Αγόρι συναντά κορίτσι, οκ, όχι τόσο μικρό αγόρι κι όχι τόσο μικρό κορίτσι, αλλά δεν τους έχουν πάρει και τα χρόνια, νέοι είναι ακόμα, βρίσκονται κι οι δύο σε πάρτι, το κορίτσι έχει μόλις -μόλις όμως- χωρίσει, κατσαδιάζει το προηγούμενο αγόρι της στον τηλεφωνητή του, δεν μπόρεσε να χωρίσει σαν άνθρωπος αλλά την έκανε και κρύφτηκε του λέει, το κορίτσι είναι Αμερικανίδα, το αγόρι που παίζει μουσική στο πάρτι είναι Αμερικάνος, ο κοινός Έλληνας φίλος του σκέφτεται τι πιο ταιριαστό από μια Αμερικανίδα κι έναν Αμερικάνο στο ίδιο μέρος, τους βάζει να φιληθούν με το ζόρι, είναι αστείο, αλλά έχουν πιει πολύ κι εκείνη έχει μόλις χωρίσει και δεν είναι καλά και τον φιλάει στα αλήθεια.

Και τα φτιάχνουν. Και θα αρχίσουν να ζουν και μαζί. Και για πάρα πολύ ώρα στην ταινία χαίρονται τον έρωτά τους, ή τη φάση τους εν πάση περιπτώσει, και για πάρα πολύ ώρα θα βλέπουμε μόνο αυτό: να περνάνε ωραία, να κάνουν έρωτα, να μεθάνε, να είναι μαζί καλά. Και τα βλέπω όλα αυτά και σχεδόν βαριέμαι. Και τα βλέπω όλα αυτά και σχεδόν δυσανασχετώ. Και πρέπει να αρχίσουν επιτέλους κάποια στιγμή να αρχίσουν να εμφανίζονται και τα σύννεφα στον ορίζοντα, και πρέπει να αρχίσουν επιτέλους κάποια στιγμή να αρχίσουν να εμφανίζονται και τα προβλήματα στη σχέση τους, για να πάψω να είμαι αρνητικός απέναντι στην ταινία, για να αρχίσω να συντονίζομαι με το αγόρι και το κορίτσι, με τη σχέση τους, με την ιστορία τους, με την ιστορία για την οποία βρίσκω επιτέλους λόγο ύπαρξης και λόγο ανάγκης να την αφηγηθεί κανείς.

Και την επόμενη ή τη μεθεπόμενη μέρα αναρωτιέμαι: πόσο φακντ απ είναι αυτό, πόσο φακντ απ είναι αυτή η στάση; Κι αν είναι, αφορά εμένα μόνο ή γενικά έτσι είμαστε ως θεατές, αναγνώστες και ακροατές ιστοριών; Μπορεί να μας συνεπάρει μια ιστορία σκέτης ευτυχίας και σκέτης χαράς; Μπορoύν η σκέτη ευτυχία και η σκέτη χαρά να φτιάξουν μια ιστορία; Ή από τη φύση τους οι ιστορίες χρειάζονται ως συστατικό τους στοιχείο το πρόβλημα, την αναποδιά, τη δυσκολία;

Εμείς οι ίδιοι όταν μας ρωτάνε πώς είμαστε και είμαστε στα αλήθεια καλά, έχουμε να διηγηθούμε πολλές λεπτομέρειες; Όταν αντίθετα, δεν είμαστε καλά, δεν είναι ακριβώς που έχουμε μόνοι μας ανάγκη να μιλήσουμε για τα αίτια, για τις αφορμές, δεν έχουμε ακριβώς κι εμείς οι ίδιοι ανάγκη να συνθέσουμε σε μια ιστορία όλα αυτά που δεν είναι πια καλά, μήπως ακριβώς μπορέσουμε και τα καταλάβουμε και εμείς και οι άλλοι;

Δεν θα είναι ταινία, δεν θα είναι βιβλίο, μπορεί να είναι απλά και μόνο μια συζήτηση με φίλους, πάντως θα έχουμε να πούμε μια ιστορία. Η ιστορία θα έχει γεννηθεί από αυτό που έπαψε πια να πηγαίνει καλά. Αν τα πράγματα εξακολουθούν να πηγαίνουν καλά, δεν έχεις να πεις ιστορίες, η ιστορία σου συμπυκνώνεται λίγο πολύ σε αυτό το «καλά», στο «είμαι καλά», στο «είμαστε καλά».

