Συναντώ την Νικόλ Δημητρακοπούλου έξω από το θέατρο Σημείο στα σκαλιά ενός ψιλικατζίδικου. Μια ωραία ζεστή μέρα ιδανική για να μιλήσεις για …το θάνατο, με αφορμή το έργο του Χρήστου Αγγελάκου «Ήταν ένας και δεν ήταν κανένας» που παίζεται μέχρι τις 2 Ιουνίου σε σκηνοθεσία Σοφίας Παλάντζα. Θέμα του έργου είναι μια ομάδα ανθρώπων που ως κοινωνική προσφορά ακολουθούν ανώνυμους νεκρούς στην τελευταία τους κατοικία και ο Χρήστος Αγγελάκος εμπνεύστηκε από την πραγματική ομάδα που δημιουργήθηκε στο Παρίσι πριν κάποια χρόνια. Ένα έργο για τον θάνατο και τους ζωντανούς νεκρούς, ένα έργο που ο Χρήστος Αγγελάκος, ήθελε πολύ να το δει επί σκηνής αλλά δεν πρόλαβε ποτέ καθώς έφυγε από τη ζωή λίγους μόνο μήνες πριν την πρεμιέρα του έργου.

Θα ήθελα ν’ αρχίσουμε λίγο από την Νικόλ εκτός σκηνής. Τι σου αρέσει να κάνεις στην καθημερινότητα σου και τι όχι;

Μου αρέσει να περπατάω και να πηγαίνω βόλτες είτε με το παιδί μου είτε με το σκύλο μου, να πηγαίνω σε πάρκα σε βουνά. Προσπαθώ να βρίσκομαι στη φύση μέσα στην καθημερινότητά μου και το καταφέρνω αρκετά. Αυτό που δεν μου αρέσει είναι όταν η μέρα χωράει μόνο δουλειά.

Ως κάτοικος Κυψέλης ποια είναι η στάση σου απέναντι στην πολιτική και στις εκλογές;

Εγώ πιστεύω γενικότερα στην πολιτική και στο πολιτικό σύστημα και το πώς μέσω της πολιτικής προσπαθούν ν’ αλλάξουν κάποια πράγματα ή να συνεχιστούν. Τα τελευταία χρόνια δυσκολεύομαι να ξεχωρίσω κάποια πράγματα αλλά και πάλι θεωρώ ότι είναι μια πολύ σημαντική στιγμή για τον άνθρωπο και την ελευθερία, είμαι κατά της αποχής από την ψήφο.

Θα έπαιρνες μέρος στις εκλογές;

Η αλήθεια είναι ότι φέτος είδαμε άπειρους υποψήφιους, δεν σου κρύβω ότι μου έγινε πρόταση αλλά προφανώς αρνήθηκα. Αν πίστευα ότι έχω να προσφέρω κάτι μπορεί να έπαιρνα μέρος αλλά όχι σ’ αυτές τις εκλογές.

Είναι η Αθήνα ένα μέρος που θα ήθελες να μεγαλώσεις το παιδί σου;

Ιδανικά, πάντα κάτι θα βρεις καλύτερο όχι μόνο για το παιδί σου αλλά γενικότερα σαν επιλογή στη ζωή. Από την άλλη όμως το να μεγαλώσεις ένα παιδί δεν είναι μόνο θέμα τόπου αλλά και τρόπου. Ο χώρος δεν είναι το μόνο βασικό. Στην Κυψέλη σίγουρα βρίσκω δυσκολίες για να μεγαλώσω το παιδί. Η έλλειψη χώρου, τα στενά πεζοδρόμια που δεν χωράνε καρότσια, έλλειψη κοινόχρηστων χώρων. Το καταλαβαίνουμε περισσότερο αυτό όταν έχουμε οικογένειες.

Πώς προέκυψε η υποκριτική;

Ξεκίνησα από πολύ μικρή ηλικία. Θαύμαζα το θέατρο από πολύ μικρό παιδί και έκανα ο,τι κάνει ένα κορίτσι, έπαιζα μόνη μου, υποκρινόμουν. Αργότερα έπαιξα και σε μια παράσταση στην Δ’ δημοτικού. Οι γονείς μου όμως ήταν αντίθετοι στο να συνεχίσω να το κάνω, έκανα βέβαια μπαλέτο και ό,τι άλλο ήθελα να κάνω και σίγουρα έπρεπε να σπουδάσω όπως ήθελαν οι γονείς μου, όπως και το έκανα. Μετά όταν άρχισα να παίρνω αποφάσεις μόνη μου άρχισα ν ασχολούμαι με το θέατρο ταυτόχρονα και πήγα στο Ωδείο Αθηνών.

