Ήθελα αιώνες να χιονίσει, αλλά μέσα από τα τζάμια του σκάφους έβλεπα μόνο μια αστρική μπλε νύχτα.

Την τελευταία φορά που είδα χιόνι, το κοιτούσα από ένα άλλο τζάμι. Τώρα πόσο είμαι; Τότε, τεσσάρων μάλλον. Υπήρχε γύρω μου μία γιορτή, δεν θυμάμαι το όνομά της. Υπήρχε και ένας άνθρωπος, μάλλον γυναίκα, και μου διάβαζε. Κάτι μου διάβαζε – πώς τα λέγαν τότε; Βιβλίο; Παραμύθι; Ήταν για έναν άντρα γέρο. Στην αρχή ήταν κακός, τσιγκούνης, ώσπου είδε τα φαντάσματα κι έγινε εν μια νυκτί καλός. Πολύ ωραίο ήταν. Αφού είχε και πολύ χιόνι μέσα – θυμάμαι τις εικόνες. Μου τις έδειχνε η γυναίκα που κρατούσε το βιβλίο. Πώς τις λέγαν τότε; Είναι νομίζω αυτές που μας γεννούσαν. Άλλες εποχές… Δίπλα μου υπήρχε κι ένα δέντρο λαμπερό, με φώτα. Ναι, δέντρο μες στο σπίτι. Αυτό είναι κάπως ανεξήγητο.

Λίγο μετά συνέβη η Μετατόπιση – άλλαξαν όλα. Και τοποθετηθήκαμε ένας ένας μέσα στα ουράνια σκάφη. Οι χειριστές ανέλαβαν τη διαδικασία. Δεν παραπονεθήκαμε, το έκαναν για το καλό μας. (Τους χειριστές μας εμείς πάντα τους πιστεύουμε.) Τότε η γυναίκα εξαφανίστηκε, την οδήγησαν προς το δικό της σκάφος. Κι ύστερα εμένα στο δικό μου. Και τον καθένα από τους ανθρώπους. Και ζούσαμε καλά εκεί για αιώνες, ο χρόνος δεν περνούσε, πολύ ωραία ήταν. Μα το ήξερα πως κι από εκεί κάποια στιγμή θα αποχωρούσα. Οι χειριστές αυτό το έλεγαν απ’ την αρχή. Όμως εμείς ποτέ δεν πρέπει να γνωρίζουμε πότε.

Εχθές το βράδυ η πόρτα του σκάφους άνοιξε. Συνέβη ξαφνικά.

Με έβαλαν πρώτα στο νερό του μπάνιου, γυμνό. Με έπλεναν κι άκουγα να λεν ιστορίες μεταξύ τους για τα πράσινα φύλλα που ποτέ μου δε θα ξαναδώ, γιατί όλα πάλι θα αλλάξουν. Με πήραν σηκωτό, αιωρούμενο μ’ αφήσαν να στεγνώνω. Κάτι λέγαν, πέντε σταγόνες ακόμα και θα ήμουν στεγνός, τέλος μου δείξαν τα ταριχευμένα φύλλα στο κουτί. Έτσι, να τα ’χω για ανάμνηση. Είχα πια στεγνώσει και σιγοτρέμοντας περίμενα.
Είχα μπει στο σκάφος λίγο μετά τη γιορτή εκείνη· τώρα θα έβγαινα.

Έκλεινα τα μάτια, φωτάκια αναβόσβηναν, χουζούρευα ζεστός. Αυτοί με τύλιγαν με αμέτρητες σειρές από λαμπιόνια. Γύρω από τα πόδια, κάτω από τον ώμο, πάνω στο κεφάλι, μέχρι τον λαιμό με ετοίμαζαν – στα πολύχρωμα λαμπιόνια μ’ έδιναν. Μου είπαν να κρατώ σφιχτά την μπαταρία να ρυθμίζω, να αναβοσβήνουν τα λαμπιόνια, να περνάω. Και σκληρά με πέταξαν –ένα γυμνό πολύφωτο– σε θάλασσα με ψηλά βράχια.

