Συγχρονισμοί που έπρεπε να επιτευχθούν, κορδόνια παπουτσιών που έπρεπε καλύτερα να δεθούν, μερικά ρυθμικά ταμ ταμ της ορχήστρας, στα οποία οι ηθοποιοί επί σκηνής έπρεπε να «κουρδιστούν»: Αυτά μόνο χρειάστηκαν για να μεταφερθούμε στο Λονδίνο των αρχών του 18ου αιώνα. Ο «Άνθρωπος που Γελά» του Βίκτωρ Ουγκώ, ένα έργο που δεν έχει λάβει την αναγνώριση των «Αθλίων» ή της «Παναγιάς των Παρισίων», όμως αποτελεί σήμερα ένα έργο κλασικό.

Το έργο αυτό ζωντανεύει στη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου – Rex από τις 22 Μαρτίου με σκηνοθέτη τον Θοδωρή Αμπαζή. Ο ίδιος, όπως φάνηκε και από την κουβέντα μας, έχει μια ιδιαίτερη αγάπη στα κλασικά έργα με τα «πανανθρώπινα και αιώνια νοήματα». Το πιο πολιτικό έργο του Βίκτωρ Ουγκώ παραμένει επίκαιρο, καθώς η κοινωνική ανισότητα, η αδύναμη μάζα και η αλαζονική -και συνάμα αδιάφορη- εξουσία είναι έννοιες που δεν έχουν βγει ποτέ εκτός προσκηνίου.

Στη σκηνή λοιπόν του Εθνικού, μια ομάδα ηθοποιών, τραγουδιστών, χορευτών και μουσικών ανακαλύπτει εκ νέου τα ζύγια της εξουσίας και τα αποκαλύπτει με μια μουσικοθεατρική παράσταση, «ευχάριστη αλλά βίαιη», όπως τη χαρακτηρίζει ο Θοδωρής Αμπαζής.

Τελικά τι θα δουν οι θεατές; Ένα ιστορικό ή ένα σύγχρονο έργο;

«Να σου πω την αλήθεια, δεν με ενδιαφέρει. Αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι το θέμα. Το θέμα κάνει ένα έργο κλασικό. Τα μεγάλα έργα δεν ανήκουν σε μία εποχή. Τα θέματά τους και τα πυρηνικά τους νοήματα είναι πανανθρώπινα και αιώνια. Συνεπώς, το ιστορικό έργο δεν έχει να κάνει σχέση παρά μόνο με τη μίμηση μιας συγκεκριμένης εποχής. Για παράδειγμα, τα καταπληκτικά κοστούμια στην “Ευνοούμενη” του Γιώργου Λάνθιμου είναι πολύ πιστά στην εποχή που παρουσιάζουν. Εμείς εδώ δεν κάνουμε κάτι τέτοιο· δεν μας απασχολεί να πούμε στους θεατές “αυτό είναι σύγχρονο έργο”. Μας απασχολεί κατά πόσο το θέμα του έργου αφορά σήμερα τους θεατές ή όχι.

Η μουσική για παράδειγμα θα μπορούσε να ήταν εποχής, δηλαδή ρομαντική. Εμείς είμαστε ελεύθεροι, έχουμε πολλά είδη μουσικής στο έργο: τζαζ, κλασική, όπερα και πολλά άλλα. Είναι ένα έργο δηλαδή πολυσυλλεκτικό, όπως είναι η εποχή μας, χωρίς στεγανά. Γι’ αυτό δεν μου αρέσει να χαρακτηρίζω τα έργα “μιούζικαλ”, “μουσικό θέατρο”, “όπερα” ή “νέα όπερα”».

«Ο άνθρωπος που γελά δεν γελά ποτέ από επιλογή». Πώς θα το μεταφράζετε αυτό σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα;

«Ο πρωταγωνιστής του έργου, ο Γκουίνπλεϊν, έχει υποστεί μία παραμόρφωση στο πρόσωπό του, έχοντας ένα μόνιμο, χαραγμένο χαμόγελο ως εκδίκηση από τον βασιλιά. Στο έργο, “καλύτερα είναι να παραμορφώνεις, παρά να σκοτώνεις“. Γιατί, παραμορφώνοντας το πρόσωπο κάποιου είναι σαν να έχει έναν έρπη στα χείλη. Όσο κι αν μιλάει αυτός που έχει τον έρπη, κανείς δεν θα τον ακούσει. Άρα όλη αυτή η παραμόρφωση του αφαιρεί τη δυνατότητα να ακουστεί. Κάποιοι γελάνε, κάποιοι χλευάζουν, κάποιοι αηδιάζουν. Αυτή είναι άλλωστε και η ουσία του έργου. Σήμερα έχουμε τις ταμπέλες. Αποκαλείς έναν πνευματικό άνθρωπο “κουλτουριάρη”, βάζοντάς τον κάτω μια γενική ταμπέλα. Βάζεις τις ταμπέλες “μπαχαλάκηδες” και “αριστεροί” και ξεμπέρδεψες με οποιαδήποτε πράξη ακτιβισμού. Ό,τι και να πει κανείς ο έχων την ταμπέλα, δεν έχει πια επιχειρήματα.

Ο Γκουίνπλεϊν στο έργο λοιπόν δεν γελά ποτέ. Λέει “το γέλιο μου χαράχτηκε με βία. Το γέλιο μου είναι προϊόν βασανιστηρίων”. Άκου πόσο θεατρική φράση είναι! Είναι πυρηνική φράση, φράση που εκρήγνυται. Άκουσε την προσεκτικά: συντακτικά είναι εξαιρετική. Και έτσι αρχίζεις να φτιάχνεις μία ολόκληρη ιστορία πίσω από αυτό.

Το γέλιο των συντελεστών στο έργο είναι υστερικό, τρομερά ρυθμικό. Όλοι γελούν έτσι πλην του Γκουίνπλεϊν, και το γέλιο τους κρύβει μέσα του μια τεράστια βία.

Δεν είναι μία ρεαλιστική παράσταση, είναι ποιητική παράσταση. Είναι μια μεταφορική παράσταση με διαθλασμένη πραγματικότητα, μέσα από μια ποιητική ματιά. Το κύριο χαρακτηριστικό της παράστασής μας είναι το ότι πρόκειται για μια αρκετά ευχάριστη κατά τη γνώμη μου παράσταση, που ταυτόχρονα περιέχει πολλή βία μέσα της. Εξάλλου, και η ιστορία γίνεται ολοένα και πιο βίαιη».

Info παράστασης:

Ο άνθρωπος που γελά | 22 Μαρτίου – 26 Μαΐου 2019 | Εθνικό Θέατρο – Θέατρο Rex – Σκηνή Μαρίκα Κοτοπούλη