Το Rijksmuseum του Άμστερνταμ άρχισε τις μεγαλύτερες εργασίες αποκατάστασης που έχουν πραγματοποιηθεί ποτέ στη «Νυχτερινή Περίπολο» του Ρέμπραντ, πίσω από αλεξίσφαιρο γυάλινο τοίχο που προστατεύει το έργο, αλλά το αφήνει ορατό στα βλέμματα των επισκεπτών. Η αποκατάσταση του πίνακα θα διαρκέσει χρόνια και καθώς το μουσείο δεν μπορούσε να στερηθεί το αριστούργημά του, η διαδικασία αναμεταδίδεται απευθείας μέσω διαδικτύου ώστε να μπορεί όλος ο κόσμος να την παρακολουθεί. Μάλιστα το μουσείο, ανεβάζει καθημερινά στους λογαριασμούς του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βίντεο με την πρόοδο των εργασιών.

Η Νυχτερινή Περίπολος του Ρέμπραντ, πίνακας διάσημος χάρη σε τρία βασικά του χαρακτηριστικά, το πολύ μεγάλο του μέγεθος (363 εκ. × 437 εκ.), την υποβλητική χρήση φωτός και σκιάσεων και τη σύλληψη της κίνησης σε ένα θέμα που παραδοσιακά θα ήταν ένα στατικό πορτρέτο στρατιωτικών είναι σήμερα πιο εκτεθειμένος από ποτέ στο βλέμμα του κοινού που μπορεί να παρακολουθεί τις επιτόπιες εργασίες συντήρησης και αποκατάστασής του.

Από το 1642, όταν ο Ρέμπραντ ζωγράφισε τον πίνακα, αριστούργημα της ολλανδικής Χρυσής εποχής στη ζωγραφική, που ο πλήρης τίτλος του είναι «Ο λόχος της πολιτοφυλακής υπό τη διοίκηση του λοχαγού Φρανς Μπάννινκ Κοκ» μέχρι σήμερα  έχουν δοθεί εκατοντάδες ερμηνείες στον συμβολισμό και τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν στην πελώρια ανθρωποκεντρική σύνθεση.

Πολλοί υποστηρίζουν ότι ο πίνακας έχει πολλά εννοιολογικά επίπεδα που συμβολίζουν την ενότητα μεταξύ των Ολλανδών Προτεσταντών και Καθολικών και την πολεμική προσπάθειά τους εναντίον των Ισπανών των Κάτω Χωρών. Οι διπλές αναγνώσεις των προσώπων που έχουν πραγματικές ανθρώπινες διαστάσεις απασχολούν τον κόσμο των ειδικών της τέχνης και πολλές θεωρίες συνομωσίας έχουν αναπτυχθεί που επιτείνουν το μυστήριο του πίνακα.

Παραγγελία του λοχαγού  Μπάννινκ Κοκ και δεκαεπτά μελών των Kloveniers προς τον Ρέμπραντ, ο πίνακας απεικονίζει 34 μορφές, ενώ ο ζωγράφος πληρώθηκε με το μεγάλο για εκείνη την εποχή ποσό των 100 γκίλντερς. Αναρτήθηκε αρχικά στην αίθουσα δεξιώσεων του νεοκτισμένου Kloveniersdoelen, με αφορμή την επίσκεψη της βασίλισσας της Γαλλίας Μαρίας των Μεδίκων. Το 1715 το έργο μεταφέρθηκε στο Δημαρχείο του Άμστερνταμ και υπέστη τροποποιήσεις. Όταν ο Μέγας Ναπολέων κατέκτησε την Ολλανδία, το Δημαρχείο έγινε το «Ανάκτορο του Νταμ» και οι άρχοντες το μετέφεραν στο Trippenhuis, κτίριο της οικογένειας Τριπ. Το έργο μεταφέρθηκε ξανά στο Trippenhuis, αφού ο Ναπολέων έφυγε από τη χώρα, μέχρι την τελική μεταφορά του στο Rijksmuseum, όταν ολοκληρώθηκε η κατασκευή του κτιρίου του το 1885.

