Θεατρολόγος, ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του ΑΠΘ, Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Πειραματικής Σκηνής της «Τέχνης». Με καθοριστική συνεισφορά στη θεατρική ζωή και παιδεία της Θεσσαλονίκης και της χώρας. Βλέμμα καθαρό, οξύνουν. Λόγος μεστός και νηφάλιος. Ο Νικηφόρος Παπανδρέου αντιπροσωπεύει μια στάση απέναντι στη σύγχρονη πολιτισμική πραγματικότητα που δεν αγνοεί τον οικονομικό βούρκο, αλλά δεν παύει και να κοιτάζει προς τα αστέρια. Για να επιβιώσει, ο πολιτισμός πρέπει να κάνει ένα βήμα πιο γρήγορο από τη φθορά. Και να διατηρήσει την ουσία και την ποιότητά του, επιμένοντας στον παιδαγωγικό και διαφωτιστικό του ρόλο. Μετά από μια μεγάλη περιπέτεια, από την περασμένη χρονιά, η Πειραματική Σκηνή είναι άστεγη. Περιπλανώμενος θίασος, στήνουν και ξεστήνουν κάθε φορά την παράστασή τους από την αρχή και, όπως ένας άλλος «Θίασος», δεκαετίες πριν, παρακολουθούν στις περιπλανήσεις τους το ξετύλιγμα της Ιστορίας. Όπως το «Βυσσινόκηπο» να πωλείται κάθε βράδυ, στην κατάμεστη σάλα ενός παλιού αρχοντικού της πόλης. Το ελculture.gr συζητά με τον Νικηφόρο Παπανδρέου για τη θεατρική πραγματικότητα στη Θεσσαλονίκη και για το διαχρονικό τσεχωφικό μήνυμα: Όσο δεν αλλάζουν οι νοοτροπίες, κάθε βράδυ θα χάνουμε το «Βυσσινόκηπο».

ελculture: Ο «Βυσσινόκηπος» πωλείται και φέτος στη Βίλα Καπαντζή, η Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» συνεχίζει, λοιπόν;
Νικηφόρος Παπανδρέου:
Κατά κάποιο τρόπο. Αλλιώς. Το είδος θεατρικής δραστηριότητας που αναπτύξαμε για τρεις δεκαετίες (σταθερός θίασος, εναλλασσόμενο ρεπερτόριο με 4-5 παραγωγές ετησίως, μόνιμη στέγη) ήταν αδύνατον να συνεχιστεί μετά τη διακοπή των επιχορηγήσεων και το οικονομικό μας αδιέξοδο. Έτσι είχαμε αποφασίσει και ανακοινώσει ότι έφτασε το τέλος, αυτό απαιτούσε η στοιχειώδης σωφροσύνη. Αλλά η απόφαση, τότε, του Δήμου Θεσσαλονίκης να μας στηρίξει με μια έκτακτη ενίσχυση, μας υποχρέωσε (εννοώ: ηθικά) να αναθεωρήσουμε. Τα προβλήματά μας βέβαια δε λύθηκαν ούτε τα συσσωρευμένα χρέη καλύφθηκαν, θεωρήσαμε όμως ότι οφείλαμε με τη σειρά μας να τιμήσουμε την τιμητική αυτή χειρονομία, να ανταποκριθούμε στην εμπιστοσύνη της πόλης και επομένως να συνεχίσουμε να συμβάλλουμε, με όποιο τρόπο, στη θεατρική της ζωή. Παρά την κρίση, ή μάλλον ακριβώς λόγω της κρίσης. Αναγκαστήκαμε όμως να αφήσουμε το Θέατρο Αμαλία – και ήταν εξαιρετικά επώδυνο έπειτα από είκοσι πέντε χρόνια δημιουργίας σ’ αυτόν το χώρο με τον οποίο είχε ταυτιστεί η ζωή μας.

ελc: Ανέστιοι, και πλάνητες πλέον. Έχει αλλάξει ο τρόπος λειτουργίας της ομάδας;
Ν.Π.:
Ακριβώς. Αποφασίσαμε να πραγματοποιούμε εμφανίσεις σποραδικά, δηλαδή κάθε φορά που θα έχουμε κάτι να δείξουμε και που θα βρίσκουμε ένα χώρο φιλοξενίας να το υποδεχτεί. Δηλαδή, στον καιρό της κρίσης, θέατρο της κρίσης.

