La Grande Sarabande, ο Σπουδαίος Χορός.

Και ποιος θα  μπορούσε να είναι σπουδαιότερος από αυτόν που «χορεύει» ένας άνθρωπος με τον ίδιο του τον εαυτό; Που του δείχνει τα βήματα και σιγά-σιγά βρίσκουν κοινό ρυθμό και πορεύονται μαζί, πότε αμήχανα και πότε αρμονικά…

Ο Νίκος Κουρής, ένας από τους πιο λαμπρούς ηθοποιούς που γνώρισε το σύγχρονο Ελληνικό Θέατρο, δίνεται τόσο γενναιόδωρα στην τέχνη του, αλλά και στον κόσμο που σε κάνει ν’ αναρωτιέσαι: Ο ίδιος με τον εαυτό του, πώς χορεύει;

«Ο Μπέκετ είχε πει ένα αριστούργημα: “Σας μιλάω εξ ονόματος του εαυτού μου”. Ο εαυτός μας δεν έχει μιλιά κι εμείς καλούμαστε να επικοινωνήσουμε το είναι μας».

Έτσι, μ’ αυτήν την κουβέντα στα πρώτα κιόλας λεπτά, μ’ έριξε βαθιά μέσα στις σκέψεις του και μοιράστηκε τον εαυτό του τόσο καθαρά κι απλόχερα όπως κάνει κι επί σκηνής, όπως έκανε και μπροστά στον φακό μου.

«Αν δεν ήμουν στο θέατρο, θα ήμουν ένας άλλος άνθρωπος. Το θέατρο με σώζει και με καταδικάζει μαζί. Με υποχρεώνει σε πράγματα και μου αποκαλύπτει πράγματα για τον εαυτό μου που μου είναι δυσβάσταχτα. Το θέατρο είναι απόλυτο μέγεθος, είναι μια συνεχής  απαίτηση του να είσαι το καλύτερο κομμάτι του εαυτού σου ή το ιδανικό κομμάτι του εαυτού σου ή -από την άλλη- το πιο σκατά κομμάτι του εαυτού σου. Σ’ επιτάσσει να εξερευνάς διαρκώς μέσα σου για στοιχεία που έχεις ή δεν ήξερες πως έχεις και πρέπει να τα βρεις.

«Το έξω πρέπει να σου επιστρέφει κάτι που να επιβεβαιώνει το μέσα»

Και στο τέλος πάντα νιώθεις να υπολείπεσαι.

Στο θέατρο δεν βρίσκεις ποτέ το ταβάνι σου κι αυτό εμένα με βοηθάει πολύ. Είμαι συνέχεια μικρότερος από τις απαιτήσεις των πραγμάτων, μικρότερος από αυτό που ονειρεύομαι κι έτσι αναγκάζομαι μονίμως να προσπαθώ. Αυτό είναι το ωραίο. Αυτό είναι που με κρατάει ζωντανό».

Καθώς μου μιλούσε για τον «αγώνα» που έχει επιλέξει να δίνει, να βελτιώνεται ολοένα για να υπηρετήσει στο μέγιστο δυνατό την τέχνη του, εγώ τον παρατηρούσα. Με κινήσεις ήπιες έσκυβε να πιάσει την κούπα του καφέ. Το πρόσωπο του είχε ησυχία και κάθε του χαμόγελο, αλήθεια. Απέναντι μου είχα έναν άνθρωπο σίγουρο, γαλήνιο.

«Δεν έχω γαλήνη. Καμία γαλήνη. Είναι η φύση μου τέτοια κι έχω συμφιλιωθεί με αυτό».

Μα και το να συμφιλιώνεσαι με τη φύση σου, δεν είναι γαλήνη;

«Όχι, απόλυτα γιατί δεν είναι απαραίτητο πως θα μονιάσουν κι όλοι οι άλλοι μαζί σου. Δεν είμαστε μόνοι μας. Κι αν ναι, εσύ έχεις συμφιλιωθεί με το μέσα σου αλλά όλα τα άλλα γύρω σου λένε πως δεν είναι συμφιλιωμένα μαζί σου; Τότε χάνεις το μέτρο και δεν ξέρεις πού πας. Το έξω πρέπει να σου επιστρέφει κάτι που να επιβεβαιώνει το μέσα.

Παλιότερα δεν είχα και πολύ σχέση με την πραγματικότητα ή τουλάχιστον νόμιζα ότι δεν την χρειαζόμουν. Θεωρούσα πως επειδή με τον εαυτό μου τα βρίσκω καλά, έχω βρει και την αληθινή ουσία. Μετά, όμως, κατάλαβα πως αυτό είναι πολύ εγωιστικό, πολύ στεγνό και πολύ ψεύτικο. Η αναμέτρησή σου με αυτό που σε προσδιορίζει απέξω, είτε είναι ένας άνθρωπος είτε ένα σύνολο ανθρώπων, είναι σημαντικό».

Δεν γίνεται, όμως, ο Κουρής να μην έχει βρει αυτήν την ισορροπία. Αφού το έξω, όπως λέει, πρέπει να του επιστρέφει αυτό το κάτι που επιβεβαιώνει το μέσα του. Το έχουμε δει, άλλωστε, να του επιστρέφεται στο τέλος κάθε παράστασής του.

«Η μητέρα μου θεωρεί πως οφείλω να είμαι ευτυχισμένος γιατί νομίζει πως είμαι ο Ντι Κάπριο ή ό,τι άλλο νομίζει. Οι μανάδες μας έτσι είναι».

Αυτό, όμως, που σου επιστρέφουν οι άλλοι δεν μπορεί να σε ικανοποιήσει άνευ όρων. Η ικανοποίηση έρχεται μέσα από την ίδια τη δουλειά σου κι αυτό για να είναι καλό, έχει όρους. Το γεγονός πως μπορείς να μοιραστείς αυτό που κάνεις και τελικά να αρέσει -να πάρεις και like ας πούμε- είναι πολύ σημαντικό αλλά όχι το απόλυτο. Γιατί αν εσύ βλέπεις κάτι, το λίγο ή το λάθος κι ας μην το βλέπουν οι άλλοι, αυτό από μόνο του μπορεί να σε διαλύσει. Ναι, τα θέλω τα μπράβο. Όλοι τ’ αποζητάμε αλλά πρέπει να υπάρχει αισθητική και να μην χρειαστεί ν’ απλώσεις το χέρι σαν ζητιάνος για να πάρεις ένα ψίχουλο επιβεβαίωσης.

Η αισθητική ορίζει αυτό που κάνεις και αυτό που επικοινωνείς. Η αισθητική δεν θέλω ν’ αλλοιώνεται, από μένα τον ίδιο δηλαδή. Ο κόσμος είναι από κάτω αλλά εγώ έχω την ευθύνη να προστατεύσω τον εαυτό μου από την ξιπασιά. Όταν εκτίθεσαι στο κοινό, το να ξιπάζεσαι, να πουλάς τον εαυτό σου είναι πολύ διαφορετικό από το να βρίσκεσαι στη σκηνή και να χαρίζεις τον εαυτό σου. Θέλω να χαρίζω τη διαδικασία μου, όχι να πουλάω την πόζα μου.

Η ποιότητα της έκθεσης είναι μεγάλη ιστορία».

Φυσικά είναι αδύνατο να διαφωνήσεις με αυτόν τον εύστοχο διαχωρισμό μεταξύ «πουλάω» και «χαρίζω» και παρόλο που άρχισα να διακρίνω την αγωνία αυτού του ανθρώπου μέσα στην ησυχία του προσώπου του, αυτή η αγωνία ήθελα να συνεχίσει να υπάρχει γιατί – πώς να το κάνουμε-  αυτό είναι που τον κάνει ξεχωριστό. 

«Η ποιότητα της έκθεσης είναι μεγάλη ιστορία»

Αυτοί οι όροι, όμως, που δημιουργούν ένα σωρό πρέπει, μπαίνουν ποτέ στην άκρη για να πάρουν τη θέση τους τα θέλω;

«Είμαι ένας άνθρωπος περισσότερο του πρέπει. Δεν είμαι από τους ανθρώπους που θέλουν κάτι. Βασικά δεν θέλω τίποτα. Όταν μου εύχονται “ό,τι επιθυμείς” αναρωτιέμαι γιατί το ‘χουν σαν δεδομένο ότι επιθυμώ κάτι. Είμαι από αυτούς που πρέπει να κάνουν μία διαδικασία πραγμάτων για να επιθυμούν.

Και δεν μιλάω γι’ αυτά τα θεωρητικά, για παράδειγμα “θα ήθελα να είχα ένα σπίτι στην Σαντορίνη”. Μιλάω για την πραγματική έννοια της επιθυμίας: να είσαι και διατεθειμένος να πληρώσεις το τίμημα αυτού που θέλεις. Αυτό είναι το θέμα. Όχι να λες ονειροβατήματα, του κώλου τα εννιάμερα. Επιθυμείς, ουσιαστικά, όταν κάνεις κάτι που αντιστοιχεί στην επιθυμία σου. Να πληρώσεις το τίμημα της ευχαρίστησης.

Ξέρεις, πιστεύω πάρα πολύ πως η ευχαρίστηση έχει τίμημα.

