Εξάλλου δε ζητήσαμε τη νίκη – μονάχα λίγη μουσική
Τάσος Λειβαδίτης

To 1977, o γάλλος οικονομολόγος και κοινωνιολόγος Jacques Attali* αναλύει την πολιτική οικονομία της μουσικής και τους τρόπους με τους οποίους οι αλλαγές στις δομές της μπορούν να προλέγουν τις αλλαγές στην κοινωνική πραγματικότητα: «Η δυτική σοφία πασχίζει, εδώ και είκοσι πέντε αιώνες, να δει τον κόσμο. Δεν έχει καταλάβει πώς τον κόσμο δεν τον βλέπεις, τον ακούς. Δεν τον διαβάζεις, τον ακροάσαι. Η επιστήμη μας θέλησε ανέκαθεν να ελέγξει, ν’ αποτιμήσει, να εξιδανικέψει και να ευνουχίσει τις αισθήσεις, λησμονώντας πώς η ζωή είναι θορυβώδης και πώς μόνο ο θάνατος είναι σιωπηλός […] Τίποτα ουσιαστικό δε συμβαίνει, όπου ο ήχος να μην είναι παρών. Σήμερα η ματιά χρεοκόπησε, γιατί δε βλέπει πια το μέλλον μας, γιατί κατασκεύασε ένα παρόν καμωμένο από αφαίρεση, παραλογισμό και σιωπή. Πρέπει λοιπόν να μάθουμε να κρίνουμε μια κοινωνία από τους θορύβους της, από την τέχνη της, από το γλέντι της πιο πολύ παρά από τις στατιστικές της. Ακούγοντας τους θορύβους θα μπορέσουμε καλύτερα ν’ αντιληφθούμε πού μας σπρώχνει η παραφροσύνη των ανθρώπων και των αριθμών και ποιες ελπίδες μπορεί να υπάρχουν ακόμα.»

Στις πολύβουές μας μέρες, τις φορτωμένες με φωνές, ωτορρηκτικές σιωπές και κάθε είδους περισπασμούς, καλούμαστε να γίνουμε διαχειριστές θορύβων. Μαθητευόμενοι μουσικολόγοι, μαθαίνουμε να ξεμπλέκουμε τους ωφέλιμους ήχους από την αστική τύρβη και να τους αναδιατάσσουμε σε μουσική, αναγνωρίζοντας μέσα στους βόμβους, με το ιδιωματικό μας αυτί, τις ποικίλες εκφράσεις μιας κοινής μητρικής γλώσσας.

Ο πληθωρικός άνδρας που κάθεται δίπλα μου, με περασμένα στο στεφάνι του κεφαλιού του τα χαρακτηριστικά στρογγυλά από ταρταρούγα γυαλιά του, έχει ένα ιδιαίτερο ταλέντο στο να ξεδιαλύνει τους ήχους και να μιλάει τη μουσική σα γλώσσα. Είναι μουσικολόγος και έχει μελετήσει την ιστορία και τη σημειολογία της στη θεωρία και στην πράξη. Είναι μουσικός – ακόμη κι αν δεν τον αναγνωρίσεις, το καταλαβαίνεις από τον τρόπο που «μιλάει» με τα χέρια του. Είναι συνθέτης μιας μακράς λίστας μουσικής για ορχήστρα, όπερα, μπαλέτο, τηλεόραση, κινηματογράφο, κουαρτέτα εγχόρδων, σόλο πιάνο και για ένα μουσικό σύνολο που φέρει το όνομά του. Είναι ο άνθρωπος που, 10 χρόνια μετά τον Attali, απέδειξε πώς η μουσική μπορεί να γίνει ο μόνος τρόπος να καταλάβεις τον κόσμο με το «The man who mistook his wife for a hat», την όπερα δωματίου που μεταγράφει μια νευρολογική μελέτη για έναν τραγουδιστή με οπτική αγνωσία που ξαναμαθαίνει να βλέπει όχι πια με τα μάτια, αλλά με την εσωτερική του μουσική. Είναι ο Michael Nyman, άρτι αφιχθείς στη Θεσσαλονίκη για μία μοναδική συναυλία με την Κρατική Ορχήστρα στις 21 Μαρτίου με αφορμή τα 70α του γενέθλια.

