Φοράω το καλό μου, το σοβαρό μου, το χαμόγελο. Γυαλίζω την άκρη από το παπούτσι μου. Παίρνω μια διαφραγματική αναπνοή. Και μπαίνω στο ρινγκ. Της εργασιακής μάχης. Για μια υψηλόβαθμη θέση σε πολυεθνική. Θα μείνω αλώβητος. Ψύχραιμος. Κυνικός. Cool και ατάραχος. Συνεργατικός (σίγουρα θα ζητηθεί). Και killer (και αυτό θα ζητηθεί). Θα είμαι, για την ακρίβεια, ο πιο συνεργατικός, ο πιο φιλεύσπλαχνος killer που έχεις φανταστεί. Θα αντέξω. Ό,τι κι αν συμβεί. Ναι, είμαι ο άνθρωπος-μηχανή!

Η Μέθοδος Γκρόνχολμ (2003), αυτό το πολυβραβευμένο έργο του Καταλανού συγγραφέα Τζόρντι Γκαλθεράν ξεκινά από αυτή τη στιγμή, από το προσωπικό «ντοπάρισμα», δηλαδή, ενός υποψηφίου λίγο πριν εκείνος εισέλθει σε μια συνέντευξη, μια από τις πιο δύσκολες και δυνάμει επώδυνες διαδικασίες που υφίστανται στον εργασιακό κόσμο. Η σκληρότητα στις εργασιακές σχέσεις, αλλά και οι πολλαπλές μάσκες που φοράμε όλοι στην επαγγελματική μας ζωή βρίσκονται στο κέντρο του έργου, που επιστρέφει στην αθηναϊκή σκηνή 11 χρόνια μετά τη θριαμβευτική επιτυχία του πρώτου ανεβάσματος στο Θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου. Μια δουλειά που τότε είχε επαναληφθεί για 6 σεζόν, συμβάλλοντας καθοριστικά στην οικονομική ανόρθωση του Θεάτρου Τέχνης μέσα στην κρίση. Η εκδοχή που ανεβαίνει φέτος στο Θέατρο Άνεσις αποτελεί στην πραγματικότητα αναβίωση εκείνης της παράστασης: την επιμέλεια της σκηνοθεσίας αναλαμβάνει ο Γιάννης Μόσχος, ενώ διατηρούνται και οι περισσότεροι από τους συντελεστές της.

Από το Δύο μέρες, μία νύχτα των αδελφών Νταρντέν και το Toni Erdmann της Μάρεν Άντε ως το The Corporation των Μαρκ Άκμπαρ και Τζένιφερ Άμποτ ή το Contractions του Μάικ Μπάρτλετ, οι απάνθρωπες συνθήκες εργασίας σε εταιρείες και η ασφυξία και οι στρεβλώσεις που προκαλούν στον άνθρωπο-εργαζόμενο φαίνεται να τροφοδοτούν ολοένα και περισσότερους δημιουργούς στο θέατρο και το σινεμά. Στη Μέθοδο Γκρόνχολμ παρακολουθούμε τέσσερις υποψηφίους στην τελική φάση επιλογής για μία θέση ανώτατου στελέχους σε μια πολυεθνική. Συναντιούνται σε μια κλειστοφοβική αίθουσα με τα γνωστά, ψυχρά, ανακριτικά φώτα οροφής (λίγο παραπέρα από το Άνεσις, στον Πύργο των Αθηνών τα παρατηρείς τα βράδια να είναι ανοιχτά μέχρι αργά…) και υποβάλλονται στις τελευταίες δοκιμασίες. Μόνο που οι υπεύθυνοι επιλογής προσωπικού δεν είναι παρόντες. Ή τουλάχιστον μοιάζει να μην είναι παρόντες. Μαύρα κουτιά ανοίγουν και μέσα σε φάκελο περιέχουν τις οδηγίες για το επόμενο …παιχνίδι-δοκιμασία. Οι υποψήφιοι κοιτούν και μιλούν σε αόρατους «κριτές», η φωνή και το βλέμμα ταξιδεύουν αόριστα σε διάφορες κατευθύνσεις σε αυτόν τον χώρο-κουτί. Ο ρεαλισμός συναντά το παράλογο σε ένα έργο που, όπως έχει ήδη επισημανθεί από τη διεθνή κριτική, έχει κάτι από το σαρτρικό Κεκλεισμένων των θυρών, αλλά και τον ακραίο ανταγωνισμό στο Glengarry Glen Ross του Μάμετ.

Οι δοκιμασίες θυμίζουν μοτίβα ή παραλλαγές γνωστών παιχνιδιών ή ασκήσεων: η πρώτη δοκιμασία, για παράδειγμα, που καλεί τους υποψηφίους να καταλάβουν ποιος από τους τέσσερις δεν είναι αληθινός υποψήφιος αλλά μέλος του προσωπικού επιλογής της εταιρείας, τους ωθεί να αναπτύξουν τακτικές που χρησιμοποιούν οι παίχτες στο «Παλέρμο». Ή το παιχνίδι που ζητά από τους υποψηφίους να πείσουν μέσα από έναν λόγο παραπέμπει στις τεχνικές του ‘Impromptu’. Ας μην ξεχνιόμαστε όμως: καμία αθωότητα δεν έχουν αυτές οι δοκιμασίες, καμία νοσταλγία, τίποτα φωτεινό. Άλλωστε, είναι γνωστό: από τον Κιούμπρικ μέχρι τον Χάνεκε και τον Άλμπι η βία θριαμβεύει μέσα από τον μανδύα του παιχνιδιού. Ο στόχος είναι, μέσα από φαινομενικά παιγνιώδεις διαδικασίες, να «σπάσουν» οι υποψήφιοι, να ραγίσουν, να αναδυθούν όλες οι αδυναμίες τους, ό,τι μπορεί να τους καταστήσει αναποτελεσματικούς. Ο Δαρβίνος είναι εδώ: θα επιβιώσει ο πιο σκληρός. «Φυσική επιλογή/Νatural selection», ήταν, άλλωστε, ο τίτλος εργασίας του έργου, όπως έχει δηλώσει ο συγγραφέας του.

