Σε δύο άκρες του μεγάλου αθηναϊκού κέντρου, το Παγκράτι και την Κυψέλη, που η καθεμιά τους σχετικά πρόσφατα υποδέχτηκε στη γειτονιά της μια νέα θεατρική στέγη (το Skrow και το Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων, αντίστοιχα) ανεβαίνουν δύο έργα που, με εντελώς διαφορετικό τρόπο το καθένα, αρθρώνουν ή προσπαθούν να αρθρώσουνπολιτικό λόγο και εγείρουν, άθελά τους, ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για τον τρόπο με τον οποίο τοποθετούμαστε, καλλιτέχνες και θεατές, απέναντι στην πολιτική πραγματικότητα, στην Ελλάδα της κρίσης και στην παγκόσμια ανθρωπιστική κρίση.

Από τη μια, ο Βασίλης Μαυρογεωργίου γράφει και σκηνοθετεί την «Μπετονένια παραλία», στα χνάρια ενός μελλοντολογικού θρίλερ επιστημονικής φαντασίας, που τοποθετείται στην Αθήνα του 2088. Από την άλλη, ο Μιχάλης Κοιλάκος σκηνοθετεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα την «Ανεπίδεκτη διόρθωσης» (2007), το έργο του Stefano Massini, που αναφέρεται στη δράση της ακτιβίστριας Ρωσίδας δημοσιογράφου Άννας Πολιτκόφσκαγια, που δολοφονήθηκε στην είσοδο του σπιτιού της το 2006. Από τη μια, ένα φανταστικό, απίθανο, μακρινό μέλλον, από την άλλη η ρεαλιστική πραγματικότητα του πρόσφατου παρελθόντος.


Μπετονένια παραλία, Skrow Theatre

Ο Μαυρογεωργίου μετουσίωσε τις ανησυχίες του σε ένα έργο που φέρει ξεκάθαρες αναφορές στο «1984» του Όργουελ και που, παράλληλα, δανείζεται γνώριμα μοτίβα από τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Στην εξαθλιωμένη Ελλάδα του 2088, η Αθήνα προβάλλεται ως ένας επίγειος παράδεισος. Εκεί, αν είσαι χρήσιμος για το καθεστώς, μπορείς να έχεις ό,τι επιθυμείς: καλή δουλειά, χρήματα, ένα ωραίο σπίτι, αυτοκίνητο με αυτόματο πιλότο, πλήρως προγραμματισμένες βιονικές πόρνες-συντρόφους προς ικανοποίηση κάθε σου επιθυμίας, ακόμη και ένα βιντεοκορμί προκειμένου να σε εκπροσωπεί σε οποιαδήποτε συνάντηση δεν μπορείς να παραστείς ο ίδιος. Αρκεί να έχεις υπογράψει το «συμβόλαιο», που ορίζει ότι πρέπει να είσαι χρήσιμος για το καθεστώς· υπάκουος και αποδοτικός. Αν πάψεις να είσαι χρήσιμος, τότε το καθεστώς παύει να σου χορηγεί το «χάπι» και έτσι σιγά-σιγά γυρνάς στην πρότερή σου κατάσταση, ξαναγίνεσαι το ζώο από το οποίο προήλθες εκατομμύρια χρόνια πριν. Σε αυτό το περιβάλλον ζει και ασφυκτιά ο κεντρικός ήρωας του έργου, αποζητώντας μια αληθινή ζωή, αληθινούς ανθρώπους και αληθινά αισθήματα, ενώ μια άγνωστη γυναίκα στοιχειώνει τα όνειρά του. Όταν από ευνοούμενος του καθεστώτος ο ήρωας καταλήξει ανεπιθύμητος και καταδιωκόμενος, χωρίς δουλειά, χωρίς σπίτι, χωρίς χάπι, θα καταφύγει στο Μουσείο Ανθρώπινης Ιστορίας, όπου εκτίθενται παγωμένα απολιθώματα ανθρώπων προηγούμενων εποχών. Εκεί, στο πρόσωπο μιας γυναίκας του 20ού αιώνα θα αναγνωρίσει τη γυναίκα των ονείρων του, η οποία μετά από ένα ατύχημα θα αναστηθεί. Οι δυο τους, κυνηγημένοι, θα χαθούν οδηγώντας έξω από την πόλη, έξω από τα όρια της μπαζωμένης Ομόνοιας.

