Οι Νεφέλες του Δήμητρη Καραντζά είναι μια παράσταση πάλλουσας θεατρικότητας σε έναν δρόμο αισθητικής ανανέωσης του Αριστοφάνη. Εκπληκτικοί ηθοποιοί με την απαραίτητη χημεία για την παραγωγή κωμικού αποτελέσματος, ένα σκηνικό που ενεργοποιεί σκέψεις καθώς μεταμορφώνεται, μια μετάφραση (Γιάννης Αστερής) με το χάρισμα της μουσικής. Αρκούν όμως αυτά; Προφανώς όχι. Ιδιαίτερα όταν έχει να κάνει κανείς με το έργο που θεωρείται ο άλυτος γρίφος της αριστοφανικής δραματουργίας.

Στις Νεφέλες ο Στρεψιάδης, ένας άνθρωπος βουτηγμένος στα χρέη, αποφασίζει να πάει στον Σωκράτη και το Φροντιστήριό του για να ξεφύγει από τους δανειστές του, γιατί εκεί διδάσκουν λέει την τέχνη να νικάς στα δικαστήρια όσο άδικο και να έχεις. Ο Σωκράτης συστήνει στον Στρεψιάδη τις Νεφέλες, αυτές τις μοναδικές θεότητες των σοφιστών, που «γίνονται ό,τι θελήσουν». Έτσι, εκείνος αναζητά λύσεις στα …σύννεφα. Κι όταν, στο φινάλε του έργου, καλείται να αντιμετωπίσει με τη σειρά του τις συνέπειες της επιδέξιας-στρεβλής χρήσης του λόγου, οργισμένος, βάζει φωτιά στο Φροντιστήριο για να πάρει εκδίκηση.

Η συνήθης (συντηρητική) ανάγνωση του έργου –παρότι δεν στερείται αντιφάσεων– θέλει το παλιό να θριαμβεύει, τον Στρεψιάδη να αποκηρύσσει την απατηλή διδασκαλία των σοφιστών και την τάξη να αποκαθίσταται, έστω κάπως σκοτεινά, μέσα από την καταστροφή του Φροντιστηρίου. Ο Καραντζάς μοιάζει να απομακρύνεται από αυτήν την ερμηνεία, μάλλον σε μια απόπειρα να θέσει στο προσκήνιο τον άνθρωπο μπροστά στον εαυτό του. Η προσέγγισή του φαίνεται να βασίζεται στην ιδέα ότι οι Νεφέλες είναι ο καθρέφτης του καθενός μας. Όπως γίνονται ό,τι θελήσουν, γίνονται κι ό,τι θέλουμε να προβάλλουμε πάνω τους. Είσαι ό,τι βλέπεις. Ό,τι θέλεις να δεις. Ό,τι θέλεις να πράξεις. Οι Νεφέλες γίνονται ο καταλύτης μιας αυτογνωσίας. Ο Στρεψιάδης βλέπει στις Νεφέλες τον εαυτό του. Και, επειδή δεν του αρέσει αυτό που βλέπει, το καταστρέφει. Η στόχευση της σκηνοθεσίας είναι υπαρξιακή.

Ωστόσο, αυτή η ιδέα γίνεται οριακά ορατή στον θεατή μόνο λίγο πριν το τέλος της παράστασης. Τίποτα πιο πριν δεν τονίζει αυτήν την προσέγγιση. Ο Στρεψιάδης παρουσιάζεται αρχικά ως ένας αθώος χωριάτης, θύμα του γάμου του και ενός γιου που τον καταχρεώνει. Δεν βλέπουμε σημάδια του «κακού που έχει φωλιάσει μέσα του», όπως λένε αργότερα οι Νεφέλες. Δεν υπάρχουν ψήγματα φαυλότητας στον άνθρωπο που πιο μετά βλέπουμε να συμπεριφέρεται με αμείλικτη σκληρότητα. Και δεν υπάρχει καμία νύξη ότι η εικόνα που έχουμε για τον Σωκράτη και τις Νεφέλες περνά και μέσα από το βλέμμα του Στρεψιάδη. Μέχρι τότε η παράσταση κάνει επιμέρους σχόλια σε κάθε σκηνή που μοιάζουν μετέωρα στην επόμενη, σε στιγμές φτάνει σε σημεία λυρικής απογείωσης, μετά επανέρχεται στη γη και το μόνο που αχνά-αχνά αρθρώνεται είναι η σκέψη ότι το δίκαιο εναπόκειται στην υποκειμενική ματιά του καθενός. Ότι κάθε άποψη, κάθε στοχασμός έχει και μια ρωγμή. Από την οποία δεν μπαίνει αναγκαστικά …φως.

