Στη συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών για τα 70 χρόνια από τον θάνατο του Νίκου Σκαλκώτα, θα εκτελεστεί το υπερ-απαιτητικό Κοντσέρτο του για κοντραμπάσο και Ορχήστρα. Τη σολιστική πρόκληση έχει αναλάβει ο ραγδαία ανερχόμενος διεθνώς Μιχάλης Σέμσης, κορυφαίος στα κοντραμπάσα της ιστορικής ορχήστρας Gewandhaus στη Λειψία. Με αμεσότητα και ειλικρίνεια ο ταλαντούχος μουσικός, μιλά για την πρώτη του επαφή με τη μουσική, τη σχέση του με την Ελλάδα και την επιλογή να φύγει στο εξωτερικό.

Ποια είναι η πιο παλιά σας ανάμνηση που σχετίζεται με τη μουσική;

Είναι δύσκολο να θυμηθώ την πρώτη μου ανάμνηση. Η μουσική ήταν μέρος όλης μου της ζωής, και δεν μπορώ με σιγουριά να ξεχωρίσω τι όντως θυμάμαι και τι μου έχουν διηγηθεί. Θυμάμαι πως όταν ήμουν μικρός η γιαγιά μου είχε όπερες σε βιντεοκασέτες, και ήθελε η αδερφή μου και εγώ να τις ακούμε. Θυμάμαι αποσπάσματα από τη Νυχτερίδα, τον Κουρέα της Σεβίλλης με τον Prey, τον Alba, και τον Dara, και τον Μαγεμένο Αυλό, ο οποίος (όπως συνειδητοποίησα μόλις πέρσι) ήταν στα Σουηδικά. Θυμάμαι πολύ λίγο από τα χρόνια που έπαιζα βιολί και από τα πρώτα χρόνια κοντραμπάσου. Εκ των υστέρων, μου είπαν πως άκουσα μπαλέτα του Tchaikovsky και ιταλικές όπερες, αλλά δεν έχω συγκεκριμένες αναμνήσεις από αυτές. Το βρήκα όμως πολύ ενδιαφέρον πως ένιωσα σαν να ξέρω το έργο όταν για πρώτη φορά μελέτησα Τραβιάτα. Για κάποιο λόγο η γλώσσα μου φάνηκε οικεία, και μου ήταν πολύ εύκολο να συνοδεύσω τους τραγουδιστές. Αντιθέτως, όταν για πρώτη φορά έπαιξα Wagner συχνά έκανα λάθη που είχαν να κάνουν με τη μουσικότητα της γλώσσας. Ίσως αυτή η εξοικείωση με την ιταλική γλώσσα στις όπερες, ακόμα και αν ήταν ασυνείδητη, να επηρέασε τη μουσική μου αντίληψη.

O – συνονόματος – παππούς σας διετέλεσε Εξάρχων της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, θέση που σήμερα κατέχει ο πατέρας σας, Δημήτρης Σέμσης. Πώς αισθάνεστε για την επικείμενη σύμπραξη με την Ορχήστρα, με την οποία σας συνδέουν αναμνήσεις και δεσμοί;

Η ορχήστρα είναι για εμένα ξεχωριστή. Νιώθω σαν παιδί της ορχήστρας και για πολύ καιρό ήλπιζα να γίνω μέλος της. Δυστυχώς ο πατέρας μου δεν θα συμμετέχει στη συναυλία. Θα είναι στο κοινό αφενός για να μπορεί να ακούσει χωρίς να πρέπει να συγκεντρωθεί να παίξει και κυρίως για να μπορεί στις πρόβες να βοηθήσει με την ισορροπία ανάμεσα σ’ εμένα και την ορχήστρα. Παρόλα αυτά χαίρομαι πολύ που έχω την ευκαιρία να είμαι έστω και παροδικό μέλος του συνόλου, και θα χαρώ πολύ αν μου ξαναδοθεί η ευκαιρία.

