Ιστορικός τέχνης, επιμελητής εικαστικών εκθέσεων και δράσεων του Ο.Π.Α.Ν.Δ.Α., ο Χριστόφορος Μαρίνος επιμελείται την υπαίθρια ομαδική έκθεση  “Unhappy Monuments” στο Πάρκο Ελευθερίας, από τις 10 έως τις 20 Οκτωβρίου.

Αντλώντας έμπνευση από το Δυστυχισμένο Ready-made (1919) του εικονοκλάστη Marcel Duchamp, ο επιμελητής της έκθεσης ζήτησε από 14 καλλιτέχνες από τους συνολικά 45 εικαστικούς που βράβευσε η ARTWORKS το 2019, στο πλαίσιο του Προγράμματος Υποστήριξης Καλλιτεχνών Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος να επεξεργαστούν την έννοια του αντι-μνημείου. Σε αντίθεση με τη μονιμότητα, τη μνημειακότητα και την ευλάβεια που χαρακτηρίζουν τα μνημεία, το αντι-μνημείο είναι εφήμερο, εύθραυστο, δεν διεκδικεί απαραίτητα την προσοχή του θεατή, ενώ συχνά προϋποθέτει και τη συμμετοχή του. Τα έργα που προτείνουν οι καλλιτέχνες συνομιλούν με την αισθητική ταυτότητα και τον χαρακτήρα του πάρκου, το οποίο αποτελεί έναν αγαπημένο χώρο ανάπαυσης και ψυχαγωγίας για πολλούς Αθηναίους. Βασική επιδίωξη της έκθεσης “Unhappy Monuments” είναι η απρόσμενη συνάντηση με ένα κάπως ασυνήθιστο μνημείο και η αίσθηση της τυχαίας ανακάλυψης στη διάρκεια μιας ανέμελης βόλτας.

Άνθρωπος με ανησυχία για την πόλη και την αισθητική, κοινωνική και πολιτική της ταυτότητα ο Χριστόφορος Μαρίνος μας μιλά για τη σύνδεσή μας με την Αθήνα και τα μνημεία της και την εξοικείωσή μας με τα υπάρχοντα έργα σύγχρονης τέχνης στην πόλη.

Η συζήτηση για τα μνημεία, τη δημόσια τέχνη και τα αγάλματα είναι ιδιαίτερα επίκαιρη σε όλο τον κόσμο. Κυρίως για τον συμβολισμό τους αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο μέσω αυτών διαβάζουμε την ιστορία. Θα ζητούσα λοιπόν την άποψή σας για τα αγάλματα που έχουμε στην Αθήνα και πόσο νομίζετε ότι συνδεόμαστε με αυτά τα μνημεία και τη δημόσια τέχνη.

Η Αθήνα είναι γεμάτη μνημεία – αρχαία, μεσαιωνικά, βυζαντινά, νεότερα, σύγχρονα. Υπάρχει υπερπληθώρα μνημείων. Η ίδια η πόλη είναι ένα μνημείο. Θέλουμε δε θέλουμε, συνειδητά ή ασύνειδα, συνδεόμαστε με τα μνημεία της. Το θέμα είναι σε ποιο βαθμό και με ποιο τρόπο, αλλά και για ποιο λόγο. Αποτελούν τα μνημεία και τα αγάλματα πηγή απόλαυσης; Νομίζω πως λίγα εκπέμπουν χαρά. Ελάχιστα είναι αφιερωμένα στην ευτυχία και την αγάπη. Τα περισσότερα μνημονεύουν, ή αποκρύπτουν, θύματα και χυμένο αίμα. Συνδέονται με τη βία, το τραύμα, το πένθος, την πίστη, τη μισαλλοδοξία, τη ματαιοδοξία και –πάνω απ’ όλα– την εξουσία. Από την άλλη, για ορισμένους από μας, τα μνημεία της Αθήνας λειτουργούν σαν καταφύγια: προσφέρουν ψυχική αγαλλίαση και πνευματική ανάταση. Επίσης, είναι χρονοκάψουλες: μας βοηθούν να ταξιδέψουμε στον χρόνο, να συνδεθούμε με την ιστορία, με περισσότερο ή λιγότερο γνωστές αφηγήσεις για την ιστορία της πόλης στην οποία ζούμε. Τέλος, ας μην ξεχνάμε ότι ένα μνημείο συσπειρώνει. Αυτό τουλάχιστον κατέδειξε η παγκόσμια συγκίνηση για την πυρκαγιά που κατέστρεψε τον καθεδρικό ναό της Παναγίας των Παρισίων. Στον αντίποδα, όπως είδαμε πρόσφατα, ένα μνημείο ανεγερμένο προς τιμήν ενός αποικιοκρατικού δυνάστη μπορεί να προκαλέσει την οργή του κόσμου – και σε αυτήν την περίπτωση έχουμε συσπείρωση, αλλά για αντίθετους λόγους.

«Η Αθήνα δεν μπορεί να παινεύεται για τη σύγχρονη δημόσια τέχνη της. Μετρημένα στα δάχτυλα είναι τα αξιόλογα έργα»

Η Αθήνα έχει αγάλματα που καλύπτουν όλα τα γούστα. Μάλιστα, κάποια από αυτά είναι πια αντίγραφα. Έχει ενδιαφέρον, δηλαδή, ότι καλούμαστε να θαυμάσουμε γλυπτά-ρέπλικες. Ο διάλογος μεταξύ αγαλμάτων, μνημείων και γλυπτικών εγκαταστάσεων, που σχηματίζουν ένα δίκτυο στον δημόσιο χώρο, ένα πλέγμα αφηγήσεων και νοερών διαδρομών, είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο. Για παράδειγμα, καθώς περιεργάζεσαι το γοητευτικό άγαλμα του λόρδου Βύρωνα στο Ζάππειο, εισέρχεται στο οπτικό σου πεδίο ο έφιππος Μέγας Αλέξανδρος που βρίσκεται ακριβώς απέναντι. Στα δικά μου μάτια, το βάθρο που σχεδίασε ο αρχιτέκτονας Παντελής Νικολακόπουλος για το γλυπτό του Γιάννη Παππά παραπέμπει σε έργο Αμερικανού μινιμαλιστή γλύπτη και θεωρώ –όσο κι αν ακούγεται παράδοξο– ότι θα μπορούσε να σταθεί από μόνο του. Αυτός ο συνδυασμός παραστατικότητας και αφαίρεσης δίνει ιδιαίτερη δυναμική στο συγκεκριμένο άγαλμα. Κατηφορίζοντας προς τη Συγγρού, συναντάς το αφαιρετικό «Πέπλο της Αμαλίας» του Νίκου Αλεξίου στο Athens Gate Hotel, για να καταλήξεις στις εντυπωσιακές «Σκάλες» του Αχιλλέα Απέργη στο Παλαιό Φάληρο και στη γλυπτή προκυμαία Φλοίσβου της Νέλλας Γκόλαντα. Θεωρώ ότι αυτά τα τρία έργα είναι από τα πιο σημαντικά έργα δημόσιου χώρου που έχει να επιδείξει η πόλη.

Η Αθήνα δεν μπορεί να παινεύεται για τη σύγχρονη δημόσια τέχνη της. Μετρημένα στα δάχτυλα είναι τα αξιόλογα έργα. Από τα σύγχρονα μνημεία της, ξεχωρίζω την αρχιτεκτονική παρέμβαση του Δημήτρη Πικιώνη στον λόφο του Φιλοπάππου. Επίσης, το Μνημείο Ολοκαυτώματος της Ντιάνας Μαγγανιά στην Ερμού είναι μια ολοκληρωμένη πρόταση, από τα ελάχιστα σύγχρονα μνημεία άξια προσοχής. Κάθε φορά που περνάω από το Πάρκο Ριζάρη χαίρομαι που περπατάω πάνω στο έργο-μονοπάτι «Η διαδρομή της επιθυμίας» του Ντέιβιντ Χάρντινγκ, το οποίο δημιουργήθηκε το 2017 στο πλαίσιο της documenta και αναφέρεται στον Μπέκετ και στους απανταχού ξεριζωμένους. Ο τίτλος του συγκεκριμένου έργου (Desire Line) περιγράφει ωραία τη σχέση μας με τη δημόσια τέχνη της πόλης, τον τρόπο που συνδεόμαστε με τα μνημεία και τα έργα τέχνης στον δημόσιο χώρο. Κι αυτή η σύνδεση, όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι, δεν είναι παρά μια προσωπική υπόθεση.

«Η γιαγιά μου συνήθιζε να τυλίγει το τηλεκοντρόλ με σελοφάν, ίσως θα το έχεις δει και άλλου, πάντα φαινόταν αξιοπερίεργο να θέλει κάποιος να το κρατήσει στην αιωνιότητα.
Πρέπει να θυμόμαστε ότι ως αντικείμενο από μόνο του δεν είναι ούτε πολύτιμο ούτε αναντικατάστατο – αλλά η σύνδεση με τη συντροφιά που φέρει το καθιστά σημαντικό και αξιόλογο. Όφειλε με κάποιο τρόπο να το προστατέψει… Πλέον ο δημόσιος χώρος δεν ξεκινά από την εξώπορτα της κατοικίας μας, μετασχηματίζεται και διεισδύει στον χώρο με όλα τα μέσα που διαθέτει, ορίζει και επιβάλει η σύγχρονη εποχή. Το νόημα του συνεχώς αλλάζει και ο παράλληλος ψηφιακός κόσμος είναι δημιούργημα της ίδιας της κοινωνίας που τον διαμόρφωσε και τον χρησιμοποιεί. Η μεταφορά των πληροφοριών μεταδίδεται ασταμάτητα στη συσκευή του καθενός, και εκεί που αυτό φαίνεται αδιάκοπο, το TELETOMB είναι το μνήμα του πομπού με το σελοφάν.» – Aπόλλωνας Γλύκας

Επιλέξατε 14 εικαστικούς για να επεξεργαστούν την έννοια του αντι-μνημείου με έμπνευση από τον Ντυσάν και τα ready made. Μιλήστε μου για αυτή την ιδέα και τα υλικά που επιλέγουν να χρησιμοποιήσουν και να διαμορφώσουν-μεταμορφώσουν οι καλλιτέχνες.

Επέλεξα 14 από τους συνολικά 45 εικαστικούς που βράβευσε η ARTWORKS το 2019, στο πλαίσιο του Προγράμματος Υποστήριξης Καλλιτεχνών Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Πολλοί από τους 14 καλλιτέχνες έχουν ασχοληθεί στο παρελθόν με το μνημείο, τον δημόσιο χώρο και τις γλυπτικές εγκαταστάσεις. Αρχικά, η έκθεση είχε προγραμματιστεί να γίνει στο Πάρκο του ΙΣΝ κατά τη διάρκεια του Summer Nostos Festival, το οποίο όμως ακυρώθηκε λόγω της πανδημίας. Μόλις ανέλαβα τη θέση του επιμελητή στον ΟΠΑΝΔΑ, ενέταξα τα «Δυστυχισμένα μνημεία» στο εκθεσιακό πρόγραμμα – άλλωστε στόχος μας στον ΟΠΑΝΔΑ είναι και η σύμπραξη με άλλους πολιτιστικούς φορείς. Συζήτησα την ιδέα μου με την Ελένη Χρονοπούλου, προϊσταμένη του Τμήματος Μουσείων, Συλλογών και Πολιτιστικών Χώρων, και εκείνη μου πρότεινε το Πάρκο Ελευθερίας, που τελικά αποδείχθηκε εξαιρετική επιλογή.

