Η εξηντάχρονη Φερν έχει χάσει τον σύζυγό της, έχει χάσει τη δουλειά της, έχει χάσει ολόκληρη την πόλη της. Πώς γίνεται αυτό; Γίνεται. Ακούγεται ειρωνικό αλλά είναι αληθινό γεγονός, ότι υπήρχε μια κωμόπολη στη Nεβάδα που ονομαζόταν Εmpire και ότι η συγκεκριμένη αυτοκρατορία στην καρδιά των ΗΠΑ εξαερώθηκε, όταν το 2011 έκλεισε το εργοστάσιο που συντηρούσε την οικονομική ζωή της κοινότητας. Το σπίτι της Φερν ανήκει πλέον σε μια πόλη φάντασμα. Κι ακόμα και αν ήθελε να συνεχίσει να ζει εκεί, δεν έχει το εισόδημα για να το κάνει.

Η Φερν θα κάνει σπίτι της το ειδικά διαμορφωμένο βανάκι της και θα πάρει τους δρόμους σε μια διαρκή αναζήτηση εργασίας, εργασίας εκ των πραγμάτων και εξ ανάγκης περιστασιακής, εργασίας προφανώς κακοπληρωμένης, εργασίας που θα της επιτρέπει να συνεχίσει να επιβιώνει, έστω κι αν η επιβίωσή της πραγματοποιείται μέσα σε ένα βανάκι. Το όσκαρ καλύτερης ταινίας του 2020, «Η Χώρα των Νομάδων» της Κλόι Ζάο, εμπνέεται και αντλεί την κεντρική του ιδέα από ένα ομώνυμο βιβλίο ερευνητικής δημοσιογραφίας, το οποίο με τον υπότιτλο: «Επιβιώνοντας στις ΗΠΑ του 21ου Aιώνα» περιγράφει μια νέα κάστα εργαζομένων, μια νέα κάστα πολιτών, μια νέα κάστα νομάδων, Αμερικάνων μεγάλης γενικά ηλικίας, που τους ξέρασε η βαθιά οικονομική κρίση του 2008, και που αδυνατώντας να βρουν οποιαδήποτε σταθερή δουλειά στον τόπο τους, έχουν κάνει σπίτια τους τροχόσπιτα και βανάκια, γυρνώντας από πολιτεία σε πολιτεία για να βρουν εποχιακές εργασίες.

Ωστόσο δεν έχουμε να κάνουμε με μια ταινία του Κεν Λόουτς και του Πολ Λάβερτι, το “Νomadland” έχει ως πρώτη ύλη τις κοινωνικές επιπτώσεις ενός σύγχρονου οικονομικού φαινομένου, τις επισημαίνει, καταγράφει τα ζόρια και τις δυσκολίες της συνθήκης, αλλά ο σκοπός του δεν είναι να καταγγείλει και να πει «ως εδώ». Σε διάφορα σημεία της ταινίας θα φανεί ότι η Φερν δεν παίρνει την απόφαση να ζήσει έτσι, επειδή δεν έχει οποιαδήποτε άλλη επιλογή. Απορρίπτει εναλλακτικές λύσεις, λύσεις ενδεχομένως όχι ιδεατές, πάντως υπαρκτές. Η απόφασή της να ζήσει έτσι είναι ένας συνδυασμός ανάγκης και επιλογής. Η Φερν της ΜακΝτόρμαντ και της Ζάο δεν είναι μια ηρωίδα φτιαγμένη για να κερδίσει τον θαυμασμό μας και το δέος μας για τον αγώνα της, ούτε μια ηρωίδα φτιαγμένη για να κερδίσει την αγανάκτησή μας και τον θυμό μας για όσα της συμβαίνουν. Η Φερν είναι ένας ελεύθερος άνθρωπος που, ναι, εξαναγκάζεται να ζήσει με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο στα εξήντα της, αλλά και που ταυτόχρονα επιλέγει να ζήσει στα εξήντα της έτσι και όχι αλλιώς. Και δεν ζητά ούτε να ζηλέψουμε την ελευθερία του τρόπου ζωής της, ούτε να φρίξουμε με την ανασφάλεια του τρόπου ζωής της. Δεν μας ζητά τίποτα, ζει ανεξάρτητα από τις προσδοκίες μας και τους φόβους μας, αυτή είναι η ζωή της, αυτή είναι η ζωή της πια, αυτή είναι η ζωή της τώρα, η ζωή της δεν είναι μελό, η ζωή της δεν είναι για θούριους, η ζωή της είναι η ζωή της. 

Κι αν στην ατζέντα της Κλόι Ζάο δεν είναι να διεκτραγωδήσει τις συνθήκες ζωής αυτών των νομάδων της εργατικής τάξης, θα ήταν άδικο να λέγαμε ότι θέλει να τις διαστρεβλώσει ωραιοποιώντας τες, ακόμα κι αν επιμέρους ενστάσεις, όπως για το πώς παρουσιάζεται -ή μάλλον για το πώς δεν παρουσιάζεται- οι συνθήκες εργασίας στην Amazon  μοιάζουν πιο βάσιμες.