Δέχεται υπομονετικά ερωτήσεις που φαίνεται ότι έχει κουραστεί να απαντάει για την ιδιότητα που τον έχει στιγματίσει: εκείνη του συνθέτη κινηματογραφικής μουσικής, πάλαι ποτέ συνεργάτη του Peter Greenaway μεταξύ άλλων και συνυπεύθυνου για την εκκωφαντική επιτυχία των «Μαθημάτων Πιάνου» της Jane Campion. Ποιες είναι οι δυσκολίες του να δουλεύεις με έναν σκηνοθέτη και για ποιες ταινίες θα ήθελε να έχει γράψει μουσική; Οι απαντήσεις του πλατειάζουν. Επαναλαμβάνει πράγματα που έχει πει κατ’ επανάληψη στο παρελθόν, γιατί την απάντηση την έχει δώσει ήδη μέσα σε δυο φράσεις: δε γράφω μόνο μουσική για κινηματογράφο και δε γράφω πια μουσική για κινηματογράφο.

Από κοντά και η ταμπέλα του ευρωπαίου μινιμαλιστή («νονού» μάλιστα του όρου). Δύο βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις για το καλλιτεχνικό σύμπαν του Nyman που αποκρύπτουν περισσότερα από όσα αποκαλύπτουν. Ο μινιμαλισμός τού έδωσε τη δωρικότητα και την ακρίβεια, η κινηματογραφική μουσική την πειθαρχία, τη λυρικότητα και την αφηγηματικότητα. Η ιδιότυπη μουσική ταυτότητά του, χαρακτηριστική μέσα στην πολυδιαστατικότητά της θα εξηγηθεί μόνο αν προσθέσουμε και έναν τρίτο παράγοντα στην εξίσωση: ο Nyman είναι ένας ακούραστος συλλέκτης και διαχειριστής ήχων και θορύβων. Η καλλιτεχνική του έκφραση είναι αποτέλεσμα του δημιουργικού διάλογου στον οποίο υποβάλλει θραύσματα ήχων και μουσικών που έχει σωρεύσει μέσα στις παραγωγικές δεκαετίες του, από το μπαρόκ των σπουδών του ως τα σύγχρονα ακούσματά του, ιδιόκτητων και δανεικών, σε μια διαδικασία συνεχούς ανακύκλωσης και μεταποίησης.

Και την ίδια στιγμή, γέννημα της όψιμα εκφρασμένης αγάπης του για την εικόνα, τη σταθερή και την κινούμενη. Ερασιτέχνης κινηματογραφιστής από το 1968, μεταπλάθει τα τελευταία χρόνια οπτικά την μέχρι πρόσφατα μουσικά εκφρασμένη εικονοπλασία του: από το φωτογραφικό άλμπουμ Sublime στην εικαστική και μουσική επαναδιαπραγμάτευση του εμβληματικού «Man with a movie camera» του Vertov με το αυτοαναφορικό «Nyman with a movie camera».

Στη Θεσσαλονίκη επιστρέφει ως μαέστρος αυτή τη φορά, σχετικά νεόκοπος και ενθουσιασμένος με το πώς οι κινήσεις των χεριών του μπορούν να επηρεάσουν τον ήχο των οργάνων και με τη συνεργασία του με τη «φανταστική», όπως τη χαρακτήρισε, Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, με το μικρό, διεθνούς ακτινοβολίας, πολιτιστικό θαύμα της πόλης που πρόσφατα ανακοίνωσε την ακύρωση τριών συναυλιών από τον προγραμματισμό της προκειμένου να ανταπεξέλθει στην επιπλέον μείωση του προϋπολογισμού της που, αθάνατο ελληνικό πολιτικό δαιμόνιο, ανακοινώθηκε μόλις πριν δύο μήνες.

Είναι η μεγάλη ανταπόκριση του κοινού της πόλης σε μια τόσο σημαντική πολιτισμική στιγμή της ενδεικτική της ελπίδας που αναφέρει ο Attali; Η πολύβουη εποχή μας χρειάζεται περισσότερους διαχειριστές θορύβων και λιγότερους διαχειριστές που παράγουν θόρυβο.

Στη συναυλία θα παρουσιαστούν η Σουίτα Draughtsman’s Contract από την ομώνυμη ταινία του Greenaway (1982), το Διπλό Κοντσέρτο για σαξόφωνο και βιολοντσέλο και η πρόσφατα ολοκληρωμένη 6η Συμφωνία του συνθέτη, με τη σύμπραξη του διεθνούς φήμης σολίστ Θεόδωρου Κερκέζου στο σαξόφωνο και της καταξιωμένης σολίστ της Κ.Ο.Θ. Λίλας Μανώλα στο βιολοντσέλο.

* Θόρυβοι: Δοκίμιο πολιτικής οικονομίας της μουσικής, Κέδρος, 1978, μτφρ. Ντενίζ Ανδριτσάνου

O Μichael Nyman διευθύνει την Κ.Ο.Θ. | Παρασκευή 21 Μαρτίου στις 21:00 | Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο