Το όνομα των βαθύπλουτων Ελβετο-Εβραίων ασκενάζι Γκούγκενχαϊμ είναι συνδεδεμένο με τις επιχειρήσεις και την τέχνη. Κοσμεί κάποια από τα πιο διάσημα μουσεία του κόσμου, όπως αυτό του Μπιλμπάο και της Νέας Υόρκης που φέτος συμπληρώνει τα 60 του χρόνια.

Γεννημένος το 1861, στους κόλπους μιας βαθύπλουτης οικογένειας, ο Σόλομον Γκούγκενχαϊμ, ήταν από νέος παθιασμένος με την τέχνη. Άρχισε να συλλέγει έργα των old masters από το 1890. Μετά τον Πρώτο παγκόσμιο Πόλεμο, το 1919, αποσύρθηκε από τις επιχειρήσεις για να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη συλλογή έργων τέχνης. Το 1929 με την καθοδήγηση της καλλιτέχνιδος Χίλα Ρέμπαϊ, άρχισε να συλλέγει μοντέρνα τέχνη και όταν το 1930 επισκέφτηκαν το στούντιο του Βασίλι Καντίνσκι στο Ντεσάου της Γερμανίας, ο Γκούγκενχαϊμ άρχισε να αγοράζει το έργο του Καντίνσκι, περισσότερα από 50 έργα του. Την ίδια χρονιά, άρχισε να προβάλλει τη συλλογή στο κοινό στο διαμέρισμά του στο Plaza Hotel στη Νέα Υόρκη.

Το 1937 ίδρυσε το Solomon R. Guggenheim Foundation και εκεί τοποθέτησε τη συλλογή του.  Σκοπός του ιδρύματος ήταν η «προώθηση, ενθάρρυνση και εκπαίδευση στην τέχνη και η διαφώτιση του κοινού». Το πρώτο μουσείο Γκούγκενχαϊμ, άνοιξε τις πόρτες του σε ενοικιασμένα κτίρια στην 24 East 54th Street στη Νέα Υόρκη, ως «Το Μουσείο Αφηρημένης Ζωγραφικής» και εξέθετε τους πρώιμους μοντερνιστές, ενώ η συλλογή του μεγάλωνε συστηματικά και με έργα των Μαρκ Σαγκάλ, Ρομπέρ Ντελονέ, Φερνάντ Λεζέ, Αμεντέο Μοντιλιάνι και Πάμπλο Πικάσο. Με τη συλλογή να μεγαλώνει διαρκώς, ο Γκούγκενχαϊμ και η Ρέμπαϊ ζήτησαν από τον αρχιτέκτονα Φρανκ Λόιντ Ράιτ το 1943 να σχεδιάσει ένα κτίριο ως μόνιμη έδρα της συλλογής. «Θέλω ένα ναό του πνεύματος, ένα μνημείο!», έγραψε στην επιστολή της η Ρέμπαϊ, που ήταν και η πρώτη διευθύντρια του ιδρύματος.

Μετά από 15 χρόνια και 749 σχέδια και άπειρα προσχέδια δημιουργήθηκε το μουσείο που άρχισε να κατασκευάζεται στη γωνία της 89ης Οδού και της 5ης Λεωφόρου, με θέα το Σέντραλ Παρκ. Το κτίριο που σχεδιάστηκε από τον Αμερικανό αρχιτέκτονα Φρανκ Λόιντ Ράιτ θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα αρχιτεκτονικά επιτεύγματα του 20ού αιώνα.

Το μουσείο λειτούργησε το 1959 και πήρε το όνομα του ιδρυτή του, Σόλομον Ρ. Γκούγκενχαϊμ. Οι δυο άνδρες που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην κατασκευή του μουσείου δεν το είδαν ποτέ ολοκληρωμένο. Ο Σόλομον Γκούγκενχαϊμ είχε πεθάνει δέκα χρόνια νωρίτερα και έξι μήνες πριν ανοίξει στο κοινό το μουσείο πέθανε και ο Ράιτ. Το μουσείο, που τελικά η κατασκευή του άρχισε το 1956, άνοιξε τον Οκτώβριο του 1959 περιέχει στη μόνιμη συλλογή του έργα διάφορων καλλιτεχνικών ρευμάτων, όπως του Ιμπρεσιονισμού, του Μεταϊμπρεσιονισμού και της Μοντέρνας τέχνης, ενώ φιλοξενεί ειδικές εκθέσεις κατά τη διάρκειας της χρονιάς.

Από το 1992 έως το 1993 έγιναν εκτεταμένες προσθήκες χώρων ενώ κατά την τριετία 2005-2008 πραγματοποιήθηκαν έργα συντήρησης στο εξωτερικό του μουσείου. Το 2008, το Μουσείο Solomon R. Guggenheim χαρακτηρίστηκε Εθνικό Ιστορικό Ορόσημο. Η κυκλική ράμπα στο εσωτερικό του είναι ένα από τα στοιχεία που έκαναν το νεοϋορκέζικο μουσείο διάσημο σε όλο τον κόσμο, ενώ το κτίριο ανακηρύχθηκε μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO το 2019 ως το σημαντικότερο κτίριο της όψιμης καριέρας του Ράιτ. Πρόκειται για ένα μνημείο του μοντερνισμού, με τη σπειροειδή ράμπα που οδηγεί σε θολωτό φεγγίτη, να συνεχίζει να συναρπάζει τους επισκέπτες και να προσφέρει ένα μοναδικό φόρουμ για την παρουσίαση της σύγχρονης τέχνης.

Σήμερα, το διεθνώς αναγνωρισμένο μουσείο τέχνης είναι ταυτόχρονα ένα ζωτικό πολιτιστικό κέντρο, ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα και η καρδιά ενός διεθνούς δικτύου μουσείων. Οι επισκέπτες μπορούν να απολαύσουν ειδικές εκθέσεις σύγχρονης τέχνης, διαλέξεις από καλλιτέχνες και κριτικούς, παραστάσεις και κινηματογραφικές προβολές, μαθήματα για εφήβους και ενήλικες και καθημερινές ξεναγήσεις στις γκαλερί υπό την καθοδήγηση εκπαιδευτών του μουσείου.