Η ιδέα του αντι-μνημείου προέκυψε από τους περιορισμούς που θέτει η εφήμερη παρουσίαση ενός έργου τέχνης στον δημόσιο χώρο. Ως γνωστόν, οι αντιδράσεις του κόσμου και οι καιρικές συνθήκες είναι απρόβλεπτες: τα έργα μπορούν να βανδαλιστούν ή ακόμη και να καταστραφούν ολοσχερώς. Παράλληλα, και ο χαρακτήρας του πάρκου θέτει κάποια όρια, αφού οι όποιες επεμβάσεις οφείλουν να είναι διακριτικές και να μην αλλοιώνουν τη φυσιογνωμία του. Σκεπτόμενος λοιπόν πώς μπορεί να αντισταθεί το έργο σε αυτούς τους περιορισμούς, κατέληξα στο αντι-μνημείο, δηλαδή στην ιδέα ενός έργου εφήμερου, που δε διεκδικεί τη μονιμότητα και τη μεγαλοπρέπεια, ή την αίγλη που συνήθως περιβάλλει τα μνημεία. Το αντι-μνημείο είναι περισσότερο μια χειρονομία με συμβολικές και αινιγματικές προεκτάσεις, όπως ήταν και το “Unhappy Readymade” (1919) του Μαρσέλ Ντυσάν. Ένα τέτοιο μνημείο μπορεί να είναι ταπεινό, αστείο, διακριτικό, έως και αθέατο. Μπορεί επίσης να είναι επιτελεστικό (performative) και να αλληλεπιδρά έντονα με τους θεατές. Γιατί να μην μπορεί ένα μνημείο να είναι μια περφόρμανς, μια ηχητική εγκατάσταση ή ένα συμμετοχικό, διαδραστικό έργο;

Τα υλικά που χρησιμοποιούν οι 14 καλλιτέχνες ποικίλουν – συναντάς έργα από κεραμικό, τσιμέντο, μάρμαρο, μέχρι νισυριώτικη πέτρα. Ωστόσο, σε μια τέτοια έκθεση τα υλικά δεν είναι οι βασικοί πρωταγωνιστές. Το πιο σημαντικό εδώ, σε μια έκθεση που περιλαμβάνει αντι-μνημεία, είναι η ιδέα.

Πώς θα μπορούσαμε να ορίσουμε σήμερα την έννοια του αντι-μνημείου και με τη σειρά του αυτό τι έρχεται να μας υπενθυμίσει ακόμα και με την εφήμερη φύση του;

 Το αντι-μνημείο δεν είναι πρόσφατη επινόηση. Συνδέεται άμεσα με την εννοιολογική τέχνη και με καλλιτέχνες όπως ο Hans Haacke και ο Jochen Gerz. Για μένα, το πιο σημαντικό γνώρισμα του αντι-μνημείου είναι ότι εγκολπώνει το τυχαίο και το κάνει σύμμαχό του. Είναι αντι-θεαματικό και ενίοτε αντι-θεσμικό. Τα αντι-μνημεία δεν στήνονται προς τιμήν των «μεγάλων ανδρών» αλλά προς τιμήν της μεγάλης δύναμης των μικρών στιγμών. Το αντι-μνημείο ασκεί κριτική και συχνά έχει ειρωνική χροιά. Σε αντίθεση με τα μνημεία που υμνούν εθνικά ιδεώδη και ιδεολογίες, το αντι-μνημείο εστιάζει στις καθημερινές σχέσεις, στα κοινά. Από αυτήν την άποψη, μιλάμε για ένα έργο «σχεσιακής αισθητικής», για να θυμηθούμε και τον όρο που εισήγαγε ο Nicolas Bourriaud.

«Ο δημόσιος χώρος, ως ο καθρέφτης μιας κοινωνίας, η οποία πρωτίστως δρα μέσα του, είναι ένα από τα σχεδόν ιδανικά πλαίσια παρατήρησης εναλλαγής του χρόνου και κάθε μορφής κινητικότητας. Είναι ο κοινός τόπος συνάντησης διαφορετικών μεταξύ τους ατομικοτήτων ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο καθένας και ποιες είναι οι καταβολές του. Ένα πλαίσιο με όρια ρευστά και όπου όλοι σε ένα πρώτο επίπεδο είμαστε ίσοι με τις ίδιες βασικές ανάγκες. Συνυφασμένος με την έννοια της συλλογικότητας, της δράσης, ακόμα και της αντίδρασης.
Η σημαία “Bread and Butter” είναι ένα In situ έργο με σύμβολο το διαχρονικά, εννοιολογικά φορτισμένο ψωμί παριστώντας αλληγορικά, την πρώτη ύλη, τη μαζική παραγωγή και την έννοια του μοιράζεσθαι. Με τη σημαία να χρησιμοποιείται ως αποτύπωση εμβλήματος ή συμβόλου αλλά και κατάληψη περιοχής απεικονίζοντας ένα από τα βασικά αγαθά επιβίωσης. Την τροφή. Ένα έργο η αλλιώς “δυστυχισμένο μνημείο” στο Πάρκο Ελευθερίας αναφερόμενο στα κοινωνικά όρια τα οποία, αν όχι πάντα, τις περισσότερες φορές δημιουργούνται με βάση τις ‘βασικές μας ιδιότητες’ και τα εκάστοτε μέσα συντήρησης μας». -Μαρίνα Παπαδάκη