Ένα από τα βασικά χαρίσματα του “Suntan“, της προηγούμενης ταινίας του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου, ήταν ότι η ιστορία του βασικού ήρωα πατούσε πάρα πολύ γερά στον τόπο που διαδραματιζόταν, η Αντίπαρος είχε κινηματογραφηθεί και ως η χειμερινή αραιοκατοικημένη επαρχία και ως οικοδέσποινα του ελληνικού καλοκαιριού. Ο τόπος του “Suntan” σου έδινε την αίσθηση μιας αυθεντικότητας, που ο τόπος του “Monday” εμένα τουλάχιστον δεν μου την έδωσε. Ήταν σαν το αγόρι και το κορίτσι να ζουν την αρχή της ιστορίας τους σε ένα μέρος όχι ακριβώς ρεαλιστικό, σε μια εκδοχή της Αθήνας γενικά, αλλά και της Κυψέλης ειδικότερα, εξωραϊσμένης και υπερβολικά φιλτραρισμένης για να μοιάζει σέξι, με έναν τρόπο τουριστικά ημιπαραμυθένιο.

Kαι στο “Wasted Youth” και στο “Suntan” ο Παπαδημητρόπουλος μίλησε εκτός των άλλων για τη διαφορά ανάμεσα στα πολύ νιάτα και τη μέση ηλικία, για το πόσο ανάλογα και με την ηλικία η δίψα για ζωή και η ορμή για ζωή μπορούν να ειδωθούν ως ξόδεμα ή ως ιδανικό. Στο “Μοnday” το ζευγάρι των ηρώων του δεν έχει φτάσει ακόμα στη μέση ηλικία, αλλά δεν είναι και στα πρώτα του νιάτα. Η μέση ηλικία είναι πιο κοντά στον ορίζοντά του απ’ ό,τι ήταν τα πρώτα του νιάτα. Έχει ανάγκη να συνεχίσει να ζει σαν να μην υπάρχει αύριο, σαν να είναι διαρκώς Παρασκευή και το αύριο να είναι Σάββατο, αλλά η Δευτέρα μπροστά του δεν είναι μόνο υποχρέωση, δεν είναι μόνο αποδοχή υποχρεώσεων ηλικίας, δεν είναι μόνο συνθηκολόγηση για ένα πάρτι που δεν μπορεί να κρατάει για πάντα, δεν είναι μόνο στέρηση ελευθερίας: η Δευτέρα μπροστά του μπορεί υπό προϋποθέσεις να είναι και το αγκάλιασμα ενός επόμενου σταδίου της ζωής τους, ενός σταδίου πιο δεσμευτικού και λιγότερα ελεύθερου, αλλά από την άλλη πλευρά και γεμάτου από ανταμοιβές, νόημα και αγάπη.

Σύμφωνοι, σε κάθε ιστορία και σε κάθε ταινία, ο καθένας προβάλλει στις ιστορίες των ηρώων, στα λόγια των ηρώων, στις σιωπές των ηρώων και στα βλέμματα των ηρώων όσα δικά του θέλει να προβάλλει, προσωπικά λοιπόν βλέπω το ζευγάρι των ηρώων στη Δευτέρα που ξημερώνει ως ένα ζευγάρι που μπορεί να κοιτά προς την ίδια κατεύθυνση, όχι με φρίκη, όχι με υποκρισία, αλλά με ελπίδα και όραμα. Κι αν άλλοι θεατές βλέπουν τα αντίθετα από όσα βλέπω εγώ, αυτό πρέπει να πιστωθεί στον Παπαδημητρόπουλο, ακριβώς γιατί δημιούργησε μια ιστορία που επιτρέπει τη διαφορετική ανάγνωση της ίδιας κρίσιμης σκηνής, των ίδιων κρίσιμων βλεμμάτων.

Εν τέλει το “Monday” δεν αρνείται τον φόβο της ενηλικίωσης, δεν αρνείται την ανάγκη να μπορείς να παραμένεις ελεύθερος, ζωντανός, γυμνός, αλλά λέει με τον δικό του τρόπο, πως ενήλικος δεν είναι εκείνος που αφοσιώνει όλη τη ζωή του στο πρωινό της Δευτέρας, αλλά εκείνος που όταν έρθει το πρωινό είναι εκεί, είναι παρών, είναι έτοιμος να αναλάβει τον ρόλο που του αναλογεί αυτήν τη μέρα της εβδομάδας, αυτή την ηλικιακή περίοδο της ζωής του.