Μετά τη σχολή;

Μετά τη σχολή πήρα την απόφαση να φύγω και να κάνω ένα μεταπτυχιακό στο Λονδίνο για να μάθω κι άλλα πράγματα, να δω πώς ζούνε και αλλού. Πήγα στο Goldsmiths που είναι ένα εξαιρετικό πανεπιστήμιο και η εμπειρία ήταν συγκλονιστική, όπου πέρασα τα καλύτερα μου χρόνια. Μετά γύρισα το 2013 μέσα στην κρίση στην Ελλάδα, γιατί ήμουν της άποψης ότι αν εμένα κι άλλο εκεί θα χανόμουν από τα ελληνικά πράγματα και πίστευα ότι ένας καλλιτέχνης πρέπει να στηρίζει τον τόπο του σε μια στιγμή κρίσης. Βέβαια τότε πίστευα ότι θα ήταν μια στιγμή. Κράτησε λίγο παραπάνω. Όταν γύρισα μου ζήτησε ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος να στήσουμε ένα φεστιβάλ για νέους καλλιτέχνες το “devised” μετά ήμουν βοηθός του για μια περίοδο και αργότερα άρχισα να παίζω.

Πώς ήρθε η απόφαση να ανεβάσετε το κείμενο του Χρήστου Αγγελάκου;

Αυτή είναι μια πολύ ωραία ιστορία που δεν την έχω συζητήσει. Εγώ γνώριζα τον Χρήστο Αγγελάκο από το λογοτεχνικό χώρο και σε μια συνάντηση που είχαμε επειδή με είχε δει να παίζω μου χάρισε το θεατρικό του για να το διαβάσω. Δυο μέρες μετά το διάβασα και τον πήρα να του πω ότι είναι ένα φοβερό έργο και ότι πρέπει ν ανέβει. Χάρηκε πάρα πολύ αλλά αυτό έμεινε σαν μια ωραία συζήτηση, εμένα όμως μου είχε κολλήσει αυτό το έργο οπότε έκανα κατά καιρούς κουβέντες με άλλους ανθρώπους για το πού και πώς θα μπορούσε ν’ ανεβεί αυτό το έργο, ώσπου το πρότεινα στη Σοφία και μετά γνωρίστηκε με τον Χρήστο και ήρθε και η επιχορήγηση από το Υπουργείο Πολιτισμού. Λίγο αργότερα δυστυχώς ήρθαν τα κακά νέα της αρρώστιας του Χρήστου και έγιναν όλα τόσο γρήγορα, έφυγε και δεν είδε ποτέ το έργο του να παίζεται.

Ο θάνατός του λίγους μήνες πριν την πρεμιέρα επηρέασε τη στάση σας απέναντι στο κείμενο;

Ήταν τρομερά δύσκολο. Ήταν σαν φάρσα, πολλές φορές σκεφτόμουν αν όλα όσα αναφέρονται μέσα στο κείμενο για το θάνατο είναι οι απόψεις του Χρήστου και είναι τόσο συνδεδεμένο το έργο μαζί του και με το γεγονός του ξαφνικού θανάτου του που στην αρχή εμένα με φόβιζε να εμπλακώ πολύ. Προσπάθησα να αποστασιοποιηθώ κάπως. Στην ανάλυση του κειμένου συζητούσαμε για το τι πίστευε ο Χρήστος και είναι τόσο περίεργο γιατί ενώ τον ήξερα εν ζωή και κάναμε κουβέντες τώρα ξαφνικά ένιωθα ότι τον γνωρίζω καλύτερα ενώ μόλις είχε φύγει.