Το ελεύθερα ατονικό Κοντσέρτο για κοντραμπάσο, το οποίο θα ερμηνεύσετε στη συναυλία της 29ης Νοεμβρίου, θεωρείται ένα έργο ιδιαίτερα απαιτητικό για τον σολίστ. Με ποιον τρόπο θα προσεγγίσετε τη συγκεκριμένη πρόκληση;

Δυστυχώς δεν έχω κάποιο μυστικό που μπορώ να μοιραστώ. Αν και ο Σκαλκώτας σίγουρα είχε μια λογική όταν συνέθεσε το Κοντσέρτο, μου είναι δύσκολο να την βρω, και σε αυτήν την αναζήτηση αφιερώνω αρκετό χρόνο. Σε όλα τα μοντέρνα έργα που έχω παίξει χρειάστηκα χρόνο για να βρω ένα βαθύτερο νόημα στις νότες. Υπάρχουν ορισμένοι προκαθορισμένοι κανόνες για την κλασική και τη ρομαντική περίοδο που κατά κάποιο τρόπο καθιερώνουν μια γλώσσα της μουσικής, η οποία δεν υπάρχει στα μοντέρνα έργα. Ο στόχος του συνθέτη όμως παραμένει ο ίδιος. Ο συνθέτης ήθελε σίγουρα να επικοινωνήσει κάτι με το κοινό, απλώς χρησιμοποίησε μια μουσική γλώσσα που είναι μέχρι στιγμής άγνωστη. Η δική μου δουλειά είναι να την ερμηνεύσω. Η απαιτητικότητα στην οποία αναφερθήκατε έχει μάλλον περισσότερο να κάνει με το τεχνικό κομμάτι, προκύπτει από το γεγονός πως ο Σκαλκώτας δεν ήξερε πως να συνθέσει για κοντραμπάσο. Ίσως το έργο να λέγεται Κοντσέρτο για κοντραμπάσο, αλλά είναι ξεκάθαρο πως το συνέθεσε για τσέλο, και οι μπασίστες της εποχής του δεν ασχολήθηκαν μαζί του για να τον βοηθήσουν να συνθέσει κάτι που ταιριάζει στο όργανο. Δυστυχώς αναγκάζομαι να κάνω αυτήν τη δουλειά χωρίς την παρουσία του συνθέτη, γιατί πολλά από αυτά που έγραψε απλώς δεν παίζονται. Σε όλο το Κοντσέρτο άλλαξα οκτάβες και απλοποίησα διπλές με στόχο να παίξω κάτι που (αν και ακόμα τεχνικά δύσκολο) ακούγεται ωραίο και είναι δυνατό να παιχτεί. Αν ένας από τους συναδέλφους της εποχής είχε βοηθήσει τον Σκαλκώτα, τότε σίγουρα το Κοντσέρτο θα παιζόταν πιο συχνά.

Ποιους συνθέτες θα χαρακτηρίζατε ανατροπείς και πρωτοπόρους;

Κατά τη διάρκεια των αιώνων υπήρξαν διάφορες διαμαρτυρίες για έργα. Πράγματα που σήμερα μας αρέσουν, ήταν ανήκουστα. Από την Ιεροτελεστία της Άνοιξης μέχρι το λάθος των κόρνων στην Τρίτη του Beethoven, πολλοί συνθέτες άφησαν το σημάδι τους στην εξέλιξη της μουσικής. Μου είναι όμως δύσκολο να ξεχωρίσω ανατροπείς και πρωτοπόρους μουσικούς γιατί αυτοί σπάνια είναι γνωστοί. Ως παιδί δεν ήξερα πως οι γιοι του Bach ήταν επίσης συνθέτες, κι όμως αυτοί άλλαξαν πολύ περισσότερα, ήταν πολύ πιο πρωτοπόροι από τον πατέρα τους. Περισσότερο θυμόμαστε τους συνθέτες που ήταν οι τελευταίοι του είδους τους, και έφτασαν στην κορύφωση της κάθε εποχής. Για παράδειγμα, ο Bach έζησε την εποχή που οι πρωτοπόροι δοκίμαζαν την κλασική μουσική, και όμως θυμόμαστε αυτόν, γιατί ενώ οι άλλοι δοκίμαζαν κάτι καινούργιο και προφανώς έπρεπε να πειραματιστούν και να ψάξουν τι θέλουν να ακούσουν, αυτός είχε μια παράδοση που τον στήριξε και τον βοήθησε να φτάσει ένα ανώτερο επίπεδο.

