Ο αεικίνητος Μιχάλης Μοσχούτης επιμελείται για δεύτερη χρονιά το φεστιβάλ InMute στη Μικρή Σκηνή της Στέγης στις 24, 25 και 26 Οκτωβρίου. Με αφετηρία το βωβό κινηματογράφο και τη σύγχρονη μουσική, το InMute προτείνει μια άλλη ανάγνωση της σιωπής, συνοδεύοντας τον βωβό κινηματογράφο με live σύγχρονη ηλεκτρονική μουσική και διαπραγματεύεται έννοιες όπως η ανοικτότητα στη δημιουργία, η σύνθεση και η αντίστιξη.

ελculture: Είσαι ο επιμελητής του InΜute festival για δεύτερη χρονιά. Σε σχέση με το περυσινό υπάρχει μια νέα αφήγηματική προσέγγιση; Ξεκινάς με πειραματικό κινηματογράφο μικρού μήκους, περνάς σε βωβές ταινίες και καταλήγεις σε δύο προπολεμικές μεγάλου μήκους. Τι έχει αλλάξει;
Μιχάλης Μοσχούτης:
Φέτος υπάρχει σίγουρα μια προσέγγιση πολύπλευρη. Την πρώτη χρονιά είχαμε τέσσερις πολύ κλασικές και γνωστές βωβές ταινίες με ζωντανή μουσική. Το Nanook of the North του Flaherty είναι ντοκιμαντέρ βέβαια, αλλά τρομερά γνωστό. Το Wind του Sjöström και το Strike του Eisenstein από τις πιο γνωστές βωβές ταινίες και μετά το The Fall of the House of Usher, η λιγότερο γνωστή, αλλά σίγουρα όχι άγνωστη.

Οπότε φέτος άνοιξε όλο αυτό προς πολλές κατευθύνσεις και προς το αρχειακό και προς το πειραματικό. Με μικρού μήκους ταινίες της δεκαετίας του ’20, του ’50 και του ’60, όπως τους Stan Brakhage και σύγχρονες, όπως του Guy Maddin και της Vicki Bennett, που είναι ό,τι πιο μακρινό από τον κλασικό κινηματογράφο.


Vicki Bennett

Συγκεκριμένα η Bennett παρουσιάζει το Notations, ένα βίντεο σε ρόλο παρτιτούρας. Με την τεχνική που χρησιμοποιεί πάντα, συλλέγει δηλαδή υλικό από διάφορες ταινίες με το οποίο δημιουργεί μια νέα αφήγηση, έχει φτιάξει ένα βίντεο για να ερμηνεύεται ζωντανά επί σκηνής. Στο φεστιβάλ ερμηνεύεται από τους Acte Vide. Το έχει φτιάξει επί τούτου για να προβάλλεται με τη συνοδεία μουσικής. Είναι κατά κάποιο τρόπο ένα video score.

Την τρίτη μέρα, ενώ παρουσιάζονται δύο βωβές ταινίες feature length, η πρώτη, η Κοινωνική Σαπίλα του Τατασόπουλου δεν θα προβληθεί ολόκληρη. Θα παρουσιαστεί στην ουσία μια οπτικοακουστική περφόρμανς βασισμένη στην Κοινωνική Σαπίλα. Οι Voltnoi & Quetempo δανείζονται το θέμα και αποσπάσματα από την ταινία και τα επεξεργάζονται. Επειδή υπάρχει το συγκεκριμένο θέμα, η κοινωνική σαπίλα της δεκαετιας του ’20, αρχές του ’30 με προεκτάσεις κοινωνικές, πολιτικές, δημιουργείται το ερώτημα του πώς αυτά τώρα μπορούν να φανούν τώρα επίκαιρα.