Από την παράσταση «Ήταν ένας και δεν ήταν κανένας» | ©Patroklos Skafidas

Από την παράσταση «Ήταν ένας και δεν ήταν κανένας» | ©Patroklos Skafidas

Από την παράσταση «Ήταν ένας και δεν ήταν κανένας» | ©Patroklos Skafidas

Ας πάμε στο κείμενο τώρα, υπάρχει μια ομάδα ανθρώπων που παραβρίσκεται σε νεκρώσιμες ακολουθίες αζήτητων νεκρών. Τι πιστεύεις ότι δημιουργεί αυτή η ανάγκη;

Νομίζω πως είναι άνθρωποι που θέλουν να προσφέρουν με κάποιο τρόπο. Είναι ανάγκη και της εκκλησίας να ονοματίζεται ο νεκρός, άρα νομίζω πως είναι άνθρωποι που περνούν τη θρησκευτική και την κοινωνική σύμβαση τοίς μετρητοίς και νομίζουν πως έτσι προσφέρουν, είναι σαν να πηγαίνουν σε ένα γηροκομείο να βοηθήσουν. Σαφώς δεν είναι το ίδιο γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν απευθύνονται σε κάποιον εν ζωή, δεν μπορούν να έχουν δηλαδή την πληρότητα ενός ευχαριστώ. Τελικά όμως από την πλευρά του Χρήστου Αγγελάκου που έχει πολύ ενδιαφέρον, είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι ζουν με έναν φόβο της κοινωνικής επαφής και ζουν μόνο με την ιδέα της ύπαρξης ενός ανθρώπου, άρα αποφεύγουν την αλληλεπίδραση με ζωντανούς και προσφέρουν σε κάποιον νεκρό που στο κάτω κάτω δεν έχουν και κάτι να χάσουν από τον εαυτό τους.

Τι είναι για σένα ένας άγνωστος νεκρός;

Αυτό που με αφορά είναι γιατί υπάρχει ένας νεκρός άνθρωπος χωρίς κάποιον δικό του να τον συνοδεύει. Η μοναξιά του πτώματος με στεναχωρεί. Το να καταλήγεις στο θάνατό σου, να μην σε αποχαιρετά κανένας αλλά και ότι δεν σε αναζήτησε και κανείς.

Δεν είναι κάπως εγωιστικό αυτό σε σχέση με το πώς βλέπουμε εμείς το δικό μας θάνατο;

Σίγουρα είναι μεγάλος φόβος ποιοι θα σε θυμούνται και ποιοι θα σε ξεχάσουν όταν έρθει η ώρα του θανάτου. Το να μείνεις στο περιθώριο δεν είναι κάτι δύσκολο και εκεί έγκειται ο φόβος. Η Εκάβη λέει στις Τρωάδες «μην πεις κανέναν ευτυχισμένο μέχρι να δεις πώς θα πεθάνει», ο Χρήστος λέει από την άλλη το αντίθετο ότι πρέπει να ζήσεις τη ζωή σου όσο καλύτερα μπορείς και δεν έχει σημασία πώς θα φύγεις. Ξέρεις αυτό που με συγκλονίζει όμως είναι και το πώς βλέπουμε τον θάνατο σήμερα. Ο χαμός που γίνεται στο facebook όταν πεθαίνει κάποιος, που ξαφνικά γεμίζει like και μηνύματα αγάπης πιο πολύ από ποτέ. Αν αγαπάς κάποιον καλύτερα να του το πεις όσο ζει.

Μέσα στο κείμενο αναφέρεις ότι προετοιμαζόμαστε συνεχώς για να πεθάνουμε, από ένα κινητό που θα σκάσει στα χέρια μας μέχρι την έκρηξη του θερμοσίφωνα. Ζούμε όντως υπό αυτή την πίεση ενδόμυχα;

Νομίζω κάπως το αντίθετο, θεωρώ ότι κάπως αυτές οι συσκευές μάς κάνουν να νιώθουμε παντοδύναμοι, η δυνατότητα που μας δίνουν για επικοινωνία ή το ότι μπορούμε να έχουμε νερό και φαγητό ανά πάσα στιγμή. Κάπως σε κοιμίζουν αυτές οι συσκευές σε σχέση με τον θάνατο. Από την άλλη πάντα υπάρχουν αυτές οι πιθανότητες. Αυτό που θέλει να πει όμως το έργο είναι ότι καλύτερα να θυμάσαι πώς μπορεί να είναι η τελευταία σου στιγμή για να μπορέσεις να χορτάσεις τη ζωή, να ξεβολεύεσαι γιατί η ζωή δεν κρατάει για πάντα. Εγώ με αυτό το έργο σκέφτομαι συνέχεια τι θα έκανα αν είχα μπροστά μου ένα μήνα, και μάλλον θα ήμουν πολύ στεναχωρημένη και δεν θα έκανα τίποτα.

Info παράστασης:

Ήταν ένας και δεν ήταν κανένας | έως 2 Ιουνίου | Θέατρο Σημείο