ελc: Όχι οποιοδήποτε χώρο, όμως. Κάτι σαν site specific, ένα χώρο που να αντιστοιχεί στον κόσμο του έργου.
Ν.Π.:
Όταν είναι δυνατόν. Έτσι, παίξαμε το περασμένο φθινόπωρο τη «Χρυσή Πόλη» (έργο με θέμα την ιστορία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης) στην αποβάθρα του παλιού σιδηροδρομικού σταθμού, ένα χώρο φορτισμένο με τις εφιαλτικές μνήμες της αναχώρησης προς τα ναζιστικά στρατόπεδα. Και το χειμώνα ανεβάσαμε το «Βυσσινόκηπο» στη Βίλα Καπαντζή, ένα παλιό αρχοντικό του τέλους του 19ου αιώνα, με τους τσεχοφικούς ήρωες να συναντιούνται μέσα στη μεγάλη σάλα του σπιτιού με τους θεατές, οι οποίοι είναι κάπως σαν καλεσμένοι, συνδαιτυμόνες.

ελc: Με πολύ μεγάλη επιτυχία…
Ν.Π.: Τόση που μας ξάφνιασε και μας. Δεν εννοώ το γεγονός ότι η αίθουσα ήταν κάθε βράδυ γεμάτη, αυτό δεν είναι δύσκολο όταν υπάρχουν μόνο 45 θέσεις, αλλά ότι τα εισιτήρια εξαντλούνταν δύο μήνες νωρίτερα, κάτι που δεν είναι στις συνήθειες των θεατρόφιλων στη χώρα μας. Το ίδιο συμβαίνει και φέτος. Δόθηκε μια τελευταία παράταση δύο μηνών, αλλά οι θέσεις κοντεύουν ήδη να εξαντληθούν.

ελc: Πώς μπορούμε να αναγνώσουμε το διαχρονικό τσεχοφικό μήνυμα στην τωρινή συγχρονία και κατά πόσο έχει αλλάξει αυτή η ανάγνωση στους έξι μήνες που μεσολάβησαν από την πρεμιέρα;
Ν.Π.: Πέρα από τη διαχρονική του αξία και ισχύ ως εκπληκτικού ψυχογραφήματος, το αρυτίδωτο τσεχοφικό έργο έχει αποκτήσει στις μέρες μας μιαν απροσδόκητη επικαιρότητα. Η οποία αναδεικνύεται χάρη στον εξαιρετικό αυτό χώρο, όπου στεγαζόταν άλλοτε το ιστορικό Ε΄Γυμνάσιο Αρρένων και σήμερα το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας (ΜΙΕΤ). Πράγματι, η παράσταση δε φιλοξενείται απλώς στη Βίλα Καπαντζή, σχεδιάστηκε από την αρχή για να παιχτεί σ’ αυτό το παλιό αρχοντικό, λαμπρό δείγμα εκλεκτικιστικής αρχιτεκτονικής, περίπου συνομήλικο του έργου. Ο χώρος της πραγματικότητας, λοιπόν, λειτουργεί σαν σκηνικό της μυθοπλασίας, γι’ αυτό το έργο που μιλάει για την παλιά αρχοντιά που χάνεται, την αναπότρεπτη χρεοκοπία, την ανευθυνότητα και τις αυταπάτες, το τέλος εποχής. Έτσι, η Βίλα Καπαντζή έρχεται να στεγάσει μια τριπλή απώλεια: του πανέμορφου βυσσινόκηπου για την οικογένεια των ξεπεσμένων Ρώσων κτηματιών του έργου, του Θεάτρου Αμαλία για τους ηθοποιούς του θιάσου, της στοιχειώδους οικονομικής ασφάλειας για τους περισσότερους σ’ αυτά τα χρόνια της κρίσης. Ωστόσο, επιλέγοντας, χάρη στη γενναιόδωρη φιλοξενία του ΜΙΕΤ, ένα αυθεντικό και φορτωμένο μνήμες πλαίσιο για τη νέα μας εμφάνιση, κρατούμε την ελπίδα ότι μετατρέπουμε την ένδεια σε καλλιτεχνική ευρηματικότητα. Όσο για τον αν έχει αλλάξει η ανάγνωση στους έξι μήνες που μεσολάβησαν, όχι, δεν έχει αλλάξει, έχει όμως «βιωθεί» κυριολεκτικά, η ανάσα των ηθοποιών έχει τόσο συντονιστεί με την ανάσα του κτιρίου, η όσμωση είναι τόσο μεγάλη, που αναρωτιέμαι πόσο δύσκολα θα νιώσουν παίζοντας αλλού.