ελc: Παντρεύεις ήχο και εικόνα, συνδυάζεις έργα κλασικά με μοντέρνα, έως και πειραματικά δημιουργώντας καινούριους τόπους. Σκοπός ή μέσο;
Μ.Μ.: Αυτός είναι ο σκοπός, το μέσο είναι κάτι άλλο, όπως το βλέπω εγώ. Ο κάθε καλλιτέχνης μπορεί να έχει μια προσέγγιση. Συγκεκριμένα ο Thomas Köner, έλεγε σε μια συνέντευξη ότι σε ταινίες όπως πχ. του Μουρνάου, αντιμετωπίζει ένα πλάνο, μια φωτογραφία, μια σκηνή ως ένα έργο ζωγραφικής. Και θέλει να δημιουργεί το χώρο για να αναπνεύσει αυτή η εικόνα. Ως προς αυτό, το InMute έχει παρόμοια προσέγγιση. Αν δούμε την μουσική που παιζόταν εκείνη την εποχή στις προβολές των ταινιών θα προσέξουμε ότι ήταν τρομερά αντιθετική, ένα πιάνο που έπαιζε ασταμάτητα και κατά τη γνώμη μου αφαιρούσε πολύ από τη δύναμη της εικόνας. Οπότε αυτός ο βωβός χαρακτήρας που έχουν οι ταινίες πιστεύω ότι διατηρείται καλύτερα με τη σύγχρονη μουσική, παρά με τη μουσική εκείνης της εποχής.

ελc: Τα μουσικά scores που παρουσιάζονται είναι όλα καινούρια;
Μ.Μ.: Όλα έχουν δημιουργηθεί για το φεστιβάλ. Η μοναδική περίπτωση που έχει ξαναπαρουσιαστεί αφορά το έργο που ερμηνεύει ο Mike Cooper, το Early Abstractions. Ήταν δική μου πρόταση, που έτυχε να το έχει ξαναπαρουσιάσει. Όλα τα έργα έχουν προταθεί είτε σε συζήτηση με τους καλλιτέχνες είτε απευθείας με δική μου πρόταση. Συγκεκριμένα για το Cowards Bend the Knee, του Guy Maddin που ερμηνεύει μουσικά ο Philip Jeck, όταν στην αρχή επικοινώνησα με τον Guy Maddin και του είπα την ιδέα αυτή, ήταν η πρώτη ιδέα που είχα για τη συγκεκριμένη ταινία, ο Maddin μου απάντησε κατενθουσιασμένος ότι ο Philip Jeck είναι ο ήρωας του. Οπότε τελικά φέρνεις κοντά ένα σκηνοθέτη με έναν μουσικό, που μπορεί ιδανικά να ήθελε να έχει αυτή τη μουσική στην ταινία του. Αυτό που προκύπτει μπορεί να είναι τελικά το ιδανικό.

Το Notations της Bennett έχει αυτή τη λογική, ότι δηλαδή κάθε φορά ερμηνεύεται από άλλους μουσικούς. Οπότε στην ουσία κι αυτό πρώτη φορά θα παρουσιαστεί. Η διαφορά είναι ότι κάποια έργα βασίζονται πιο πολύ στον αυτοσχεδιασμό, οπότε δεν τα βλέπουμε τόσο πολύ σαν scores, ενώ η μουσική του Jacob Kirkegaard, για το The Passion of Joan of Arc πρόκειται περισσότερο για έργο σύνθεσης. Για την ακρίβεια ο Kirkegaard παίρνει ηχογραφήσεις από γαλλικά έργα εκείνης της εποχής, του 12ου και 13ου αιώνα, τα υποβάλει σε time stretch και προσθέτει περισσότερα layers. Στην ουσία το σάουντρακ θα είναι βασισμένο σε έργα εκείνης της εποχής, της Γαλλίας που μάλιστα έχουν χαρακτήρα θρησκευτικό κι άμεση σχέση με τη συγκεκριμένη θεματολογία.