Ενδιαφέρουσα ως πρόθεση, η «Μπετονένια παραλία» διεκδικεί λόγω είδους και μια ιδιαίτερη θέση στην ελληνική δραματουργία που γέννησε η κρίση, η οποία δεν είναι πολυάριθμη ούτως ή άλλως. Αν αναλογιστούμε ότι τα θεατρικά αντανακλαστικά μας απέναντι στην τρέχουσα πραγματικότητα παίρνουν περισσότερο τη μορφή επινοημένου θεάτρου και performances, πόσα «κανονικά» θεατρικά έργα μπορούμε να πούμε ότι γέννησε η τελευταία τριετία-τετραετία; (Σε μια πολύ γρήγορη ανασκόπηση, στεκόμαστε σίγουρα στα δύο μονόπρακτα των Γιάννη Τσίρου και Λένας Κιτσοπούλου, που παίχτηκαν υπό τον κοινό τίτλο «Ο ξένος», στην πρωτοβουλία του Θεάτρου Τέχνης για την ελληνική δραματουργία, από όπου προέκυψαν τα -και φέτος παιγμένα- «Αλμανάκ» και «Ασκήσεις για γερά γόνατα», ή στα πολύ πρόσφατα «Αίματα» του Ευθύμη Φιλίππου.) Από εκεί και πέρα όμως, το έργο φαίνεται να έχει κάποιες δραματουργικές αδυναμίες όσον αφορά την οικονομία και τη γραφή και το εγχείρημα του Μαυρογεωργίου δεν δικαιώνεται σκηνικά στο βαθμό που προδιαθέτει η φιλόδοξη και έξυπνη αρχική ιδέα. Κι αυτό γιατί, για κάποιον λόγο, παρά τη γρήγορη σκηνοθεσία, παρά τις όχι λίγες σκηνικές και τεχνολογικές ιδέες και λύσεις προκειμένου να εξυπηρετηθεί το είδος της επιστημονικής φαντασίας, παρά την ικανοποιητική χρήση του χώρου και το λειτουργικό σκηνικό, η παράσταση περισσότερο αφήνει στον θεατή μια αίσθηση διασκέδασης μπροστά σε μια μελλοντική ουτοπία παρά του δημιουργεί αισθήματα ανησυχίας απέναντι στην -έστω και απίθανη- προοπτική ενός απειλητικού μελλοντικού αυταρχισμού.