Λίγες στιγμές πριν σκάσω στον βράχο, τα μέλη μου απλώθηκαν, φώτιζαν, έπεφτα. Και η πόρτα του σκάφους έκλεισε.

(Η θάλασσα είναι ήρεμη· κρύβει και κατοικείται· κι έχει πλαγκτόν αλλά καθόλου φύλλα.)

Τώρα δεν κινούμαι, γιατί πονάω. Μέρες περνώ στον βράχο. Στο σημείο που το κορμί συγκρούστηκε έχω κολλήσει και το αίμα είναι ελαστικό. Τα πόδια αγγίζουν τη θάλασσα, το κεφάλι κοιτιέται στο νερό. Με ανοιχτά χέρια αγκαλιάζω. Δίπλα μου δυο πέτρες χωρίς κάτι πάνω. Και στον βυθό διέρχονται όντα – τρέμουν λίγο, κοπάδια που παρασύρονται απ’ το φως μου. Τις νύχτες έτσι φαντάζω εγώ, και περνώ όλο Χριστούγεννα.

Α, έτσι τη λέγαν τη γιορτή; Ναι, έτσι πρέπει να τη λέγαν…

Μερικές φορές χιονίζει κιόλας. Πέφτει πολύ. Στη θάλασσα λιώνει, αλλά όχι σ’ εμένα. Μαζεύεται πάνω μου, φτιάχνει ένα μικρό διάφανο βουνό. Τότε από βαθιά φέγγουν τα πολύχρωμα λαμπιόνια. Είναι θαμπά σαν μέσα από παγωμένο καπνό – νύχτα και μέρα. Μελανιάζω. Μα θα χρειαστώ ένα χρώμα όταν η μπαταρία εξαντληθεί. Θα μείνει όμως το χιόνι. Και βλέπω ήδη τις μέδουσες να αμφιβάλλουν για τις δικές τους γιορτές μπροστά στη μεγαλοπρέπεια της δικής μου. Ώσπου παραλύω από ευτυχία όταν ξαφνικά νιώθω πως μπορώ.

Γιατί σε λίγο θα βγαίνει από μένα. Ναι ναι, μητέρα…
Α, έτσι ονομαζόταν η γυναίκα;
“Ντίκενς”, όμως, “ντίκενς” τι σημαίνει; (Πώς μου ’ρθε πάλι αυτή η λέξη; Αυτό είναι κάπως ανεξήγητο.)
Τι σημασία πια;
Σε λίγο θα βγαίνει από μένα. Ίσως κι εν μιά νυκτί.
Αργά, μαθαίνω να χιονίζω.

Ο Βασίλης Αμανατίδης έχει γράψει έξι βιβλία ποίησης (πρόσφατα: 7: ποίηση για video games, Νεφέλη) και δύο συλλογές διηγημάτων («Μη με φας» και «Ο σκύλος της Χάρυβδης», Καστανιώτης). Τα τελευταία δέκα χρόνια ασχολείται με τη μετάφραση πεζογραφίας και ποίησης. Γράφει κριτική ποίησης στο “Εντευκτήριο” και στην “Εφημερίδα των Συντακτών”. Είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού [ΦΡΜΚ] και της πλατφόρμας Greek Poetry Now. Το 2013 δημιούργησε και επιμελήθηκε την εικαστική έκθεση “ΑΙΔΩ/ΕΔΩ”. Σύντομα θα κυκλοφορήσει το καινούριο του βιβλίο ποίησης “μ_otherpoem: μόνο λόγος”.

Ο Γιώργος Μαραζιώτης δουλεύει ως ζωγράφος και εικαστικός και μέσω των έργων του (πίνακες, εγκαταστάσεις & μεταξοτυπίες) ερευνά την έννοια του χρόνου, τα όρια της αισθαντικότητας των πραγμάτων και τα ίδια τα όρια της ανθρώπινης υπόστασης. Αυτό το καιρό πραγματοποιείται η νέα του ατομική έκθεση “Night Of The World” στη gallery BETON7.