ελc: Πού δηλαδή;
Ν.Π.: Δεν έχουμε ακόμα καταλήξει οριστικά, ούτε για το πού ούτε για το τι. Υπάρχουν διάφορες σκέψεις, καθώς και συγκινητικές προσφορές φιλοξενίας. Αλλά το πλεονέκτημα του… άστατου νομαδικού βίου είναι ακριβώς η πολυτέλεια του αυτοσχεδιασμού. Ας τελειώσει αισίως ο «Βυσσινόκηπος» και τα ξαναλέμε.

ελc: Πώς βλέπετε το γενικότερο θεατρικό τοπίο της Θεσσαλονίκης;
Ν.Π.: Με γεμίζει ελπίδα. Θέλω να πω, πολιτικά. Η οικονομική κρίση δεν έφερε τέλμα και καλλιτεχνική παραίτηση, το αντίθετο. Ποτέ δε δρούσαν στην πόλη τόσες πολλές θεατρικές ομάδες και με τόση ποικιλία στις προτάσεις τους. Παρά την οικονομική δυσπραγία, μια νέα γενιά ηθοποιών αναζητά τρόπους να υπάρξει καλλιτεχνικά, παραμένοντας εδώ, παράγοντας εδώ, με φαντασία και αισιοδοξία. Με άνισα αισθητικά αποτελέσματα, όπως είναι φυσικό, αλλά με κοινό γνώρισμα την καλλιτεχνική ανησυχία, την αναζήτηση, το ρίσκο. Το γεγονός ότι κάποιες από αυτές τις ομάδες στήθηκαν από ανθρώπους που έκαναν τα πρώτα τους βήματα μαζί μας, προσθέτει στην πολλή ελπίδα και λίγη υπερηφάνεια.

ελc: Η άποψή σας για το Κρατικό;
Ν.Π.: Περιμένω με ανυμονησία τις παραστάσεις της πρώτης σεζόν του Γιάννη Βούρου και εύχομαι από καρδιάς μεγάλη επιτυχία. Γιατί, κακά τα ψέμματα, πρέπει το Κρατικό να ανθεί για να είναι ανθηρή και ολόκληρη η θεατρική ζωή της Θεσσαλονίκης. Τα νέα λουλούδια δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν στην έρημο, χρειάζονται έναν εύφορο κήπο γύρω τους. Με άλλα λόγια, μόνο αν το ΚΘΒΕ είναι σε υψηλό επίπεδο δημιουργείται ζύμωση, διευρύνεται το θεατρικό κοινό, και κυρίως διαμορφώνεται κοινό με απαιτήσεις, με περιέργειες, έτοιμο να ενδιαφερθεί για τις ποικίλες θεατρικές προτάσεις της πόλης. Πιστεύω, άλλωστε, ότι έφτασε επιτέλους η εποχή (ένα καλό της κρίσης) των συνεργασιών, των συντονισμένων δράσεων, των ανταλλαγών (ανθρώπων και ιδεών) ανάμεσα στα θεατρικά σχήματα της πόλης, μικρά και μεγάλα. Και σε μια τέτοια προοπτική συνεργασίας και αλληλεγγύης, το Κρατικό δεν μπορεί παρά να έχει το ρόλο της ναυαρχίδας. Προς αυτήν την κατεύθυνση συμβάλλει με τον τρόπο του και ο Δήμος Θεσσαλονίκης: τα «Δημήτρια» τα τελευταία χρόνια προωθούν σαφώς μια κουλτούρα συνεργασιών σε πολλούς τομείς, αλλά και στο θέατρο – αρκεί να θυμίσω τη σπονδυλωτή παράσταση «Απογραφή πληθυσμού» το 2011, με συμμετοχή πολλών θεατρικών ομάδων, και φέτος το θεατρικό δρώμενο «Και στην κορφή κανέλα» (στην εναρκτήρια εκδήλωση «Συμφάγωμεν») που ήταν προϊόν συνεργασίας τριών θεατρικών σχημάτων της πόλης. Σ΄αυτόν τον τομέα βέβαια, των συνεργασιών, είμαστε ακόμα στην αρχή. Πάντως, για να επιστρέψω στο Κρατικό, έχω την αίσθηση ότι ο νέος του διευθυντής σε παρόμοιο μήκος κύματος κινείται.

