Όταν θέλουμε να κατηγορήσουμε μια κινηματογραφική βιογραφία, χρησιμοποιούμε τον όρο «αγιογραφία». Όταν όμως η βιογραφία αφορά έναν άνθρωπο που ανακηρύχθηκε άγιος από την επίσημη εκκλησία, τότε γίνεται άραγε η βιογραφία να μην είναι ταυτόχρονα και αγιογραφία;

Εξαρτάται ίσως από τις διαδρομές που μπορεί να πάρει κάποιος για να φτάσει στη μεταφορική ή εν προκειμένω και στην κυριολεκτική αγιότητα. Θα μπορούσαμε δηλαδή να πούμε ότι  «Ο Άνθρωπος του Θεού» είναι αγιογραφία μιας αγιογραφίας, υπό την έννοια ότι σε ολόκληρη τη διάρκεια της ταινίας δεν θα δούμε μισή στιγμή τον ήρωα να πράττει κάτι επιλήψιμο ή αμφιλεγόμενο, να σκέφτεται κάτι επιλήψιμο ή αμφιλεγόμενο, να έχει το παραμικρό ανθρώπινο ελάττωμα, να χρειάζεται να ξεπεράσει το οποιοδήποτε εσωτερικό εμπόδιο. Ό,τι εμπόδιο συναντά -και συναντά πράγματι αρκετά και σημαντικά- είναι εξωτερικό.

Ο ίδιος ήταν πάντα στο 100% της εσωτερικής του φάσης, χωρίς ποτέ να πέσει η μπαταρία της πίστης του ούτε μισό τοις εκατό. Ο ήρωας της ταινίας φέρεται εξαρχής ως «άγιος» και όχι ως άνθρωπος που θα οδηγηθεί στην αγιότητα. Το λέει κι ο ίδιος σε μια σκηνή, πως όσο οι δυσκολίες που αντιμετωπίζω είναι εξωγενείς, όσο μου επιτίθενται άνθρωποι και θεσμοί, δεν μπορώ να πτοηθώ. Δεν μπορεί να πτοηθεί ακριβώς επειδή δεν ταράζεται από εσωτερικές συγκρούσεις. Τα έχει όλα εντελώς μα εντελώς λυμένα μέσα του.

Το θέμα με μια τέτοια στάση ζωής, το θέμα με μια πίστη που υπαγορεύει τη συγκεκριμένη στάση ζωής, είναι πως είναι εξ ορισμού αήττητη. Δεν μπορεί να διαψευστεί από οτιδήποτε, γιατί το μόνο που θα μπορούσε να τη διαψεύσει δεν είναι αυτού του κόσμου. Για να το πούμε χονδροειδώς, η μόνη δυνατότητα διάψευσης για κάποιον που ζει τη ζωή του πιστεύοντας τόσο αταλάντευτα στον Θεό, στην αλήθεια του Θεού, στην αγάπη του Θεού, στο σχέδιο του Θεού, θα ήταν η εξής: πρώτον, πεθαίνοντας να διαπίστωνε πως όντως έχει πεθάνει μόνο το σώμα που είχε όσο ήταν εν ζωή και διατηρεί κατά τα άλλα τον εαυτό του, την ψυχή του, το πνεύμα του, το ό,τι του, (γιατί αν απλά πεθάνει, δεν θα έχει συνείδηση για να διαψευστούν όσα εν ζωή πίστευε) και δεύτερον, αρχίζοντας να ζει αυτή τη μετά θάνατον ζωή αυτού του άλλου κόσμου, είτε να δει πως ο Θεός είναι άλλος, κι όχι ο συγκεκριμένος που πίστευε βάσει του δικού του θρησκευτικού δόγματος, είτε να δει πως ναι μεν είχε πέσει μέσα εν ζωή, τον σωστό Θεό πίστευε, αλλά πως πρόκειται για έναν Θεό που αποδεικνύεται τώρα στη μετά θάνατον ζωή πολύ κατώτερος των προσδοκιών που είχε όσο ζούσε την προ θανάτου ζωή του.

Όσο όμως κανείς ζει αυτήν εδώ τη ζωή αυτού εδώ του κόσμου, από το έτος τάδε ως το έτος δείνα, όσο υπάρχουν ιστορικές και χωροχρονικές συντεταγμένες της ζωής του, αν τυχόν και πει μέσα του εγώ πιστεύω στον Θεό, ο Θεός είναι καλός και αγαθός και ξέρει τι θα κάνει, τότε πραγματικά έχει κατακτήσει τη βασιλεία του αδιάψευστου.

Κι όταν ο άγιος ήρωας του Άρη Σερβετάλη ρωτάει τον κοσμικό, μη πιστό και λογικοκεντρικό ήρωα του Χρήστου Λούλη αν νιώθει γαλήνη μέσα του κι εκείνος του απαντάει πως όχι, δεν έχουμε απαραίτητα να κάνουμε με ένα προπαγανδιστικό τέχνασμα υπέρ της θρησκευτικής πίστης. Έχουμε μάλλον να κάνουμε με μια αλήθεια της θρησκευτικής πίστης. Γιατί όντως αν πεις μέσα σου ότι εγώ πιστεύω σε κάτι το οποίο καμία δύναμη αυτού εδώ του κόσμου δεν μπορεί να διαψεύσει, αν εγώ πιστεύω ότι υπάρχει ένας πανάγαθος Θεός που έχει σχέδιο για όλα και ότι όλα κάποια στιγμή θα δικαιωθούν σε κάποιον άλλον κόσμο, αυτό μπορεί να σου προσφέρει και γαλήνη και φως και όλα τα συναφή.