Δεν υπάρχει πείνα χωρίς καύση. Χωρίς καύση, κάποια στιγμή σκας. Δεν μου λέει τίποτα από μόνη της η έννοια της επιθυμίας γιατί έχω δει και τις επιθυμίες κάποιων ανθρώπων γύρω μου και ειδικά κάποιων ανθρώπων του θεάτρου, να ξεθυμαίνουν εν ριπή οφθαλμού. Το θέμα είναι τι κάνεις, τι θυσιάζεις, πόσο προσπαθείς για να συντηρήσεις αυτήν την επιθυμία, την όρεξη, την πείνα σου.

Η πραγματική έννοια της επιθυμίας, επιβεβαιώνει την ύπαρξη της μέσα από τη διάρκεια αλλιώς μιλάμε απλά για ηδονισμό.
Η επιθυμία έχει να κάνει με το θυμικό, με την ψυχή όχι με την καύλα. Η καύλα τελειώνει».

Κι αφού μιλήσαμε για την καύλα, αυτήν την καταδικασμένη συνθήκη να βρίσκει γρήγορα το τέλος της, ήρθε στην κουβέντα μας και ο έρωτας:

«Όλα συμβαίνουν όταν αρχίζεις να τα πιστεύεις. Όταν συναντάς έναν άνθρωπο και αρχίζεις να τον φαντάζεσαι έτσι όπως εσύ πιστεύεις, τότε τον ερωτεύεσαι. Αυτή είναι η λειτουργία. Απλά ο άλλος άνθρωπος σε βοηθάει, σε εμπνέει να το κάνεις.

Ο έρωτας είναι ένας θάνατος. Χάνεις τον εαυτό σου γιατί ο άλλος σου ζητάει να ξεχάσεις ποιος είσαι και να γίνεις αυτός που φαντάζεται.

Χάνεις τον εαυτό σου, χάνεις την αξιοπρέπεια σου, χάνεις και περιμένεις. Περιμένεις ένα κάτι από τον άλλον.

Δεν υπάρχει κάποια ευτυχία σ’ αυτό, είναι ένα βάσανο εξού και οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ερωτεύονται -τα μπερδεύουμε λίγο- απλά μπαίνουν σε μία σχέση ασφαλούς απόστασης. Αυτό δεν είναι έρωτας. Έρωτας είναι μπαίνω, καίγομαι».

Να μην ερωτευόμαστε δηλαδή;

«Να ερωτευόμαστε μόνο!»

Εκεί κάπου μέσα στην έννοια που έδωσε στον έρωτα, εύκολα βρίσκει κανείς μία σύνδεση με το θέατρο.

«Ναι και το θέατρο δεν θέλει να είσαι εσύ αλλά να γίνεσαι κάποιος άλλος. Αυτό που πιστεύεις, αυτό που νιώθεις, ο τρόπος που μιλάς, που στέκεσαι, που ντύνεσαι, το στυλ σου, δηλαδή…το θέατρο το φτύνει. Σου ζητάει να χαθείς μέσα σ’ έναν άλλον ήρωα».

Κάναμε μια μικρή παύση να πιούμε τον καφέ μας και να χαιρετήσει ο Νίκος τον Ορφέα Αυγουστίδη που έφτασε για να ξεκινήσουν σε λίγη ώρα την Κωμωδία των Παρεξηγήσεων, μια παράσταση που θα συνεχιστεί μέχρι την Άνοιξη. Βρισκόμαστε στο σαλόνι του Νέου Θεάτρου Κατερίνας Βασιλάκου, εκεί όπου το κάπνισμα απαγορεύεται αλλά οι μεγάλες ασπρόμαυρες φωτογραφίες που κρέμονται στους τοίχους γίνονται καλό χαρμάνι για να χαθείς κι εσύ με τη σειρά σου.

Ποια πλευρά του εαυτού σου αγαπάς;

«Την τιμιότητα, αυτήν την πλευρά. Μιλάω για την αίσθηση του δικαίου που έχω έντονη και όχι ως προς το συμφέρον μου αλλά ως προς το γενικό καλό, το αντικειμενικά καλό. Αυτό που όσους κι αν ρωτήσεις, θα σου απαντήσουν “ναι, αυτό είναι το σωστό”. Όταν βλέπω το αντικειμενικά δίκαιο να βάλλεται μπορώ να αντιδράσω πολύ άσχημα. Δεν σηκώνω την αδικία ακόμα κι αν δεν με αφορά κι αυτό μαθαίνω και στον γιο μου. Αν, για παράδειγμα, χάσει ένα βραβείο γιατί το κέρδισε ο Κωστάκης δεν θα του πω κρίμα, εσύ το άξιζες. Θα του εξηγήσω ότι δίκαια ο Κωστάκης κέρδισε το βραβείο, γιατί αυτός επένδυσε εκεί είκοσι μέρες ενώ εσύ πέντε και όταν επενδύσεις κι εσύ παραπάνω σ’ αυτό που επιθυμείς, θα το κερδίσεις».

