Ο εικοστός πέμπτος Τζέιμς Μποντ και ο πέμπτος και τελευταίος 007 του έκτου στη σειρά Μποντ Ντάνιελ Κρεγκ, μας παρουσιάζει τη Λία Σεϊντού στο πλάι του και τον Κρίστοφερ Βαλτς στον ρόλο ενός εκ των κακών. Τους έβλεπα και δεν θυμόμουν ότι έπαιζαν και οι δύο στην εικοστή τέταρτη ταινία της σειράς, το”Spectre”.

Και πραγματικά μικρή σημασία έχει ότι το “Spectre” δεν μου είχε αρέσει τόσο, γιατί πάλι μάλλον ελάχιστα πράγματα μπορώ να ανακαλέσω στη μνήμη μου από το”Skyfall” που ήταν ο εικοστός τρίτος Μποντ. Και αν τα λέω όλα αυτά, δεν είναι για να αναφερθώ στη μνήμη μου, αλλά για να αναφέρω την οπτική μου: ότι μετά την αποχώρηση από την αίθουσα, δύσκολα θυμάσαι μια ταινία Τζέιμς Μποντ. Ότι μπορεί τα 007 να είναι απόλαυση όταν τα βλέπεις, αλλά την αμέσως επόμενη στιγμή έχουν βγει από μέσα σου, σαν να πέρασαν χωρίς να ακούμπησαν.

Δεν ισχυρίζομαι ότι πρόκειται ντε και καλά για μια αντικειμενική αλήθεια, πιθανόν οι φαν να θυμούνται λεπτομέρειες, να κάνουν διακρίσεις, να έχουν εντυπωμένες σκηνές, ατάκες και στιγμές, ωστόσο θεωρώ ότι πατρίδα του Τζέιμς Μποντ είναι περισσότερο η ποπ κουλτούρα παρά το σινεμά. Ακόμη κι αν το σινεμά είναι το κύριο και το καταλυτικό μέσο με το οποίο κατοχυρώθηκε στην ποπ κουλτούρα, ήταν σαν όλο του το κινηματογραφικό σύμπαν να λειτούργησε ως όχημα (κι από οχήματα άλλο τίποτα ο Μποντ) που υπηρέτησε το στάτους του, την πόζα του, τις ιδιότητές του, τα χαρακτηριστικά που αποτελούσαν το σήμα κατατεθέν του.

Θα πει εδώ κανείς ότι μπερδεύω τα είδη, ότι το σινεμά της δράσης και της περιπέτειας κρίνεται με το αν σε αποζημιώνει την ώρα που το βλέπεις. Δεν συμφωνώ απαραίτητα. Όπως συμβαίνει σε κάθε είδος κινηματογράφου, υπάρχουν οι προδιαγραφές του είδους που πρέπει να πληρούνται για να πετυχαίνει μια ταινία τον κύριο σκοπό της και υπάρχει και μια άλλου τύπου αναμέτρηση: ενδιαφέρεται μια ταινία δράσης εκτός απ’ το να μας εξιτάρει, μια κωμωδία εκτός απ’ το να μας κάνει να γελάσουμε, ένα θρίλερ εκτός απ’ το να μας τρομάξει, ένα αστυνομικό εκτός απ’ το να δημιουργήσει σασπένς, να φτιάξει μια κινηματογραφική συνθήκη που θα την καταστήσει ξεχωριστή, διαφορετική, αξιοσημείωτη, μοναδική, αποτυπωμένη στο μυαλό και την καρδιά, ελκυστική για διαρκείς επιστροφές στον κόσμο της;

Γυρισμένο πριν την πανδημία και χτυπημένο ως προς τον χρόνο εξόδου από τις συνέπειες της πανδημίας, το “Νο Time To Die” έχει στα χέρια του μια ιστορία που θα μπορούσε να δημιουργήσει ισχυρές συνδέσεις με τον ιό. Δεν το ήξερε, με αποτέλεσμα να αφήνει τη σύνδεση να περάσει σχεδόν αναξιοποίητη, ενώ γενικότερα η απειλή την οποία πρέπει να αντιμετωπίσει ο Μποντ δεν είναι το ισχυρό χαρτί της ταινίας. Ακόμη ασθενέστερο χαρτί αποδεικνύεται η καρικατούρα κακού του Ρέμι Μάλεκ, τα κίνητρα μάλιστα του οποίου σε σχέση με την απειλή παραμένουν μπερδεμένα και θολά, σαν το λογύδριο που βγάζει. Αλλά και τι σημασία έχει; Σημασία έχει ότι στο επίπεδο της περιπέτειας, των καταδιώξεων κι όλων αυτών των τζεισμποντικών, το “Νο Time To Die” λειτουργεί μια χαρά και άρα ο βασικός σκοπός και του εικοστού πέμπτου Μποντ έχει εκπληρωθεί.

