Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 το Σιδηροδρομικό Μουσείο της Αθήνας βρισκόταν στην οδό Σώκου, κοντά στην οδό Λιοσίων. Εδώ και λίγες ημέρες απέκτησε νέα έδρα. Το νέο Σιδηροδρομικό Μουσείο στον Πειραιά, εκεί όπου εκτίθενται ιστορικά βαγόνια, σπάνιο αρχειακό υλικό, στολές και φωτογραφίες από την καθημερινότητα των σιδηροδρομικών, ρολόγια, τηλεγραφικές και τηλεφωνικές μηχανές, πίνακες με τα δρομολόγια και όργανα που χρησιμοποιούσαν οι ιστορικές ατμάμαξες βρίσκεται στο παλιό μηχανοστάσιο του Πειραιά, στο ιστορικό κτήριο της Ροτόντας και εκεί που φέτος γιορτάζονται και τα 150 χρόνια ελληνικού σιδηρόδρομου.

Στον χώρο της Ροτόντας εκτός από τα σιδηροδρομικά εκθέματα εκτίθενται έργα φοιτητών και αποφοίτων της ΑΣΚΤ, τα οποία συμμετείχαν στον εικαστικό διαγωνισμό για τα «150 Χρόνια Ελληνικοί Σιδηρόδρομοι».

Με έδρα την ακμαία κάποτε βιομηχανική ζώνη του Πειραιά, η επισκευαστική βάση του σιδηροδρομικού δικτύου της χώρας λειτουργούσε από τα τέλη του 19ου αιώνα. Το κτιριακό συγκρότημα, στο οποίο ακόμα και σήμερα υπάρχουν μοναδικά δείγματα μηχανικού εξοπλισμού, αποτυπώνει και την ιστορία των σιδηροδρόμων στην Ελλάδα. Με επίκεντρο την Ροτόντα, δέσποζε στον Πειραιά, καθώς χάρη στο λιμάνι της η πόλη είχε πάρει ήδη τα πρωτεία της βιομηχανικής ανάπτυξης από τη Σύρο. Είναι η εποχή που στις τοποθεσίες Καμίνια και Λεύκα οι μεγάλες επιχειρήσεις αποκτούν φθηνή γη ενώ την εγκατάσταση και λειτουργία τους διευκόλυνε το βασιλικό διάταγμα που εκδόθηκε το 1864 και με το οποίο θεσμοθετήθηκε η πρώτη βιομηχανική ζώνη της χώρας.

Συγχρόνως με την ανάπτυξη της βιομηχανίας, το νέο μέσο που λεγόταν τρένο έκανε την εμφάνισή του το 1850, αλλά γενέθλιο έτος του σιδηρόδρομου θεωρείται το 1869 όταν παραδόθηκαν στην κυκλοφορία τα πρώτα 8,5 χλμ. γραμμής, που κάλυπτε την απόσταση ανάμεσα στον Πειραιά και το Θησείο. Χάρη στον Χ. Τρικούπη το 1882 εγκρίνονται τα σχέδια για τη δημιουργία ενός σιδηροδρομικού δικτύου 417 χλμ. που θα συνέδεε τα δυναμικά κέντρα παραγωγής της Πελοποννήσου και της Θεσσαλίας με τα πλησιέστερα λιμάνια. Η συμβολή του σιδηρόδρομου στην οικονομική ανάπτυξη έγινε γρήγορα αισθητή, αλλά με την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων το 1912 αναδείχθηκε και η εθνική του σημασία, που επιβεβαιώθηκε λίγα χρόνια αργότερα κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η ανάπτυξη του σιδηρόδρομου οδήγησε παράλληλα στην ανάγκη για τη λειτουργία υποδομών επισκευής των συρμών και ο πιο κατάλληλος χώρος ήταν η βιομηχανική ζώνη του Πειραιά. Σήμερα ο χώρος του νέου μουσείου απαρτίζεται από 12 διαφορετικά κτίσματα και υπαίθριες εγκαταστάσεις που βρίσκονται δίπλα σε βοηθητικές ράγες. Πέτρινα κτίσματα με φεγγίτες που επιτρέπουν την είσοδο του φυσικού φωτισμού στο εσωτερικό των εργασιακών χώρων από την ανατολή έως τη δύση του ήλιου, ένας εξοπλισμός άριστα διατηρημένος, σούστες και «κορσέδες» που χρησιμοποιούνταν έως το 1920 στη συντήρηση των τρένων, εργαλεία που χρονολογούνται από το 1940, άμαξες και κλινάμαξες, ιστορικά βαγόνια και σήματα τρένων είναι σήμερα εκτεθειμένα στην Ροτόντα, καθώς και οι καταπληκτικές ιστορικές μηχανές.