Παρουσιάζει ανθρώπους που έχουν ηττηθεί, αλλά που έχουν κάνει την ήττα τους πρώτη ύλη για να πάρουν τη ζωή αλλιώς. Είναι μια ζωή τραχιά, είναι μια ζωή φτωχή, είναι μια ζωή δύσκολη, είναι μια ζωή μοναχική. Αλλά είναι και μια ζωή που γεννά νέες κοινότητες, που συναντάς -και συναντάς αληθινά- καινούργιους ανθρώπους, μια ζωή σύνδεσης και διασύνδεσης. Είμαστε περιφερόμενη άστεγη εργατική τάξη, δεν είμαστε όμως λούμπεν, είμαστε φτωχοί και μαζί με έναν τρόπο ελεύθεροι. Ο τρόπος ζωής μας δεν είναι εξ ορισμού χειρότερος από τον τρόπο ζωής των μη αστέγων. Είναι ένας ακόμη τρόπος. Η Ζάο ψάχνει σε αυτόν τον τρόπο μια άλλη σχέση με το νόημα, μια άλλη ματιά πάνω στην ύπαρξη. Δεν αναιρείται το υλικό στοιχείο, δεν αναιρείται η εργασιακή ανασφάλεια, δεν αναιρείται η έλλειψη κοινωνικής μέριμνας, δεν αναιρείται η βαρβαρότητα του συστήματος. Απλά οι απόκληροι αυτού του συστήματος ψάχνουν να βρουν κάτι που δεν θα τους πνίγει συνολικά, κάτι στο οποίο θα μπορούν να αναπνεύσουν.

Η Ζάο αδιαφορεί για το οποιοδήποτε δίδαγμα και την οποιαδήποτε χειραγώγηση του θεατή. Μας λέει την ιστορία της Φερν, όχι για να καταλήξει στο ένα ή στο άλλο συμπέρασμα. Μας λέει την ιστορία της Φερν γιατί ενδιαφέρεται να δείξει. Ενδιαφέρεται να δείξει έναν τρόπο ζωής, ατέλειωτα ανοικτά τοπία και ορίζοντες, ενδιαφέρεται να καταγράψει ανθρώπους. Δεν ξέρω αν αυτή η ταινία θα μπορούσε να είναι κινέζικη, δεν ξέρω αν μπορούμε να πούμε αυτήν την ταινία 100% αμερικάνικη, ξέρω όμως ότι η ταινία αυτή σχεδόν νομοτελειακά δεν θα μπορούσε να είναι ευρωπαϊκή. Γιατί τότε θα υπήρχε η ανάγκη να μεταλαμπαδευτεί κάποια μεγάλη ιδέα, να ειπωθεί κάτι βαρύ και ασήκωτο, θα υπήρχε μια μεγάλη ανάγκη για θεωρία και ερμηνεία.

Η Ζάο δεν θεωρητικολογεί και δεν ερμηνεύει. Κινηματογραφεί, καταγράφει, φτιάχνει ένα υβρίδιο που όσο δίκαια κι αν βραβεύεται η επαγγελματίας πρωταγωνίστριά της, τα πιο πολύτιμα πετράδιά του βρίσκονται στους ήρωες που δεν είναι ηθοποιοί, στους ήρωες που μας μιλούν εν πολλοίς για τον εαυτό τους. Αυτό το υβρίδιο μυθοπλασίας με ενσωματωμένα ντοκιμαντερίστικα στοιχεία, το οποίο η Ζάο έχει χρησιμοποιήσει και στις δύο πρώτες ταινίες της, το «Τραγούδια που Με Έμαθε ο Αδελφός μου» και το «Kαλπάζοντας με το όνειρο».

Όσο για την Φράνσις ΜακΝτόρμαντ, το βασικό χαρακτηριστικό της δεν είναι το πόσο καλή ηθοποιός είναι, δεν είναι το πόσο καλά ερμηνεύει τους ρόλους της. Το βασικό στοιχείο είναι το ποιους ρόλους παίζει, ποιους ρόλους επιλέγει να παίξει, στην περίπτωση τη συγκεκριμένη μάλιστα αγόρασε τα δικαιώματα του βιβλίου και είδε σοφά στο πρόσωπο της Κλόι Ζάο την ιδανική δημιουργό της ταινίας. Το σημαντικότερο δεν είναι η υποκριτική της δύναμη, το σημαντικότερο είναι η ματιά της για το σινεμά. Οι ηρωίδες που υποδύεται έχουν λόγο ύπαρξης, μένουν στη μνήμη, δυναμώνουν απ’ την ερμηνεία της και η ερμηνεία της παίρνει δύναμη απ’ τον λόγο ύπαρξής τους.