Σαράντα χρόνια πριν ένας γερμανός έπρεπε να μάθει να συμβιώνει με τον έλληνα γείτονά του, τον Παπαδάκη. Ήταν στις αρχές της δεκαετίας του ΄70 όταν η «Γιορτή στου Παπαδάκη», έργο του Volker Ludwig, δημιουργού και του θρυλικού Μορμόλη, ανέβαινε στο Grips Theater του Βερολίνου με τεράστια και διαχρονική επιτυχία. Το αντίστοιχο τραγούδι, που για την ελληνική παράσταση έγραψαν οι Active Member, διδασκόταν στα γερμανικά σχολεία. Χρειάστηκαν όλα αυτά τα χρόνια μέχρι ο ίδιος ο Παπαδάκης να αναμετρηθεί στη δική του χώρα με τον δικό του ξένο, τον ιρανό Νουριάν, ο οποίος κατασκηνώνει με τον γιό του στο σημείο που κάθε καλοκαίρι έβαζε τη σκηνή του ο ίδιος με τα παιδιά του. Δίπλα-δίπλα αναγκαστικά πλέον, πρέπει να μάθουν να συμβιώνουν, να ανέχονται και να καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλον, πράγμα που αποδεικνύεται πολύ δύσκολο. Γιατί ο Παπαδάκης είναι ένας τυπικός νέο-ελληναράς που κουβαλά το αμάξι, τον εξοπλισμό και τα gadgets του και, μαζί με αυτά, όλα τα στερεότυπα για τον άλλο, τον ξένο. Ο δε Νουριάν βάζει δυνατά την ανατολίτικη μουσική του, χορεύει και τραγουδά με το γιό του και μαγειρεύει στο γκαζάκι φαγητά που μυρίζουν παράξενα. Όμως η κόρη του Παπαδάκη τυχαίνει να γνωρίζει το παιδί του Nουριάν από το σχολείο και συμπαρασύρει τον αρχικά αρνητικό αδερφό της στην παρέα μαζί του. Έτσι γνωρίζουν και την Αϊσέ, ένα κορίτσι από το Πακιστάν, που δεν πάει στο σχολείο για να δουλεύει – καθαρίζοντας το κάμπινγκ έναντι πινακίου φακής. Το καταλυτικό στοιχείο ώστε να γνωριστούν όλοι αυτοί καλύτερα και να αποδεχτούν ο ένας τον άλλον, είναι φυσικά τα παιδιά, δηλαδή το νέο, το μέλλον, η ελπίδα.

Είναι ο δεύτερος χρόνος της παράστασης στο θέατρο Πορεία υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Δημήτρη Τάρλοου. Ο ένας σκηνοθέτης εκ των δυο σκηνοθετών της παράστασης, Βασίλης Κουκαλάνι, συνδυάζει τους δυο πολιτισμούς, καθώς είναι μισός έλληνας – μισός ιρανός, έχοντας ζήσει και στη Γερμανία. Εκεί παρακολούθησε την παράσταση σε ηλικία 9 ετών. «Πάντα έψαχνα αυτές τις παραστάσεις, με αφορούσαν γιατί ήμουν κι εγώ ξένος στη χώρα. Είχα καιρό στο νου μου τη μεταφορά του έργου στην Ελλάδα. Ενώ η παράσταση δημιουργήθηκε πριν τα δύο τελευταία εκλογικά αποτελέσματα, ο ρατσισμός είναι ήδη σε έξαρση τα τελευταία δέκα χρόνια και η ελληνική κοινωνία βρέθηκε απροετοίμαστη, απαίδευτη. Σίγουρα θα ήταν χρήσιμο να έχεις τη σοφία να επέμβεις πριν φτάσει η κατάσταση στο απροχώρητο. Τώρα, το έργο είναι επίκαιρο μέχρι αηδίας!»