Jacob Kirkegaard

ελc: Οπότε υπάρχει μια σαφής μέθοδος πίσω από το πάντρεμα καλλιτεχνών εικόνας και ήχου;
Μ.Μ.
: Ναι υπάρχει. Καλό παράδειγμα είναι η περίπτωση του Dog Star Man, του Stan Brakhage. Ήμουν σε επαφή για την ταινία με την Marilyn Brakhage, χήρα του Stan Brakhage και υπήρχε μια δυσκολία στο να μας δοθεί η άδεια να προβάλουμε την συγκεκριμένη ταινία με μουσική συνοδεία επειδή ο Brakhage όσο ζούσε ήταν ξεκάθαρος ότι ήθελε οι ταινίες του να είναι βωβές. Καταλήξαμε μαζί με το Γιώργη Σακελλαρίου να συνοδεύσει αυτός την ταινία, ακριβώς επειδή ασχολείται πολύ με τη σιωπή. Το γεγονός αυτό έπαιξε ρόλο στην όλη επαφή με τη σύζυγό του, ώστε να μας δώσει την άδεια. Δεν θα ντύναμε το έργο του με οτιδήποτε άλλο. Θα έπρεπε να υπάρχει σαφής αναφορά στη σιωπή. Διαβάζοντας για τον Stan Brakhage, το ιδανικό είναι να συνοδεύονται οι προβολές των ταινιών του με τον ήχο της μηχανής προβολής 16μμ. Ένας ήχος που αρχικά φαίνεται να είναι απλά συμπτωματικός, αλλά τελικά είναι καθοριστικός για την εμπειρία της ταινίας. Πρόκειται για μια βωβή ταινία, στην οποία ο δημιουργός έχει λάβει υπόψη του αυτόν τον ήχο.

ελc: Οπότε υπάρχει η εικόνα, ο ήχος και η σιωπή. Είναι η σιωπή το τρίτο μέσο;
Μ.Μ.:
Η σιωπή είναι ήχος. Για μένα το βασικό χαρακτηριστικό του βωβού κινηματογράφου είναι η απουσίας της ομιλίας. Αυτό με κέντρισε εξαρχής. Τη σιωπή σίγουρα μπορούμε να τη νιώσουμε εκκωφαντική, σίγουρα αυτό ισχύει. Μία από τις ταινίες θα παιχτεί μάλιστα χωρίς μουσική συνοδεία, το Αleph του Wallace Berman.

ελc: Πέρα από τις ξένες συμμετοχές στο InMute είναι πολύ σημαντικές και οι ελληνικές συμμετοχές. Από τη σκοπιά σου πώς βλέπεις να εξελίσσεται η ελληνική πειραματική μουσική σκηνή;
Μ.Μ.:
Υπάρχουν πολλά προβλήματα, όμως θυμάμαι πως στην αρχή της άνοιξης κάθε ημέρα υπήρχε και ένα μουσικό event. Αυτό δε συμβαίνει σε άλλες πόλεις. Δραστηριοποιείται όλο και περισσότερος κοσμος. Υπάρχουν πολλοί μουσικοί στην Αθήνα που ίσως να έπρεπε να έχουν μεγαλύτερη παρουσία στο εξωτερικό.

ελc: Το InΜute γίνεται δεύτερη χρονιά στη Στέγη. Ποια είναι η σχέση ιδρυμάτων όπως η Στέγη με φεστιβάλ όπως το InΜute;
Μ.Μ.:
Είναι πολύ σημαντικό ιδρύματα όπως η Στέγη να υποστηρίζουν τέτοια φεστιβάλ γιατί πολύ απλά έτσι μπορούν και πραγματοποιούνται αυτά τα φεστιβάλ. Δε νιώθω ότι υπάρχει κάποιος άλλος χώρος όπου θα μπορούσε να είχε γίνει το InMute, με αυτές τις ταινίες, αυτούς τους μουσικούς, με ένα ευρωπαϊκό χαρακτήρα. Είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει η Στέγη, είναι σημαnτικό όμως στην Αθήνα να υπάρχουν περισσότεροι χώροι, στα δεδομένα που υπήρχε παλιότερα πχ. η Knot.