Και αν όντως μέσω αυτής της πίστης έχεις βρει τον τρόπο να είσαι εσωτερικά φωτισμένος και γαλήνιος, μάλλον το τελευταίο πράγμα που έχει σημασία θα είναι αν πίστεψες σε κάτι αληθινό ή σε κάτι μη αληθινό. Έχεις βρει τη βασιλική οδό προς τη γαλήνη. Τι θα του πεις του ανθρώπου αυτού; Ότι μπορεί να βάσισε όλη τη ζωή του σε μια πλάνη και να γελάστηκε; Ας γελάστηκε: αυτός έχει φτιάξει μέσα του μια διαρκή σχέση με μια οντότητα που τον γεμίζει νον στοπ πλήρωση. Πού ακριβώς έχει πάρει τη ζωή του λάθος;

Κι άλλωστε αυτό ισχύει για κάθε είδους πίστη, σε σκοπούς, σε ιδανικά, σε άλλους ανθρώπους: πιο σημαντικό κι απ’ το αν πιστεύεις σε κάτι που υπάρχει ή σε κάτι που έχεις κατασκευάσει εσύ, είναι το πόσο ωραία σε κάνουν να νιώθεις, το πόσο νόημα δίνουν στη ζωή σου, το πόσο σε κινητοποιούν για να ζεις γεμάτα. Απλά η μεγάλη -η πολύ μεγάλη- διαφορά είναι πως με όλες τις υπόλοιπες πίστες αυτού εδώ του κόσμου παίζει πάρα πολύ να διαψευστείς, οπότε μετά εναπόκειται σε σένα να αποφασίσεις αν έχεις ζήσει χρόνια της ζωής σου σε μια πλάνη ή αν αντίθετα άξιζε τον κόπο αυτή η πλάνη για τη γαλήνη που σου πρόσφερε.

H Γιελένα Πόποβιτς πιάνει σημάδια των καιρών και καταλαβαίνει ότι μπορούν να γυριστούν ταινίες στην Ελλάδα, που και χρηματοδότηση θα βρουν από ανέλπιστες για άλλου τύπου σινεμά πηγές (όπως π.χ. η περιβόητη Μονή Βατοπεδίου), αλλά και εμπορικά θα σκίσουν, γιατί υπάρχει ένα δυνάμει μεγάλο κοινό για τέτοιου είδους κινηματογραφικές προσεγγίσεις. Τώρα το γιατί σε μια τέτοιου είδους ταινία οι ηθοποιοί πρέπει να μιλάνε αγγλικά, δεν ξέρω αν έχει να κάνει με αυθεντική φιλοδοξία για διεθνή καριέρα ή με μεγαλόπιασμα (των συντελεστών αλλά γιατί όχι και του ελληνικού κοινού).

Ο «Ο Άνθρωπος του Θεού» είναι κατά τη γνώμη μου μια μέτρια μεν αλλά όχι και ασήμαντη ταινία, γιατί παίρνει την πρωτοβουλία να εικονοποιήσει κάτι που έχει σπάνια εικονοποιηθεί με κινηματογραφικούς όρους και να μιλήσει για Ορθοδοξίες και Αγίους παίζοντας μάλλον εκτός έδρας, στην έδρα του σινεμά.

Ακόμη και καθαρά κινηματογραφικά «Ο Άνθρωπος του Θεού» βλέπεται και βλέπεται με έναν τρόπο που δεν σε κάνει να λες «Παναγιά μου (sic), τι είναι αυτό που βλέπω τώρα;». Αν δεν υπήρχαν και εντελώς από το πουθενά εμφανίσεις σαν αυτές του χαρακτήρα που υποδύεται ο Γιάννης Στάνκογλου, «Ο Άνθρωπος του Θεού» θα ήταν και λιγότερο εκτεθειμένος στην όποια χλεύη. Όχι ότι η παρουσία του Μίκι Ρουρκ θα καταφέρει να συγκινήσει τον μη πιστό θεατή, τον θεατή που δεν έχει πάει να δει το έργο σαν να πηγαίνει στην εκκλησία. Τον σκέτο κινηματογραφικό θεατή θα τον φέρει μάλλον σε αμηχανία. Αντίθετα ο θάνατος του Νεκτάριου (ελπίζω να μην κάνω σπόιλερ, αποκαλύπτοντας ότι ο Νεκτάριος πεθαίνει) καταφέρνει να πιάσει σε ένα βαθμό και τον αμιγώς κινηματογραφικό θεατή, αν μη τι άλλο γιατί έχει προλάβει να αναπτυχθεί μια σχέση του θεατή με τον ήρωα.

Εν μέρει εξαιτίας του ίδιου, της αύρας του, της υποκριτικής του δύναμης, εν μέρει εξαιτίας του τρόπου που επιλέγει να τον σκηνοθετήσει χτίζοντας μια ατμόσφαιρα γύρω του, η Πόποβιτς καταφέρνει να φτιάξει στη φιγούρα του Άρη Σερβετάλη μια αξιομνημόνευτη κινηματογραφική μορφή, έναν ποπ ασκητή, έναν ποπ άγιο. Η ορθόδοξη ελληνική εκκλησία έχει ανάγκη να πιάσει νεότερες ηλικίες και να γίνει λίγο ποπ, ο τρόπος που είχε επιχειρήσει να την κάνει ποπ ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος είναι πια εντελώς παρωχημένος, «Ο Άνθρωπος του Θεού» όμως είναι ένα προϊόν που κινείται προς αυτήν την κατεύθυνση με τρόπους πολύ πιο φιλικούς στη μαζική κουλτούρα.