Η «Γιορτή στου Νουριάν» είναι μια προσεγμένη θεατρική παράσταση σε ρεαλιστική συνθήκη μπρεχτικού στοιχείου, με ρυθμό και ατάκες που κάνουν το ενήλικο και παιδικό κοινό να γελά, να ενθουσιάζεται, να προβληματίζεται και πολύ συχνά να βλέπει τον εαυτό του σε καθρέφτη. Γιατί όλοι έχουμε λίγο ή πολύ Παπαδάκη μέσα μας (και είναι εξαιρετικός στο ρόλο του ο Γιώργος Δάμπασης). Όπως λέει ο Κουκαλάνι, ο Παπαδάκης δεν είναι κακός, είναι ένας τύπος που μπορεί και να κάναμε παρέα. «Δεν είναι φασίστας, δεν είναι χρυσαυγίτης, είναι ένας αφελής πασόκος, που νιώθει ότι απειλείται. Ακούει αντιδραστικές κορόνες και θέλει να προστατεύσει τη χώρα του. Λατρεύει τα παιδιά του, αλλά είναι σε σύγχυση που περικλείει την επιφύλαξη και το φόβο».

Εύστοχα αποδίδεται και ο ρατσισμός ανάμεσα στους ίδιους τους μετανάστες, καθώς και τα στοιχεία υποκουλτούρας που συναντώνται ή και προσλαμβάνονται με ευκολία παντού. Ο γιος του Νουριάν, πχ. που ξέρει τι πάει να πει εκμετάλλευση, ζητάει με τη σειρά του από την Αϊσέ την προμήθειά του, το ένα από τα δύο ευρώ που θα έπαιρνε για να πλύνει ένα αυτοκίνητο. Ο δε Νουριάν, που ερμηνεύει ο ίδιος ο Κουκαλάνι, είναι εξαιρετικά υπομονετικός, πολιτισμένος, ευγενής, χωρίς να αντιδρά στην εχθρότητα του Παπαδάκη. Εκεί βρίσκεται η μοναδική ίσως ένστασή μου στην απόδοση του έργου, καθώς αυτή η μεγαλόψυχη στάση φαίνεται κάπως αφύσικη, ρομαντική και δημιουργεί μια ανισορροπία στον αντίποδα του Παπαδάκη, που θα μπορούσε τελικά να βλάψει τον χαρακτήρα του Νουριάν αποστασιοποιώντας τον από μια ανθρώπινη διάσταση, με την οποία μπορεί κανείς να ταυτιστεί ή να συμπαθήσει. Κατά τον σκηνοθέτη, αποδίδεται έτσι η συμπεριφορά ενός ανθρώπου σε ξένο τόπο όπου είναι σε μειονεκτική θέση και αισθάνεται ότι βάλλεται. «Θα δείτε ότι και η Πακιστανή, η Αϊσέ είναι πιο μαζεμένη, σκύβει και χαμηλώνει τα μάτια όταν της μιλούν. Σε αντιδιαστολή με τον Παπαδάκη, που έχει δεδομένα δικαιώματα, ο Νουριάν φέρει μια ευγένεια και μια γλύκα διαφορετική».

Όμως, ποια δικαιώματα είναι πλέον δεδομένα και για τον Έλληνα στη χώρα του; Η εικόνα έχει αλλάξει πολύ, σε σημείο να νιώθει ξένος στην ίδια του τη χώρα. «Φυσικά, τα δικαιώματα είναι πλέον απόλυτα υπό διαπραγμάτευση και αυτή η ανατροπή έγινε ραγδαία και χρειάζεται προσαρμογή. Παρόλα αυτά, οι άνθρωποι χρειάζονται να αναπαριστούν ότι όλα είναι εντάξει για να μην ξεβολευτούν και πέσουν σε κατάθλιψη. Νομίζω πάντως ότι ακόμα θρηνούν αυτά που δεν μπορούν να καταναλώσουν, κι όχι τη χαμένη τους αξιοπρέπεια. Όσο για εμάς, νομίζω ότι εάν σε τέτοιες εποχές η τέχνη δεν πάρει σαφή θέση και δεν ζητήσει πολιτική και κοινωνική συμμετοχή, θα πλαδαρέψει και θα πέσει στα αζήτητα».

Γι’ αυτό, όπως τραγουδούν οι ηθοποιοί στην πιο έντονη κατά τη γνώμη μου στιγμή της παράστασης: «Φωνάξτε όλοι δυνατά / άγρια παιδιά και ήμερα / δε θα μας βρούνε χωριστά / κάνουμε αρχή από σήμερα!»

Η παράσταση «Μια γιορτή στο Νουριάν» παίζεται στο θέατρο Πορεία έως 28/4.