Κείμενο: Αναστασία Σταθά

Ζωγράφος, ποιητής και καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, ο πολυτάλαντος Νίκος Εγγονόπουλος γεννήθηκε στις 21 Οκτωβρίου 1907 στην Αθήνα. Η παρθενική του εμφάνιση στα ελληνικά γράμματα σημειώθηκε το 1938 με την ποιητική συλλογή «Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν», η οποία δημιούργησε σκάνδαλο και προκάλεσε ειρωνικές αντιδράσεις στους λογοτεχνικούς κύκλους.

Μόνο ο Ανδρέας Εμπειρίκος που εισήγαγε το υπερρεαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα με τη συλλογή ποιημάτων του «Υψικάμινος» τον στήριξε:

«Νικόλαε Εγγονόπουλε, σε αυτόν τον κόσμο δύο είναι τα μεγαλύτερα και πιο πολύτιμα στοιχεία, ο Έρωτας και το Σπαθί. Όλα τα άλλα έρχονται κατόπιν και τελευταίο από όλα η κριτική. Είσαι πραγματικά μεγάλος ποιητής, άσε λοιπόν οι άλλοι να λένε ότι θέλουν», του έγραφε.

Τον επόμενο χρόνο ακολουθεί η έκδοση της δεύτερης ποιητικής συλλογής του «Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπή» και πραγματοποιείται η πρώτη του ατομική έκθεση στο σπίτι του Νίκου Καλαμάρη. Έκτοτε επιδόθηκε σε μία ιδιαίτερα πλούσια ζωγραφική και ποιητική παραγωγή. Αν και υπηρέτησε πιστά για περίπου πενήντα χρόνια την τέχνη της ζωγραφικής και της ποίησης εκείνος προέτασσε πάντοτε την ιδιότητα του ζωγράφου:

«Αν η ζωή μου είναι αφιερωμένη στη ζωγραφική και στην ποίηση, είναι γιατί η ζωγραφική και η ποίησις με παρηγορούν και με διασκεδάζουν, Μέσα μου όμως πρώτα είμαι ζωγράφος. Η μεγάλη μου αγάπη στη ζωή ήτανε η ζωγραφική. Κάθε ώρα που δεν την αφιερώνω στη ζωγραφική τη θεωρώ ώρα χαμένη», υποστήριζε ο ίδιος.

Οι επιρροές του εντοπίζονται στη μαθητεία του δίπλα στον καθηγητή του στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, Κωνσταντίνο Παρθένη, που τον μύησε στις αναζητήσεις του Μανέ και του έμαθε τη σημασία του χρώματος αλλά και στην επαφή του με τον Φώτη Κόντογλου, ο οποίος του δίδαξε τα μυστικά της βυζαντινής ζωγραφικής.

Καθοριστική για την καλλιτεχνική του διαδρομή όμως υπήρξε και η φιλία του με τον Ανδρέα Εμπειρίκο και η γνωριμία του με τον Τζόρτζιο Ντε Κίρικο, οι οποίοι οδήγησαν τα βήματά του στον υπερρεαλισμό. Όπως είχε δηλώσει ο ίδιος ο Εγγονόπουλος:

«Στον υπερρεαλισμό δεν προσχώρησα ποτέ. Τον υπερρεαλισμό τον είχα μέσα μου, όπως είχα μέσα μου και το πάθος της ζωγραφικής, από την εποχή που γεννήθηκα. Αλλά για να βρω το δρόμο μου τον αληθινό, τον υπερρεαλιστικό, για να μπορέσω να εκδηλωθώ ελεύθερα και απεριόριστα, αυτό το χρωστώ σε δύο κορυφαίους, το μεγάλο ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκο και το μεγάλο ζωγράφο, το μεγάλο Βολιώτη Τζόρτζιο Ντε Κίρικο».

Ο Νίκος Εγγονόπουλος, όμως, έδωσε στον υπερρεαλισμό ελληνική διάσταση. Συνδύασε με γόνιμο τρόπο τις υπερρεαλιστικές αρχές με την ελληνική πνευματική παράδοση αντλώντας θέματα από την ιστορία και τη μυθολογία της Ελλάδας. Στους πίνακες του παρελαύνουν μεταξύ άλλων ο Ερμής, ο Ορφέας, ο Θησέας αλλά και εξέχουσες ιστορικές μορφές, όπως ο Ρήγας Φεραίος.

Στο εικαστικό του σύμπαν συνυπάρχουν η υπέρβαση της πραγματικότητας, την οποία πρεσβεύει ο υπερρεαλισμός, γνωρίσματα της βυζαντινής ζωγραφικής, σύμβολα της Μεταφυσικής περιόδου της ζωγραφικής του Ντε Κίρικο και μία έντονη ελληνικότητα. Στοιχεία ετερόκλητα, λοιπόν, που συνθέτουν την εικαστική του γραφή, η οποία μοιάζει ακόμα και σήμερα αντισυμβατική.

Ως υπέρμαχος της απόλυτης ελευθερίας ο σπουδαίος ζωγράφος και ποιητής δεν δείλιασε μπροστά στο χλευασμό, στις επικρίσεις και στην απαξίωση που δέχτηκε από τον πνευματικό κόσμο και δεν περιορίστηκε από τις λογοτεχνικές και τις εικαστικές συμβάσεις, γιατί ήταν σύμφωνα με τον Ανδρέα Εμπειρίκο, «ένας θαυμάσιος άνθρωπος που δεν είχε σχέση με τα μικρά της ζωής, δεν ήξερε τις δοσοληψίες, τις κακομοιριές».  Αντιθέτως, παρέμεινε πιστός στα καλλιτεχνικά του πιστεύω και δημιούργησε ένα αυστηρά προσωπικό ιδίωμα που ισορροπεί μεταξύ των διδαγμάτων του υπερρεαλισμού και της ελληνικής παράδοσης.

Αρνήθηκε να υποταχθεί στο πνευματικό και καλλιτεχνικό κατεστημένο και να προδώσει τις θέσεις του χάραξε το δικό του ποιητικό και εικαστικό δρόμο. Ο Νίκος Εγγονόπουλος, ο κύριος εκπρόσωπος του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα, που τιμήθηκε δύο φορές με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τις ποιητικές του συλλογές «Εν Ανθηρώ Έλληνι Λόγω» και «Στην κοιλάδα με τους ροδώνες» και με το παράσημο Χρυσούς Σταυρός του Γεωργίου του Α’ για το ζωγραφικό του έργο πέθανε από ανακοπή καρδιάς στις 31 Οκτωβρίου 1985 και κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Φωτογραφίες: ©Ευγενική παραχώρηση της Εριέττης Εγγονοπούλου