«Ζωγραφίζω σημαίνει “αγαπώ εκ νέου”, έλεγε ο Henry Miller. Η ρήση αυτή συνοψίζει εύστοχα το ζωγραφικό διάβημα του Ντίκου Βυζάντιου, ο οποίος με ανανεωμένη ματιά, μέσα από ποικιλότροπες οπτικές γωνίες είδε και κατέγραψε θεάματα του κόσμου, όσο ασήμαντα κι αν είναι. Το έργο του, παρά τις διφορούμενες φορμαλιστικές ιδιαιτερότητες, διατηρεί μια συνεκτική ενότητα. Η ενίοτε τεθλασμένη πορεία του ή η ανυπότακτη στάση του σε νεοφανή εικαστικά δεδομένα τον ώθησαν προς διαφορετικές τάσεις φορμαλισμού, χωρίς να αποκόπτεται από τις δικές του πηγές και παραδόσεις», γράφει για τον Ντίκο Βυζάντιο ο Κυριάκος Κουτσομάλλης στον κατάλογο της αναδρομικής έκθεσης που οργανώνει το Ίδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή στην Άνδρο έως τις 22 Σεπτεμβρίου 2019. Με τίτλο «Ανεικονισμός και Παραστατικότητα», στις αίθουσες του μουσείου,  το έργο του διακεκριμένου ζωγράφου της διασποράς, ο οποίος επί μισό και πλέον αιώνα διέπρεψε στο εικαστικό καλλιτεχνικό προσκήνιο του Παρισιού, ξαναδιαβάζεται από τον επισκέπτη με όλες τις επιρροές και τα ζωγραφικά διαβήματα που επιχείρησε σε όλη τη διάρκεια της μακράς δημιουργικής ζωής του.

Μια γυναίκα γέρνει ελαφρά καθώς γράφει καθισμένη στο σεκρετέρ της. Τα μαλλιά της είναι σπαστά και τακτοποιημένα, το φόρεμά της λευκό. Μοντέλο του έργου είναι η Ευφροσύνη Σκουμπουρδή, μητέρα του 13χρονου Ντίκου (Κωνσταντίνου) Βυζάντιου, ο οποίος από τη γέννησή του ζει σε ένα περιβάλλον καλλιτεχνικών και πνευματικών ζυμώσεων. Ο πατέρας του Περικλής Βυζάντιος, γόνος παλιάς φαναριώτικης οικογένειας, με δυναμική παρουσία στην καλλιτεχνική ζωή της Αθήνας του Μεσοπολέμου, κατάφερε από πολύ νωρίς να μεταγγίσει στον Ντίκο το καλλιτεχνικό ταλέντο και την έφεση προς τις αξίες του ουμανισμού. Αυτό, το πρώτο έργο της έκθεσης στο μουσείο, είναι συγκινητικό, τα επόμενα, μελάνια σε χαρτί, τοπία του Παρισιού, έργα με υπαινικτικό ρεαλισμό, καμβάδες των τελευταίων ετών με αδιαπέραστα πρόσωπα, φανερώνουν το ταλέντο και τη διαρκή, μέχρι τέλους αναζήτηση της φόρμας και της ουσίας, που αναδεικνύεται σε κάθε περίοδο του έργου του Βυζάντιου.

Ο διακεκριμένος ζωγράφος της διασποράς που έγινε δεκτός στην Καλών Τεχνών σε ηλικία 16 ετών, το 1945 ήταν ένας από τους 200 υπότροφους του γαλλικού κράτους που έφτασαν στο Παρίσι με το θρυλικό πλοίο «Ματαρόα», ενώ ξεσπούσε ο Εμφύλιος στην Ελλάδα. Εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, παρακολούθησε μαθήματα στις Ακαδημίες Julian και Grande Chaumière, μυήθηκε στην τέχνη της χαλκογραφίας κοντά στον Δημήτρη Γαλάνη κι εντάχθηκε στη μεταπολεμική Ecole de Paris. Συνδέθηκε με φιλία με τον Alberto Giacometti και προϊόντος του χρόνου με καλλιτέχνες όπως τους P. Soulage, S. Poliakoff, Vieira da Silva και άλλους.