Είναι δύσκολο έργο οι Νεφέλες. Αιωρείται μεταξύ σάτιρας και επιχειρήματος. Γλιστράει μεταξύ ενός παλιού κόσμου καταδικασμένου στη συντήρηση κι ενός νέου που ενέχει στρεβλώσεις και σκοτεινιά. Ακολουθεί αλλόκοτες διαδρομές. Οι Νεφέλες που διδάσκουν την απάτη είναι ταυτόχρονα και αυτές που αποκαλύπτουν μια αλήθεια, θέτοντας τον Στρεψιάδη ενώπιον του εαυτού του. Από τον χειρισμό αυτής της αντίφασης-συνθήκης του κειμένου παράγεται το νόημα. Και εκτιμώ ότι, λόγω της φύσης του έργου, η οποιαδήποτε ανάγνωση για να σταθεί, χρειάζεται πιο τολμηρή δραματουργική και σκηνοθετική παρέμβαση. Για να μην κρεμιέται «το νόημα στον αέρα» και τραβάει μέσα της «η γη τη δροσιά της σκέψης».

Αυτό που σώζει το εγχείρημα είναι το ανσάμπλ των ηθοποιών του. Ακόμη κι αν δεν πολυκαταλαβαίνεις πού το πάει η παράσταση, είναι απόλαυση, για παράδειγμα, να ακούς τον Νίκο Καραθάνο να υμνεί τις Νεφέλες σαν να ίπταται κι ο ίδιος μαζί τους, να παρατηρείς τον Γιώργο Γάλλο να αντιστέκεται στη δύναμη της γείωσης, την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη να λιώνει σταδιακά μέσα στο χρυσοποίκιλτο φόρεμά της, τη Θεοδώρα Τζήμου να πετάει νικηφόρες ατάκες στον αέρα, τον Αινεία Τσαμάτη να μαστιγώνει με τον λόγο τον πατέρα του, τον Γιάννη Κλίνη να τραβάει τα βλέμματα όπου βρεθεί κι όπου σταθεί με μια αβίαστη κωμική φλέβα, τον Χρήστο Λούλη να συντονίζει ανεπαίσθητα το σύνολο, όπως θα έκανε ο …ποιητής. Το κωμικό δεν εκβιάζεται και στις καλύτερες στιγμές του προκύπτει από ένα ωραίο παραξένισμα και την άψογη λειτουργία συνόλου του θιάσου.

Η όψη της παράστασης (σκηνικά: Κλειώ Μπομπότη, κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη) υπογραμμίζει την έννοια της αέναης μεταμόρφωσης. Μια ποπ αισθητική κατασκευή (το Φροντιστήριο) στα χρώματα του ουρανού, δεσπόζει στον σκηνικό χώρο. Συντίθεται από συρτάρια-παράθυρα, που, καθώς ανοίγουν, μοιάζουν με πινακίδες προς διαφορετικούς ανεξερεύνητους προορισμούς, νύξεις για τις απεριόριστες διαδρομές της σκέψης και της ζωής. Τα κοστούμια υπηρετούν έναν ωραίο, αναπάντεχο ποπ σουρεαλισμό, φτιάχνοντας απροσδόκητες μορφές, ιδιαίτερα στα μέλη του Χορού: οι Νεφέλες μπορεί να έχουν κάτι από σταρ (από Μονρόε μέχρι Κάλλας) ή να είναι απλώς μια …αρκούδα.

Κι ενώ η «τρέλα» της παράστασης λειτουργεί καταπληκτικά στο ασφαλές επίπεδο της θεατρικότητας, την ίδια στιγμή προδίδει και την αμηχανία του Καραντζά να αρθρώσει κρυστάλλινα την προσέγγισή του τόσο σχετικά με την υπαρξιακή διάσταση, όσο και στο, εγγενές στο έργο, κομμάτι του ‘επιχειρήματος’. Σαν αποπροσανατολισμένη, η σκηνοθεσία στερείται αιχμής, ταλαντεύεται, γοητεύεται κάπως αόριστα από τη ζάλη του έργου, τυλίγοντας τελικά τον εαυτό της και τον θεατή στον άγονο στροβιλισμό της.