Και κάπου εδώ αρχίζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον που έχει η ταινία, κάπου εδώ ερχόμαστε αντιμέτωποι με τη φιλοδοξία της να ικανοποιήσει εκτός του πάγιου και βασικού σκοπού και έναν άλλον: το “Νo Time To Die” ποντάρει πάρα πολλά στα προσωπικά του Μποντ, προσπαθεί να του δώσει ένα διακύβευμα ξένο για αυτόν ως τώρα. Η συμμετοχή της Φίμπi Γουόλερ Mπριτζ του “Fleabag” ήρθε σε ύστερο στάδιο του σεναρίου, άρα πιθανόν οι βασικοί σεναριακοί άξονες και οι βασικές σεναριακές αποφάσεις να ήταν ήδη εκεί. Ωστόσο ακόμα και αν δεν έγινε έτσι, προτιμώ να σκέφτομαι την ταινία συνδέοντας την προσέγγισή της στις σχέσεις των ηρώων με καταστάσεις του “Fleabag“. Ακόμα κι αν οι αρκετοί γυναικείοι ρόλοι της ταινίας δεν είναι τίποτα το τρομερό ως χαρακτήρες, υπάρχει η διαφοροποίηση ότι βλέπουμε σε μεγάλο βαθμό παράλληλα με τον Μποντ 007 και έναν Μποντ ήρωα ρομαντικής ιστορίας, έναν Μποντ που βρίσκεται αντιμέτωπος με μεγάλες και κομβικές αποφάσεις ζωής σε σχέση με τα αισθηματικά του, και μάλιστα περισσότερες από μία φορές.

Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει πάρα πολύ πιο ελεύθερα αν δεν υπήρχε η μέγγενη του σπόιλερ, ωστόσο θεωρώ ότι χωρίς να επιτυγχάνεται ο στόχος μιας κανονικής ας την πούμε έτσι συγκίνησης (μιας συγκίνησης δηλαδή που θα είχε να κάνει με χαρακτήρες τους οποίους συναντούσαμε πρώτη φορά ως θεατές, με χαρακτήρες που διένυσαν μια διαδρομή μέχρι να φτάσουμε στο σημείο της δικής μας εμπλοκής και συγκίνησης), εν πάση περιπτώσει το “Νο Τime To Die” καταφέρνει να μας εντάξει σε ένα συναισθηματικό πεδίο, όπου αυτά που συμβαίνουν στην οθόνη μας ξαφνιάζουν, μας εντυπωσιάζουν, κάτι κινούν μέσα μας, ένα αποτύπωμα τελικά το αφήνουν, καθώς μας φέρνουν απέναντι στις βεβαιότητες μας για ένα μύθο της ποπ κουλτούρας.

Σκηνοθετικά ο Κόρι Tζότζι Φουκουνάγκα της εκπληκτικής πρώτης σεζόν του “True Detective” κάνει μεν εξαιρετικά τη δουλειά του, αλλά η σύγκριση με τον Σαμ Μέντες δεν τον βγάζει νικητή. Για τους πριν τον Σαμ Μέντες- και για να επανέλθουμε στα της μνήμης- δεν θυμάμαι τίποτα.  Η Άνα Ντε Άρμας στο σύντομο πέρασμά της καταφέρνει να κλέψει την παράσταση, κι αφού τα σενάρια για τον επόμενο Μποντ δεν αποκλείουν γυναίκες υποψηφίους, έχει την ψήφο μου, κι ας παίζει άλλο ρόλο, ας πάρει μεταγραφή από τη CIA κι ας αλλάξει και όνομα, δεν θα τα χαλάσουμε εκεί, όλοι φίλοι είμαστε.

Ας κλείσω με ένα εξαιρετικό λογοτεχνικό απόσπασμα από την ταινία, που διαβάζει ο Μ του Ρέιφ Φάινς:

The proper function of man is to live, not to exist. I shall not waste my days in trying to prolong them. I shall use my time.” Tζακ Λόντον.