Τον Σεπτέμβριο του 1939, με την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το έργο αποσπάσθηκε από την κορνίζα του και φυλάχτηκε στο Κάστρο Ραντμπάουντ στο Μεντέμπλικ, βόρεια του Άμστερνταμ. Μετά το τέλος του πολέμου, συντηρήθηκε και επέστρεψε στη θέση του. Άλλη μια φορά, λόγω της μεγάλης ανακαίνισης του μουσείου, το 2003, μεταφέρθηκε αλλού χωρίς την κορνίζα του για να τοποθετηθεί ξανά στη θέση του το 2013, στην αίθουσα του μουσείου που ονομάζεται προς τιμήν του έργου Nachtwachtzaal.

The night watch, Rembrandt

Στις γνωστές «ταλαιπωρίες» του έργου είναι η γνωστή μετακίνησή του από το Kloveniersdoelen προς το Δημαρχείο του Άμστερνταμ, όταν το έργο περικόπηκε και στις τέσσερις πλευρές του, ώστε να χωρέσει ανάμεσα σε δύο κολώνες. Η περικοπή αυτή είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια δύο μορφών στην αριστερή πλευρά του πίνακα, του άνω τμήματος της αψίδας, του κιγκλιδώματος και της άκρης του σκαλιού. Το κιγκλίδωμα και το σκαλί ήταν ζωτικά οπτικά «εργαλεία», που χρησιμοποιήθηκαν από τον Ρέμπραντ προκειμένου να προσδώσει στο έργο την ψευδαίσθηση της κίνησης προς τα εμπρός.

Το έργο έχει δεχθεί επιθέσεις όπως στις 13 Ιανουαρίου 1911, όταν ένας άνδρας έσκισε τον καμβά του πίνακα χρησιμοποιώντας μαχαίρι υποδηματοποιού, στις 14 Σεπτεμβρίου 1975, όταν ένας άνεργος καθηγητής «επιτέθηκε» στον πίνακα με μαχαίρι ψωμιού και κατάφερε να κάνει μερικά μεγάλα, σε σχήμα ζιγκ-ζαγκ κοψίματα που φαίνονται ακόμα και μετά την αποκατάσταση του πίνακα, -μάλιστα ο δράστης αυτοκτόνησε ένα χρόνο αργότερα- και στις 6 Απριλίου 1990, όταν ένας άνδρας ψέκασε με οξύ τον πίνακα, προκαλώντας μόνο επιφανειακή φθορά.

Το μουσείο αποφάσισε ότι το έργο των 337 κιλών ανήκει σε όλους που έχουν δικαίωμα να βλέπουν τις εργασίες. Πρόκειται για μια εργασία αποκατάστασης πολλών εκατομμυρίων ευρώ, καθώς είναι η μεγαλύτερη και πληρέστερη εργασία έρευνας και αποκατάστασης του αριστουργήματος του Ρέμπραντ στα χρονικά, όπως τονίζει το μουσείο. Οι επισκέπτες έχουν τη χαρά να γίνονται κοινωνοί της εργασίας της συντήρησης και με την επίσκεψή τους μοιάζει να μπαίνουν στα άδυτα του μουσείου. Η γυάλινη αίθουσα μέσα στην οποία εργάζονται οι συντηρητές είναι έργο του Γάλλου αρχιτέκτονα Ζαν-Μισέλ Βιλμότ, ο οποίος είχε αναλάβει τη διαρρύθμιση των αιθουσών κατά τις εργασίες ανακαίνισης του μουσείου που ολοκληρώθηκε το 2013.

Ένα από τα κομμάτια που θα συντηρηθούν με προσοχή είναι η απεικόνιση ενός μικρού σκύλου στο κάτω δεξί μέρος του πίνακα, ο οποίος είχε αποχρωματιστεί όταν το έργο βανδαλίστηκε το 1975. Η αρχή της συντήρησης του έργου συμπίπτει με την επέτειο των 350 ετών από το θάνατο του ζωγράφου που γιορτάστηκε με πλήθος λαμπρών εκδηλώσεων και εκθέσεων.