Το δίκαιο, η αξιοκρατία ακόμα και στην έννοια της επιθυμίας έχει γίνει σαφές πως τον διακρίνει. Η πλευρά που μισεί; Μοιάζει άνθρωπος που έχει δει το “σκοτάδι” του.

«Μισώ την πλευρά του εαυτού μου που ξέρει. Που ξέρει ήδη τη συνέχεια ή ακόμα και το τέλος σε ό,τι αρχίσω να κάνω γιατί πια για μένα δεν υπάρχει πρώτη φορά. Έχω ζήσει, έχω μάθει, έχω την εμπειρία να γνωρίζω πώς θα εξελιχθεί κάτι. Η περιοχή της άγνοιας, της απορίας ή της περιέργειας είναι λυτρωτική. Πας “ακάλυπτος” να ζήσεις κάτι για πρώτη φορά κι αυτό είναι σπουδαίο. Αυτή η πρώτη φορά, όμως, φεύγει αμέσως και δεν μπορεί με τίποτα να επιστρέψει. Γιατί νομίζεις πως ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα του Σαίξπηρ αυτοκτόνησαν; Γιατί η πρώτη φορά που έζησαν τον έρωτα, απροστάτευτοι, άπειροι, χάθηκε. Η δεύτερη φορά δεν είναι ποτέ το ίδιο ισχυρή όσο η πρώτη, η γνώση φθίνει το συναίσθημα ακόμα κι αν αυτό είναι καταστροφικό. Δεν θα πας να χτυπήσεις το κεφάλι σου στον τοίχο γιατί ξέρεις. Και ναι, δεν θα το χτυπήσεις αλλά και δεν θα πας…».

Στη σχέση σου με τον εαυτό σου, έχει παίξει ρόλο και μια άλλη σχέση, αυτή του “μαθητή- δασκάλου” με τον Λευτέρη Βογιατζή.

«Σίγουρα είδα ένα μέρος του εαυτού μου σ’ εκείνον κι εκείνος σε μένα. Δύσκολα βρίσκεις τέτοιες συγγένειες, ανθρώπους που να μπορείς ν’ ακουμπήσεις κάτι από σένα».

Από τη θέση του σκηνοθέτη, έχεις ήδη κάνει το “Τάβλι” με τον Μάκη Παπαδημητρίου, θα σκηνοθετήσεις ξανά;

«Σκοπεύω να κάνω πολλά πράγματα από τη θέση του σκηνοθέτη και άμεσα. Δεν είναι η ώρα ν’ ανακοινώσω κάτι αλλά θα γίνει. Θέλω να κάνω θέατρο που ν’ αφορά τους ανθρώπους όπως είναι σήμερα. Αν είσαι λίγο πίσω από την εποχή σου ή λίγο πιο μπροστά, είναι για μένα λάθος. Θέλω να κάνω έργα που ν΄ανήκουν στην πραγματικότητα του τώρα».

Ο Νίκος Κουρής θα παίξει από τις 4 Φεβρουαρίου στη «Γίδα» του Έντουαρντ Άλμπι, σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη, στο θέατρο Θησείον κάθε Δευτέρα και Τρίτη μαζί με τους Λουκία Μιχαλοπούλου, Γιάννη Δρακόπουλο, και Μιχαήλ Ταμπακάκη.

Το καλοκαίρι θα τον δούμε ως Δον Ζουάν του Μολιέρου, σε σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη και μετάφραση Παναγιώτας Πανταζή ενώ την παραγωγή υπογράφει η 5η Εποχή.

Ερμηνεία: Νίκος Κουρής
Σκηνοθεσία, φωτογραφία: Εβίτα Σκουρλέτη
Διεύθυνση Παραγωγής: ελc team
Παραγωγή: ελculture
Magic Performance (στη σκηνή πραγματικής ανύψωσης των φύλλων βιβλίου): Μελχισεδέκ Τσουδερός, IG: @melhisedek.magician
Επιμέλεια ένδυσης: Μαριάνα Λαλαούνη
Ευχαριστούμε θερμά για τη φιλοξενία στο νεοκλασικό οίκημα της οδού Ακαδημίας.
Ευχαριστούμε πολύ τον Νίκο Αποστολόπουλο για το κοστούμι και το παλτό.