Η συναυλία, στην οποία συμπράττετε με την ΚΟΑ, είναι αφιερωμένη στα 70 χρόνια από τον θάνατο του Έλληνα συνθέτη – ο οποίος διετέλεσε και μέλος της Ορχήστρας – Νίκου Σκαλκώτα. Ποια η δική σας γνώμη για το έργο και την προσωπικότητα αυτού του μεγάλου συνθέτη;

Για να είμαι ειλικρινής δεν έχω εντρυφήσει στο έργο του συνθέτη, αλλά ίσως αυτό να είναι ήδη ένα σημάδι. Μίλησα με τους συναδέλφους από τη Συμφωνική της Βοστόνης και ξαφνιάστηκα γιατί όλοι ξέρουν τον Σκαλκώτα. Έμαθα από αυτούς πως έχει γράψει ένα Κοντσέρτο για όμποε, που θεωρείται πολύ ωραίο, και θεωρούν πολύ κρίμα που το Κοντσέρτο για Κοντραμπάσο δεν παίζεται πιο συχνά. Εγώ είχα τον Σκαλκώτα στο μυαλό μου ως συνθέτη διαφόρων ελληνικών χορών, οι οποίοι παίζονται πιο συχνά στην Ελλάδα. Καταλαβαίνω πως η ατονική μουσική δεν είναι πολύ κατανοητή για πολλούς, αλλά το βρίσκω τόσο κρίμα που ακόμα ένας Έλληνας συνθέτης δεν αναγνωρίζεται στην Ελλάδα, αλλά μόνο στο εξωτερικό. Βρίσκω όμως την πρωτοβουλία του Στέφανου Τσιαλή αξιέπαινη, και χαίρομαι που προσπαθεί να φέρει το έργο του Σκαλκώτα στην επιφάνεια.

Ως Έλληνας που διακρίνεστε στο εξωτερικό, νιώθετε ένα είδος ενσυναίσθησης για τη μοίρα του Σκαλκώτα;

Όλοι οι Έλληνες έχουν ένα ισχυρό αίσθημα πατρίδας. Τα δύο θέματα των τραγουδιών μας είναι η αγάπη και η ξενιτιά, και τα δύο αυτά θέματα, τα οποία επίσης συχνά συνδέονται, δεσπόζουν στην κουλτούρα μας εδώ και χιλιάδες χρόνια. Από το ταξίδι του Οδυσσέα μέχρι τα τραγούδια του προπάππου μου, όλοι οι Έλληνες αρνούνται να ξεχάσουν την πατρίδα, και πάντα θέλουν να γυρίσουν πίσω. Έτσι νιώθω πως όλοι οι Έλληνες του εξωτερικού συνδέονται από αυτήν τη νοσταλγία. Η διαφορά ανάμεσα στον Σκαλκώτα και εμένα είναι πως εκείνος γύρισε στην Ελλάδα, ενώ για εμένα δεν προβλέπεται κάτι τέτοιο. Επίσης, ειδοποιός διαφορά είναι πως αυτός δεν εκτιμήθηκε από τους μουσικούς της εποχής του, ενώ εγώ έχω την ευκαιρία να παίξω ένα Κοντσέρτο με την ΚΟΑ. Μας συνδέουν ιδέες, αλλά δεν βρίσκω πολλές ομοιότητες στις ζωές μας.

«Η πιο αυστηρή κριτική έρχεται από τον ίδιο τον μουσικό, ο οποίος μπορεί καλύτερα απ’ όλους να κρίνει αν έδωσε τον καλύτερό του εαυτό, αν η συναυλία ήταν επιτυχημένη»

Ποια η σχέση σας με την κριτική; Διαβάζετε όσα γράφονται μετά τις συναυλίες; Υπάρχουν κάποια άτομα (οικογένεια, φίλοι, συνάδελφοι) που εμπιστεύεστε και ζητάτε πάντα τη γνώμη τους;

