Ο Άνθρωπος που Κοιτάζει (1985) είναι το μυθιστόρημα που ξεχωρίζει από την ύστερη περίοδο της εργογραφίας του Αλμπέρτο Μοράβια. Η μέση περίοδος (από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ως τα τέλη του ’60) χαρακτηρίζεται από τα σημαντικότερα έργα του (Ο Κονφορμίστας, Η Περιφρόνηση, Τα Ρωμαϊκά διηγήματα), αλλά ο Μοράβια ποτέ δεν έπαψε να διαβάζεται με περίσσιο ενδιαφέρον, το ύφος του ποτέ δεν έπαψε να είναι σαγηνευτικό μέσα στην απλότητά του, ενώ η θεματολογία του ποτέ δεν έπαψε να είναι επίκαιρη. Ο Μοράβια γράφει για την αστική αποξένωση του Ευρωπαίου μοναδικά, και κατά τη γνώμη μου αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της παράδοσης του υπαρξισμού.

Σε αυτή την παράδοση νομίζω πως ανήκει και ο Ντόντο, (Εντοάρντο), ο αφηγητής, πρωταγωνιστής και περί ου ο λόγος «άνθρωπος που κοίταζε». Είναι ένας τριανταπεντάχρονος καθηγητής γαλλικής λογοτεχνίας, ο οποίος ζει σε ένα μεγάλο διαμέρισμα της Ρώμης με την αινιγματική γυναίκα του Σίλβια και τον εβδομηντάχρονο πατέρα του, εξέχοντα καθηγητή φυσικής, ο οποίος αναρρώνει μετά από ατύχημα. Ο Ντόντο είναι αποκομμένος από το περιβάλλον του, βιώνοντας τη ζωή του μέσα από τα μάτια, μέσα από την αποστασιοποιημένη παρατήρηση, σαν ένα είδος ηδονοβλεψία. Αντιπαθεί τον πατέρα του, αλλά παρά το έντονο οιδιπόδειο σύμπλεγμα που έχει, (ή κυρίως λόγω αυτού), νιώθει έναν δεσμό με εκείνον, μία αντιζηλία, την οποία αδυνατεί να διασπάσει. Ο Ντόντο προβάλλει στη γυναίκα του Σίλβια, όταν κάνουν έρωτα την εικόνα της Παναγίας που έχει συσχετίσει στο μυαλό του με τη μητέρα του, εν ολίγοις την αγαπάει αλλά και πάλι επειδή προβάλλει πάνω της μια εικόνα που συσχετίζεται με το δικό του υποσυνείδητο, ενώ την είχε γνωρίσει όταν έκανε διακοπές σε ένα ξενοδοχείο και παρατηρούσε το δωμάτιό της που βρισκόταν απέναντι από το δικό του. Η σχέση τους δηλαδή εξ’ αρχής είχε οριστεί με βάση τη σχέση του ηδονοβλεψία – επιδειξιομανή. Αυτή φαίνεται πως είναι και η δυναμική που καθορίζει την αντίληψη του Ντόντο στην καθημερινότητά του και εκφράζεται με ένα αγαπημένο του ποίημα του Μαλαρμέ, το οποίο περιγράφει τη σεξουαλική πράξη ανάμεσα σε δύο γυναίκες μέσα από μια οπτική γωνία που μάλλον προσεγγίζει την ηδονοβλεψία. Άλλωστε ο ίδιος ισχυρίζεται ότι η πραγματική ηδονοβλεψία αφορά τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο, όχι τη ζωγραφική και τη γλυπτική. Αυτό το επιχείρημα βασίζεται στο ότι η ηδονοβλεψία σημαίνει αλληλουχία κινήσεων και άρα μελέτη μιας συμπεριφοράς, ενώ στη ζωγραφική και τη γλυπτική ερχόμαστε αντιμέτωποι με μία μονάχα στατική εικόνα.

Στην εισαγωγή του βιβλίου γίνεται λόγος για το ότι η αποστασιοποιημένη ματιά του Εντοάρντο υπερτερεί της φαινομενικής χυδαιότητας ορισμένων περιγραφών, ότι δηλαδή είναι τόσο κλινική η παρατήρησή του ώστε υποσκελίζει την αναμφισβήτητη σεξουαλικότητα πολλών περιγραφών του. Νομίζω πως αυτό δεν ισχύει, τουλάχιστον όχι πλήρως. Υπάρχει μια εμφανής πορνογραφικότητα σε αρκετές σεξουαλικές περιγραφές του βιβλίου, και αυτό έχει ουσιαστικό αντίκτυπο στη δυναμική της σχέσης του Εντουάρντο τόσο με τη Σίλβια όσο και με τον πατέρα του. Μπορεί ο ίδιος να μην αποζητά ενεργά τη ζωώδη σεξουαλικότητα (ένα από τα παράπονα της Σίλβια), αλλά τα ψυχολογικά συμπλέγματα του Εντοάρντο εκφράζονται μέσα από την ωμή σαρκική σεξουαλικότητα και γι’ αυτό άλλωστε η πορνογραφική προσέγγιση έχει έναν χρήσιμο ρόλο.

Μέσα σε όλα, ο Εντοάρντο έχει εμμονή με το πυρηνικό τέλος του κόσμου. Διαβάζει κάθε βιβλίο που μπορεί να βρει για το θέμα και συχνά στοχάζεται το πόσο αδιανόητη είναι μια τέτοια έννοια. Αυτό θα μπορούσε βεβαίως να ενταχθεί στις μεταπολεμικές νευρώσεις του δυτικού ανθρώπου σχετικά με την παράνοια του πυρηνικού ολέθρου. Αλλά νομίζω ότι στην προκειμένη περίπτωση και αυτό δεν είναι παρά άλλη μια ένδειξη του υποσυνειδήτου του αφηγητή. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι ο πατέρας του υπήρξε τρανός καθηγητής φυσικής και άρα η ατομική βόμβα δεν είναι μονάχα το κληροδότημα της γενιάς του προς εκείνη του Εντοάρντο, αλλά και πιο προσωπικά ίσως να συμβολίζει τη δυνατότητα που έχει ο πατέρας του να εξουσιάζει τη ζωή του.

Εν τέλει όμως το πρόβλημα του Εντοάρντο είναι ότι παρά την ευφυία του αδυνατεί να αντιληφθεί τα αίτια πίσω από τις πράξεις των ανθρώπων που τον περιβάλλουν. Ακόμα κι όταν μπορεί να τα καταλάβει διανοητικά, αδυνατεί να τα κατανοήσει συναισθηματικά, κι αυτό επειδή δυσκολεύεται να συνδεθεί μαζί τους. Έτσι επιστρέφουμε στο μοτίβο του Μοράβια: τον αποξενωμένο και ασύνδετο μεταπολεμικό άντρα, τον ευνουχισμένο διανοούμενο και αστό.

Ο Άνθρωπος που Κοιτάζει του Αλμπέρτο Μοράβια κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οξύ