Ο Γκαλθεράν εμπνεύστηκε το κείμενο από μια πραγματική ιστορία. «Σε ένα δοχείο απορριμμάτων στη Βαρκελώνη βρέθηκε μια σειρά εγγράφων στα οποία ένας υπάλληλος του τμήματος προσωπικού αλυσίδας σουπερμάρκετ είχε σημειώσει τις εντυπώσεις του για τους πιθανούς υποψηφίους για τη θέση του ταμία. […] Εκείνος ο υπάλληλος είχε τη δύναμη να τους δώσει ή να τους αρνηθεί μια θέση εργασίας και αυτό τον νομιμοποιούσε να είναι σκληρός, αδυσώπητος», σημειώνει ο συγγραφέας. Η Μέθοδος Γκρόνχολμ ενσωματώνει τη βία της εξουσίας με έναν τρόπο που ισορροπεί ανάμεσα στη μαύρη κωμωδία και το ψυχολογικό θρίλερ.

Η σκηνοθεσία επενδύει στο σαρκαστικό χιούμορ, δημιουργεί ένα διαρκώς κλιμακούμενο αίσθημα απομόνωσης και αδιόρατης απειλής, επικαιροποιεί στοιχεία, δεν προδίδει τις ανατροπές, καθοδηγεί τους ηθοποιούς σε πειστικές ερμηνείες.

Mια χορταστική παράσταση που αναδεικνύει ένα ευφυέστατο έργο

Η έμφαση, ωστόσο, δεν είναι τόσο στις μεθόδους της εταιρείας, αλλά στο πώς ο κάθε υποψήφιος διαχειρίζεται ό,τι του ζητείται να πράξει. Η μπίλια είναι στο τραπέζι. Το παιχνίδι προϋποθέτει ακόμη και την ταπείνωσή σου. Το ξέρεις. Επιλέγεις να παίξεις. Έχεις ευθύνη. Γιατί είσαι εκεί.

Έτσι: ο Ορφέας Αυγουστίδης (ο μόνος εκ των τεσσάρων που δεν έπαιζε στην αρχική παράσταση του Τέχνης, τον ρόλο είχε υποδυθεί τότε ο Γιώργος Καραμίχος), είναι ο πιο κυνικός, ο πιο αλαζών, ο πιο φλεγματικός από τους τέσσερις, «ένας σκατόμαγκας που νομίζει ότι μπορεί να λέει ό,τι του ‘ρθει στο κεφάλι», ένας αντιπαθητικός άνθρωπος που επιτίθεται για να κρυφτεί, χωρίς να γνωρίζει όμως ότι η επιθετικότητα στρέφεται τελικά εναντίον εκείνου που την εκφράζει. Η Βίκυ Παπαδοπούλου-Μερσέδες πλάθει μια γυναίκα που έχει τις ρωγμές της, αμφιταλαντεύεται όταν βιώνει την απώλεια για να μας ξαφνιάσει χωρίς έλεος στο φινάλε. Ο Χρήστος Σαπουντζής ως Ενρίκε αναδεικνύει μια suis generis πλευρά του ρόλου του, χωρίς να μας πείθει ποτέ ότι είναι μόνο υποψήφιος, ενώ ο Πέτρος Λαγούτης-Κάρλος έχει μεγαλύτερο περιθώριο στην ανάπτυξη του πιο εκκεντρικού προσώπου στη role playing συνθήκη του έργου. Οι τέσσερις αναπτύσσουν καλή χημεία, ωστόσο, είναι φανερό ότι ο Αυγουστίδης-Φερνάντο –ίσως και λόγω ρόλου– «ξεφοντάρει». Στο τέλος της παράστασης είχα μάλιστα την αίσθηση ότι θα μπορούσε όλη η ιστορία να είναι ιδωμένη μέσα από τα δικά του μάτια. 

Βγαίνοντας από το θέατρο, η παράσταση σε ωθεί να αναρωτηθείς: Σε τι παιχνίδια έχεις συναινέσει στην επαγγελματική και προσωπική σου ζωή; Πόσες φορές χρειάστηκε να υποστείς μια χυδαία ερώτηση ή μια ατιμωτική συνθήκη; Τι μπορεί να κρύβει ο κυνισμός; Πώς ορίσαμε την επιτυχία στη ζωή; Και γιατί η ανθρωπιά θεωρείται αδυναμία; Ερωτήσεις επείγουσες που δικαιώνουν απολύτως το εγχείρημα. Η Μέθοδος Γκρόνχολμ στην παρούσα της εκδοχή είναι μια χορταστική παράσταση που αναδεικνύει ένα ευφυέστατο έργο. Και σε καλεί να φανερώσεις «τη μάσκα που κρύβεις, κάτω από τη μάσκα που φοράς/Πριν σε τρομάξει το τραγούδι και φύγεις/Προτού χαθείς στην αγκαλιά μιας σκιάς».

Ιnfo παράστασης:

Μέθοδος Γκρόνχολμ | 16 Οκτωβρίου 2019 – 31 Ιανουαρίου 2020 | Θέατρο Άνεσις