H πρώτη του ατομική έκθεση έγινε στο Παρίσι (1951, Ariel). Λίγο αργότερα έδειξε τη δουλειά του στην Αθήνα (1955, Ζαχαρίου), χωρίς να παρίσταται ο ίδιος στην έκθεση, αφού δεν μπορούσε να επιστρέψει στην Ελλάδα, ως ανυπότακτος. Ακολούθησαν πολλές άλλες ατομικές εκθέσεις στο Παρίσι, στην Αθήνα και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις. Συμμετείχε επίσης σε πολλές ομαδικές και διεθνείς εκθέσεις.

Το ατελιέ του Περικλή Βυζάντιου, 1945 Λάδι σε ξύλο, 52,5 Χ 60,5 εκ. Ιδιωτική συλλογή

Το ατελιέ του Περικλή Βυζάντιου, 1945 Λάδι σε ξύλο, 52,5 Χ 60,5 εκ. Ιδιωτική συλλογή

Πίσω από το τζάμι, 1976 Pierre noir σε χαρτί, 75 Χ 105 εκ. Συλλογή Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή

Κατά την καλλιτεχνική του διαδρομή τρεις υπήρξαν οι σημαντικοί κύκλοι του έργου του:

Η αφαιρετική περίοδος, η οποία διήρκησε μέχρι το 1972 και ολοκληρώθηκε με μια αναδρομική έκθεση στο Μουσείο Galliera. (1945 – 1972)
Η περίοδος των μαυρόασπρων σχεδίων σε χαρτί, τα οποία εγκωμίασε με ένα εμβριθές και διορατικό κείμενο ο φιλόσοφος Michel Foucault. (1972 – 1981)
Η περίοδος των ανθρωποκεντρικών συνθέσεων που άρχισε από το 1981 και διήρκεσε μέχρι το τέλος της ζωής του και παρουσιάστηκαν σε μια πλειάδα εκθέσεων διεθνώς. (1981 – 2007)

Τα χαρτιά, 1992 Λάδι σε καμβά, 195 Χ 160 εκ. Συλλογή Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή

Η ζωγραφική του ξεκίνησε με τοπιογραφικά μοτίβα και εξελίχτηκε αρχικά προς την αφαίρεση. Τα αφηρημένα του έργα συγκροτούν μια ολοκληρωμένη περίοδο της δουλειάς του, με κέντρο τη δεκαετία του 1960. Προς τα μέσα της επόμενης δεκαετίας ο ζωγράφος επανέρχεται στην παραστατική τέχνη, πρώτα με σχέδια σε μαύρο-άσπρο και τέλος με ανθρωποκεντρικές συνθέσεις μεγάλων διαστάσεων, που εικονίζουν σκηνές από την αστική ζωή σε εξπρεσιονιστικό ύφος. Χαρακτηριστικό στοιχείο του έργου του είναι η έμφαση στο σχέδιο και η ιδιότυπη σχέση των μορφών με το χώρο, είτε πρόκειται για ανθρώπινες φιγούρες είτε για νεκρές φύσεις.

Το 2000, είναι ένας από τους 50 καλλιτέχνες, στους οποίους το Ολυμπιακό Μουσείο της Γενεύης παραγγέλλει έργα για τον εορτασμό της εκατονταετηρίδας των Ολυμπιακών Αγώνων. Ο Ντίκος Βυζάντιος πέθανε στη Μαγιόρκα το 2007.

 

Info έκθεσης:

Ντίκος Βυζάντιος, Ανεικονισμός και Παραστατικότητα | 30 Ιουνίου – 22 Σεπτεμβρίου 2019 | Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Άνδρου