. για το πόσο κοιτάει και έξω από εκεί και προς την κοινωνία) είναι αναμφίβολο ότι προσπαθεί να ρίξει φως σε κάτι αυθεντικά επώδυνο. Χωρίς λοιπόν να είναι απόλυτα συναφές με το «Μiss Violence», που όπως είπα προσφέρει μια αμιγώς τερατώδη οικογενειακή συνθήκη, η οποία δύσκολα σε καλεί σε αναστοχασμό, επανέρχονται στο μυαλό μου (από μια γενικότερα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχε ανοίξει εδώ με βάση τον «Κυνόδοντα») τα λόγια του φίλου Τhas περί του τι και του πώς της ελληνικής οικογένειας των προηγούμενων δεκαετιών: «… χτίζεται ένας τεράστιος συναισθηματικός εκβιασμός τύπου “αν το μάθει ο πατέρας σου δε θα αντέξει”, η πνιγηρή αίσθηση ότι κινείσαι (και οφείλεις να κινείσαι διά βίου) στον ορίζοντα των προσδοκιών τους. Οι Έλληνες γονείς δεν είχαν δική τους ζωή, την αντλούσαν από τα παιδιά τους. Προσδοκίες και ματαιώσεις δικές τους ή δικές σου, όλα μαλλιά-κουβάρια. Πάρε παιδί μου να έχεις τα πάντα (μη σου λείψουν), αλλά δώσε σ’ εμάς τον λόγο εφ’ όλης της ύλης: μην κάνεις παρέα με τα παλιόπαιδα, ξέκοψέ την αυτήν, πάρε τηλέφωνο τους θείους σου, να μην πας σ’ αυτή τη σχολή, μπες στο δημόσιο, άφησε το καλλιτεχνιλίκι, θα μας κάνεις ρεζίλι, ντροπής πράγματα στην ηλικία σου, να δω εγγονάκι και δε θέλω άλλο τίποτα… Δεν πρόκειται απλώς για μαντράχαλο και γαϊδούρα που βολεύεται αλλά για σταδιακή παγίδευση σε ένα αδιέξοδο σύστημα όπου, επειδή συνήθως εκείνοι έχουν το ακαταλόγιστο κι εσύ την επίγνωση πως σέρνεσαι διά βίου σε επιλογές αλλότριες, προσπαθώντας να τους κρατήσεις στη ζωή (ή σ’ αυτό που τέλος πάντων προπαγάνδισαν σαν τέτοια)».