Η μπύρα έχει διαφορετική γεύση ανάλογα με τη διάθεση αυτού που την πίνει. Μέχρι σήμερα δεν έχω καταφέρει να πιω μπύρα όταν είμαι μόνος μου, ενώ όταν έχω ευχάριστη παρέα δεν καταλαβαίνω πόσο γρήγορα τελειώνουν. Οι πιο νόστιμες μπύρες είναι αυτές που είναι αμέσως μετά από μια επιτυχημένη συναυλία, όταν ο μουσικός βρίσκεται σε μια φάση απόλυτης ευφορίας και οι νότες βουίζουν ακόμα στην ανάμνηση. Θυμάμαι πως ο καθηγητής μου πάντα έλεγε μόνο θετικά αμέσως μετά τις συναυλίες της τάξης, η πραγματική του άποψη ερχόταν στο επόμενο μάθημα, μετά από μερικές μέρες. Ακόμα αποφεύγω την κριτική αμέσως μετά τις συναυλίες, αλλά πάντα ακούω εκ των υστέρων τι άρεσε και τι όχι. Υπάρχει ένας πίνακας στην αίθουσά μας που έχει μόνο κριτικές, και συνηθίζω να διαβάζω τι γράφεται, αν και όχι συστηματικά. Είναι κάποιες φορές δυσάρεστο να διαβάσω μια αρνητική κριτική για μια συναυλία που νιώθω πως ήταν σπουδαία, αλλά προσπαθώ να θυμάμαι πως ο κριτικός γράφει απλώς αυτά που ένιωσε, και πως είναι η δουλειά του να είναι ειλικρινής. Ο κάθε ακροατής βιώνει τη μουσική διαφορετικά, και δεν μπορώ παρά να το αποδεχτώ, αν κάποιος ισχυριστεί πως δεν του άρεσε κάτι. Η δουλειά του κριτικού είναι δύσκολη γιατί δεν υπάρχει αντικειμενικός τρόπος να προσδιορίσουμε αν μια συναυλία ήταν ωραία ή όχι, και γι’ αυτό προσπαθώ να διαβάζω αυτά που γράφονται με κατανόηση. Είμαι ανοιχτός στις απόψεις του καθενός, προφανώς όμως ακούω πιο προσεχτικά όταν σέβομαι αυτόν που μιλάει, όπως για παράδειγμα κάποιους συναδέλφους μου, τον δάσκαλό μου Τάκη Καπογιάννη και τον καθηγητή μου Dorin Marc, και σταματάω να ακούω ανθρώπους που με τον καιρό δεν μπορώ να σεβαστώ πια. Εν τέλει όμως η πιο αυστηρή κριτική έρχεται από τον ίδιο τον μουσικό, ο οποίος μπορεί καλύτερα απ’ όλους να κρίνει αν έδωσε τον καλύτερό του εαυτό, αν η συναυλία ήταν επιτυχημένη. Η μπύρα έχει διαφορετική γεύση ανάλογα με τη διάθεση αυτού που την πίνει.

Ποια η σχέση σας με τη ροκ, την τζαζ ή τη χιπ χοπ, που ακούνε πολλοί συνομήλικοί σας;

Υπάρχει καλή και κακή μουσική, και θα βρεις καλή και κακή μουσική σε όλα τα είδη μουσικής. Ανάλογα με τη διάθεσή μου, μου αρέσει να ακούω πολλά διαφορετικά είδη μουσικής. Δεν μπορώ να ισχυριστώ πως έχω γνώσεις παρόμοιες με τις γνώσεις μου για την κλασική μουσική, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν μπορώ να ευχαριστηθώ άλλα είδη μουσικής. Εν τέλει η μουσική έχει να κάνει με επικοινωνία, και το σπουδαιότερο που μπορεί κάποιος να κάνει είναι να ακούσει. Η πλειοψηφία των συνθετών και μουσικών προσπαθεί να εκφράσει παρόμοια συναισθήματα, απλώς με διαφορετικό τρόπο, και είναι κρίμα να απορρίψουμε το μήνυμα απλώς επειδή δεν μας αρέσει πώς λέγεται.

Info:

70 χρόνια από τον θάνατο του Νίκου Σκαλκώτα | Παρασκευή 29 Νοεμβρίου στις 20:30 | Μέγαρο Μουσικής Αθηνών