Εκεί υπήρχε το καμινευτήριο, το χυτήριο, το σύμπλεγμα των κτιρίων που στέγαζε εργασίες επισκευής οχημάτων, το λεβητοποιείο και η κατοικία του επιστάτη. Στην περίοδο ακμής του το συγκρότημα απασχολούσε πάνω από 350 ανθρώπους, δυναμικό που κάλυπτε όλες τις δραστηριότητες της σιδηροδρομικής εκμετάλλευσης: κυκλοφορία, συντήρηση και διοικητική υποστήριξη. Μηχανοδηγοί, θερμαστές, λεβητοποιοί, τεχνίτες, εφαρμοστές, ηλεκτρολόγοι, μηχανικοί, λαδάδες, χυτευτές, συνέθεταν μία καλοκουρδισμένη μηχανή που δούλευε αφανώς για την ασφαλή και αξιόπιστη μεταφορά ανθρώπων και αγαθών. Δεν ήταν δε λίγες οι φορές, που οι περιορισμένοι πόροι και η τεχνολογική υστέρηση σε σχέση με τη σιδηροδρομική Εσπερία, οδήγησαν τους ανθρώπους του Μηχανοστασίου Πειραιά σε ευρεσιτεχνίες που ακόμα και σήμερα παρουσιάζουν ιδιαίτερο τεχνικό ενδιαφέρον.

Στο χώρο κλέβει τις εντυπώσεις η Ροτόντα που αποτελεί μια σπάνια για τα ελληνικά δεδομένα, νεοκλασική κατασκευή ιδιαίτερου αρχιτεκτονικού κάλλους και διαθέτει 12 εισόδους/τροχιές, γνωστές ως μπούκες, οι οποίες εκτείνονται εντός του. Κατά τη λειτουργία της, η Ροτόντα χρησιμοποιούνταν για την εναπόθεση, επιθεώρηση και προετοιμασία των κινητηρίων μονάδων καθώς και για τον υποδαπέδιο έλεγχο εξαρτημάτων πλαισίου και φορείων, μέσω των λάκκων επιθεώρησης. Η αρχική μηχανοκίνητη περιστροφική πλάκα, διαμέτρου 13,60 μέτρων κατασκευάστηκε μαζί με τη Ροτόντα. Στα τέλη της δεκαετίας του ’30, με την παραλαβή μεγαλύτερων ατμαμαξών, διευρύνθηκε στα 20 μέτρα παίρνοντας τη μορφή στην οποία διατηρείται σήμερα. Το χαρακτηριστικό του στοιχείο είναι το αίθριο προς την εσωτερική πλευρά του, το οποίο στηρίζεται σε κολόνες με λιτά κιονόκρανα. Το μηχανοστάσιο του Πειραιά έπαψε να λειτουργεί από το 2005 και οι επισκευές γίνονται σε γειτονικούς χώρους που διαθέτουν υποδομές για σύγχρονα τρένα. Σήμερα μετά το άνοιγμά του, στεγάζει τα πρώτα πολύτιμα υλικά του νέου Μουσείου του Σιδηρόδρομου.