ελc: Πώς τοποθετείται η Πειραματική Σκηνή σε σχέση με αυτήν τη νέα κατεύθυνση;
Ν.Π.: Εκτός από σποραδικές συμπαραγωγές με νεότερα σχήματα, έχουμε αρχίσει μια συστηματική συνεργασία με την ομάδα «Παπαλάνγκι» για θεατρικές παρεμβάσεις στα σχολεία. Πέρσι ήταν η «Ιστορία του Βίκτωρα και της Μαρίας», ένα θεατρικό δρώμενο για την ενδοσχολική βία (bullying), φέτος το «Ντόμπρε Ντεν», ένα έργο με θέμα την αποδοχή του άλλου, του ξένου, του διαφορετικού.

ελc: Τελικά, είστε αισιόδοξος για τη θεατρική Θεσσαλονίκη;
Ν.Π.: Για ό,τι εξαρτάται από τους ανθρώπους του θεάτρου, ναι. Δεν μπορώ δυστυχώς να πω το ίδιο και για την Πολιτεία. Η αδιαφορία της για το θέατρο, η σιωπή της είναι εκκωφαντική. Στην εποχή της κρίσης, η κρατική θεατρική πολιτική είναι αναμενόμενο να διαθέτει λιγότερα κονδύλια, όχι να είναι ανύπαρκτη. Τα χρήματα που εξοικονομούνται έτσι είναι αμελητέα, δεν πρόκειται να σώσουν την οικονομία μας, ενώ η ζημιά σε επίπεδο αποθέματος ψυχής, κοινωνικού ιστού, καλλιέργειας του νηφάλιου στοχασμού είναι απείρως μεγαλύτερη. Για να μη θυμηθώ και τις υποκριτικές διακηρύξεις περί του δήθεν συγκριτικού μας πλεονεκτήματος, που είναι -λέει- ο πολιτισμός! Από την άλλη, η συρρίκνωση της θεατρικής αγωγής και των άλλων καλλιτεχνικών μαθημάτων στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση έρχεται να αυξήσει ακόμη περισσότερο τις απώλειες.

ελc: Και το θεατρικό κοινό απέναντι σ’ όλα αυτά;
Ν.Π.: Το είπα και πριν, είναι παρήγορο το γεγονός ότι, αν και αναγκασμένο σε αιματηρές οικονομίες, το κοινό δεν έβγαλε από τη ζωή του το θέατρο. Φαίνεται ότι κατεξοχήν στις δύσκολες εποχές έχουμε ανάγκη από τη συλλογική τελετουργία του θεάτρου, από χώρους συνάθροισης, συνάντησης με τον άλλον, συμμετοχής στη μαγεία της ποιητικής αναπαράστασης του κόσμου. Το κοινό έχει γίνει όμως πολύ πιο επιλεκτικό, γεγονός που μας υποχρεώνει να αναστοχαστούμε την τέχνη μας, την κοινωνική της λειτουργία, την ανανέωση των μέσων της. Οι μέρες που περνάμε τα έχουν καταστήσει όλα αυτά περισσότερο επείγοντα.

ελc: Υπαινίσσεστε την επικαιρότητα των ημερών;
Ν.Π.: Ακριβώς. Τα (αναγκαία!) δικαστικά μέτρα εξουδετερώνουν επικίνδυνους ανθρώπους του σκότους, πράγμα εξαιρετικά σημαντικό, δεν αρκούν όμως για την αλλαγή των νοοτροπιών εις βάθος. Εκτός από τα στοιχειώδη, την αποκατάσταση της οικονομικής αξιοπρέπειας και την αίσθηση της δικαιοσύνης, χρειάζεται και η «πολυτέλεια» της πνευματικής καλλιέργειας, της επαφής με την τέχνη, με τη λογοτεχνία, με την κριτική σκέψη και με την ομορφιά, αυτά είναι που φέρνουν το φως στις ψυχές των ανθρώπων. Δεν εννοώ, προς Θεού, ότι το θέατρο θα τα κάνει όλα αυτά, δεν υπερτιμώ τον κοινωνικό του ρόλο, πιστεύω όμως ότι έχει και αυτό να βάλει το λιθαράκι του σε ένα συνολικό οικοδόμημα πολιτισμού και διαφωτισμού. Γένοιτο.

Ο «Βυσσινόκηπος» συνεχίζει να πωλείται στη Βίλα Καπαντζή έως τις 24/11. Περισσότερες πληροφορίες για τις υπόλοιπες δράσεις της Πειραματικής Σκηνής της Τέχνης στο http://www.piramatikiskini.gr