Στο οπισθόφυλλο του μυθιστορήματος του Ιρλανδού Κέβιν Μπάρι Νυχτερινό Πλοίο για Ταγγέρη, αναφέρεται η ομοιότητα με τα θεατρικά έργα του Μπέκετ. Όσο κι αν θέλω να πρωτοτυπήσω δεν μπορώ παρά να παραδεχτώ το ίδιο. Οι ομοιότητες είναι τόσο προφανείς, τόσο συνειδητές, που είναι άστοχο να τις αγνοήσει κανείς. Έχουν να κάνουν με το ύφος, τη γλώσσα, το όραμα.

Θα προσέθετα απλά ότι ο Μπάρι ως πεζογράφος εντάσσεται ευρύτερα στην γλωσσικά χαρισματική ιρλανδική παράδοση συγγραφέων από τον Τζόις ως τον Φλαν Ο’ Μπράϊαν και φυσικά τον Μπέκετ. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Ο Μόρις και ο Τσάρλι, δύο πενηντάρηδες Ιρλανδοί, παιδικοί φίλοι, πρώην έμποροι ναρκωτικών, κάθονται σε ένα λιμάνι της Ανδαλουσίας και περιμένουν. Τι περιμένουν; Την αναχώρηση ή την άφιξη ενός πλοίου από ή προς την Ταγγέρη του Μαρόκου.

Γιατί το περιμένουν; Γιατί έχουν πληροφορίες ότι η εξαφανισμένη κόρη του ενός ενδεχομένως να βρίσκεται σε αυτό το πλοίο. Όσο περιμένουν, προχωρούν σε μια ανασκόπηση της ζωής τους, φιλοσοφούν, λέγουν και αντιλέγουν, φάσκουν και αντιφάσκουν, επιστρατεύοντας το τόσο ιδιόμορφο, ανίερο, γοητευτικά σκοτεινό ιρλανδικό χιούμορ.

Οι πρώτες ομοιότητες με τον Μπέκετ είναι εμφανείς: Δυο φιγούρες περιμένουν κάτι σε ένα αφιλόξενο μέρος, θυμίζοντας τον Βλαντιμίρ και τον Εστραγκόν από το Περιμένοντας τον Γκοντό. Η στιχομυθία ανάμεσα στους δύο με σύντομες ατάκες που εναλλάσσονται, με τον ένα να συμπληρώνει τον άλλον, επίσης ταιριάζουν με το ύφος του Μπέκετ και τονίζουν τη θεατρική φύση του μυθιστορήματος (το οποίο πράγματι συνελήφθη ως ιδέα σαν θεατρικό έργο).

Η αίσθηση του παραλόγου είναι επίσης διάχυτη και εκφράζεται ποικιλοτρόπως: αφ’ ενός με την αίσθηση διαρκούς αποξένωσης, όποιο κι αν είναι το μέρος που φιλοξενεί τους δύο πρωταγωνιστές και αφ’ ετέρου με στιγμές σουρεαλισμού που υπογραμμίζουν μια σχεδόν παραισθησιογόνα πραγματικότητα, η οποία βεβαίως αντιστοιχεί στις καταχρήσεις των παραισθησιογόνων ναρκωτικών που έχουν συνοδεύσει τη ζωή τους.

Έτσι, οι δύο Ιρλανδοί περιμένουν ένα καράβι, σα να περιμένουν τον βαρκάρη να περάσει στην απέναντι όχθη του Αχέροντα. Εδώ όμως πρέπει να γίνει κατανοητό ότι ο Μόρις και ο Τσάρλι δεν είναι καλοί άνθρωποι, και ο Μπάρι σε καμία περίπτωση δεν κρύβει τα φριχτά πράγματα που έχουν κάνει. Παράλληλα όμως, τους κάνει αρκετά ανθρώπινους και ευάλωτους ώστε να προκαλεί την συμπόνια του αναγνώστη, αν όχι και την ταύτισή του με αυτούς υπό ορισμένες προϋποθέσεις.

Ο μέσος αναγνώστης δεν θα ταυτιστεί με κάποιον που βαράει ενέσεις ηρωίνης ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών ενώ το μωρό του κοιμάται σε μια κούνια στο διπλανό δωμάτιο, ούτε και με κάποιον που οργανώνει φορτίο ναρκωτικών ενός τόνου, όμως μπορεί υπό προϋποθέσεις να ταυτιστεί με κάποιον που νιώθει το βάρος των λανθασμένων επιλογών, που βιώνει την απώλεια, τον φόβο του χρόνου που περνάει χωρίς να συγχωρεί, που προσπαθεί να μην πνιγεί μέσα στις ενοχές του.

Πέρα από τους κοφτούς και σπιρτόζικους διαλόγους, ο Κέβιν Μπάρι επιδεικνύει αναμφίβολες γλωσσικές ικανότητες και στα λυρικά ξεσπάσματα που όλο και πιο συχνά εμφανίζονται στο μυθιστόρημα. Πρόκειται για αποσπάσματα άγριας ποίησης με αισθητικά αξιομνημόνευτες εικόνες, ενδεικτικά ενός ιδιόμορφου και πλούσιου ύφους γραφής.

Ο Μπάρι δικαιωματικά παίρνει τη θέση του στην παράδοση των τόσο χαρισματικών γλωσσολάγνων Ιρλανδών συγγραφέων, προσφέροντάς μας ένα αξιόλογο μυθιστόρημα που παρεκκλίνει της πεπατημένης.

«Νυχτερινό Πλοίο για Ταγγέρη» του Κέβιν Μπάρι, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις gutenberg