Επειδή αυτή η σκηνή δεν δημιουργήθηκε στη Στέγη, αυτή η σκηνή στηρίζεται από τη Στέγη. Η σκηνή αυτή υπάρχει και αναπτύσσεται ανεξάρτητα και η Στέγη είναι ένας χώρος στον οποίο μπορεί κόσμος που δε θα πήγαινε ποτέ στην Knot gallery, να έρθει σε επαφή. Πιστεύω ότι αυτή η σκηνή πρέπει να είναι ανοικτή και όχι αυτo-αναφορική.


Πρόβες με το Βασίλη Τζαβάρα και την Ερατώ Τζαβάρα στο Y2 lab για την παιδική παράσταση που θα πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού προγράμματος της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών

ελc: Πέρα από το InΜute, στα προσωπικά σου πρότζεκτ συγκαταλέγεται το νέο label Holotype Εditions, που έρχεται να καλύψει διαφορετικά μουσικά genres, αλλά και μια παράσταση βασισμένη στη foley art για παιδιά. Θέλεις να μας μιλήσεις γι’ αυτά τα δύο projects;
Μ.Μ.:
Το να κάνω το δικό μου label ήταν μια σκέψη που είχα εδώ και πολύ καιρό αλλά την απόφαση να το επιχειρήσω την πήρα με το που βρέθηκαν δύο δουλειές που θέλησα πραγματικά πολύ να κυκλοφορήσω. Η πρώτη κυκλοφορία είναι ένας προσωπικός δίσκος της Δανάης Στεφάνου τον οποίο ηχογραφήσαμε στο στούντιο μου τοποθετώντας μικρόφωνα πολύ κοντά και στο εσωτερικό του πιάνου, καταγράφοντας έτσι με το καλύτερο δυνατό τρόπο και το inside-piano παίξιμο της Δανάης. Ο δεύτερος δίσκος σε αντίθεση με τον πρώτο έρχεται από πολύ μακριά, καθώς ηχογραφήθηκε στην Ανταρκτική και είναι αποτέλεσμα μιας συνεργασίας μεταξύ των Lawrence English και Werner Dafeldecker. Μέχρι στιγμής το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του να τρέχω αυτό το label είναι οι συνομιλίες που έχω με τους μουσικούς, πριν ο δίσκος πάρει την τελική του μορφή. Μέσα από αυτές τις ανταλλαγές απόψεων έχω ήδη κερδίσει πολλά.

Σχετικά με την παιδική παράσταση, μερικές φορές νιώθω ότι ο εγχείρημα αυτό είναι ακόμα πιο θαρραλέο από το να αρχίσεις ένα label. Την παιδική παράσταση την δουλεύουμε εντατικά τους τελευταίους μήνες μαζί με την Ερατώ Τζαβάρα και τον Βασίλη Τζαβάρα και στην ουσία πρόκειται για μια οπτικοακουστική παράσταση οπού οι πρωταγωνιστές είναι τα αντικείμενα της καθημερινότητας και ήχοι που κάνουμε με αυτά. Όπως είπες υπάρχει μια καθαρή αναφορά στη foley art αλλά ο στόχος της παράστασης είναι να στρέψει τα αυτιά των παιδιών προς έναν πραγματικό ωκεανό ήχων που τα περιβάλει στην καθημερινότητα τους. Η παράσταση γίνεται στα πλαίσια του εκπαιδευτικού προγράμματος της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών και απευθύνεται σε παιδιά 1ης, 2ας και 3ης δημοτικού.

Info: Το τριήμερο φεστιβάλ InMute ’14 πραγματοποιείται στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών από τις 24 έως και τις 26 Οκτωβρίου

Διαβάστε επίσης παλιότερη συνέντευξη του Μιχάλη Μοσχούτη στο ελculture