Ανεπίδεκτη διόρθωσης, Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων

Το έργο του Stefano Massini, από την άλλη, δεν έχει τίποτα φανταστικό στη σύλληψή του. Η δραματουργία εξυπηρετεί τις ανάγκες ενός θεάτρου που λειτουργεί ως ντοκουμέντο, ως σκηνική αναβίωση μίας πραγματικής βιογραφίας· αυτή της Άννας Πολιτκόφσκαγια, της Ρωσίδας δημοσιογράφου που αφιερώθηκε στις έρευνες για τον πόλεμο με την Τσετσενία και ήρθε σε σύγκρουση με το Κρεμλίνο λόγω των αποκαλύψεων και του δριμύ «κατηγορώ» της ενάντια στην κυβέρνηση Πούτιν για τις πρακτικές που χρησιμοποιήθηκαν και τα εγκλήματα που συντελέστηκαν. Ο συγγραφέας έχει δομήσει το έργο με επίκεντρο την ηρωίδα, αφήνοντας τους υπόλοιπους σύντομους ρόλους στις πλάτες ενός ηθοποιού. Το έργο είναι, στην πραγματικότητα, η φωνή της δημοσιογράφου, μέσα από τις αφηγήσεις της ή τις σύντομες σκηνές που μοιράζεται με τους «συμπρωταγωνιστές» της Ιστορίας. Ο συγγραφέας επεμβαίνει μόνο σε ό,τι αφορά την επιλογή των σταθμών από τη δράση της ηρωίδας που θα λάβουν σκηνική υπόσταση: στα μοναχικά της βράδια μακριά από την οικογένειά της, στις αδιανόητες δυσκολίες που πέρασε για τις ανάγκες των ρεπορτάζ, στη διαπραγμάτευσή της με τους Τσετσένους που κατέλαβαν τον Οκτώβρη του 2002 το θέατρο Ντουμπρόβκα (ίσως το πιο προβεβλημένο παγκοσμίως γεγονός από τη δράση των Τσετσένων αυτονομιστών), στην εικονική εκτέλεσή της…

Σε αυτή την περίπτωση, η παράσταση δεν προδίδει τις προθέσεις της. Η σκηνοθεσία είναι σφιχτή, το -και εδώ παρόν- ηλεκτρονικό περιβάλλον απολύτως λειτουργικό, η ερμηνεία της Τάνιας Παλαιολόγου εσωτερική και ουσιαστική. Η παράσταση πληροφορεί, προβληματίζει και παράλληλα δικαιώνεται ως αυτόνομο έργο τέχνης. Το κοινό ανταποκρίνεται, η μικρή αίθουσα γεμίζει, οι παραστάσεις παρατείνονται. Ευτύχημα, φυσικά, τόσο για την τύχη της παράστασης στο σύγχρονο θεατρικό τοπίο όσο και για την απήχηση του περιεχομένου της. Οπότε όλα καλά ή τώρα είναι που γεννιέται μια σειρά ερωτηματικών;

Το έργο του Μassini φαίνεται να προέκυψε σαν άμεσο αντανακλαστικό στη δολοφονία της δημοσιογράφου, γράφτηκε μόλις τον επόμενο χρόνο. Εδώ χρειάστηκαν εφτά χρόνια ώσπου να βρει στέγη, μάλιστα έξω από την κατεστημένη θεατρική πιάτσα. Άραγε, πόσοι από τους θεατές γνώριζαν εκ των προτέρων για την Άννα Πολιτκόφσκαγια -δηλαδή για όσα έφερε στο φως και για την κατάληξή της- και πόσοι έμαθαν όσα έμαθαν παρακολουθώντας την παράσταση; Μήπως το κοινό της παράστασης αποτελείται κυρίως από τους πρώτους, τους ενημερωμένους και «συνειδητοποιημένους» θεατές; Αν, πάλι, υπερτερούν οι δεύτεροι, τι τους έστρεψε σε αυτήν την παράσταση; Η επιθυμία για πληροφόρηση; Όταν ένα κλικάρισμα στο google παρέχει χιλιάδες περισσότερα δεδομένα για το θέμα, ποιος λόγος μας στρέφει στη δια του θεάτρου παίδευση; Η γοητεία και αμεσότητα της τέχνης που μπορεί να συνδυάσει το τερπνόν μετά του ωφέλιμου, η ευκαιρία να καλύψουμε μερικά κενά γνώσεων ή το βολικό άλλοθι που αποκτούμε ως «ενεργητικοί θεατές» πια κόντρα στην κατά τ’ άλλα εκκωφαντική παθητικότητά μας; Πολλά τα ερωτήματα, αμήχανες οι απαντήσεις…

Info: Η «Μπετονένια παραλία» παρουσιάζεται στο Skrow Theatre μέχρι τις 4/1, ενώ η «Ανεπίδεκτη διόρθωσης» στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων μέχρι τις 2/12