Ένα αντι-μνημείο θα μπορούσε σήμερα να οριστεί ως μνημείο; Υπάρχει ένα τέτοιο παράδειγμα;

Κάθε αντιπρόταση συνιστά πρόταση. Το ίδιο ισχύει και με το αντι-μνημείο. Ακόμα κι αν αυτό είναι εφήμερο, μπορεί να εντυπωθεί στις συνειδήσεις μας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η γλυπτική εγκατάσταση «Εις δόξαν» (1993) του Βλάση Κανιάρη. Αυτό το έργο, αποτελούμενο από σακιά τσιμέντου τυλιγμένα με ελληνικές σημαίες, είναι το κατεξοχήν αντι-μνημείο. Προσωπικά, δεν με απασχολεί που δεν μου δίνεται η ευκαιρία να το βλέπω καθημερινά. Η επίδραση που είχε πάνω μου όταν το πρωτοαντίκρισα στην πλατεία Ομονοίας το 2011 ήταν ισχυρή και, καθώς φαίνεται, διαχρονική. Και επειδή αυτό το καθηλωτικό αντι-μνημείο είναι πρωτίστως ιδέα και δευτερευόντως ύλη, δεν έχει να φοβηθεί ούτε τους βανδαλιστές ούτε τα ακραία καιρικά φαινόμενα. Τα σακιά και οι σημαίες είναι readymade υλικά, που σημαίνει ότι αντικαθίστανται. Το «Εις δόξαν» είναι αιώνιο.

Σε ένα δημόσιο χώρο τι είναι αυτό που πρωτίστως διεκδικεί την προσοχή ενός επισκέπτη όταν μιλάμε για τέχνη; Κάτι που τον εντυπωσιάζει, τον ξαφνιάζει ή κάτι που τον προκαλεί να διαδράσει και να εξοικειωθεί με την έννοια της σύγχρονης τέχνης;

Τα μνημεία είναι φτιαγμένα για να έλκουν τα βλέμματα των περαστικών, αν και τελικά πετυχαίνουν μάλλον το αντίθετο. Ο Ρόμπερτ Μούζιλ έγραψε το 1927 ένα εξαιρετικό κείμενο όπου υποστηρίζει ακριβώς αυτό, ότι το εντυπωσιακότερο γνώρισμα των μνημείων είναι ότι δεν τα προσέχει κανένας! «Καθετί το μόνιμο παύει αυτόματα να είναι εντυπωσιακό», γράφει ο Μούζιλ, ενώ χαρακτηρίζει την τέχνη των μνημείων «οπισθοδρομική».

Ένα μνημείο ή ένα έργο σύγχρονης τέχνης που πρόκειται να τοποθετηθεί μόνιμα στον δημόσιο χώρο οφείλει καταρχάς να αντανακλά την εποχή του. Συνήθως έρχεται να καλύψει μια κοινωνική ανάγκη ή ένα συλλογικό αίτημα. Η μορφή και το θέμα του έργου επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό την πρόσληψή του. Ένα μνημείο για τον Ζακ Κωστόπουλο, λόγου χάρη, αναμφίβολα θα είναι δημοφιλές και θα προσελκύσει το ενδιαφέρον του κόσμου. Θα είναι όμως και εικαστικά σύγχρονο; Ίσως εδώ έγκειται το στοίχημα: τα μνημεία που ανεγείρονται να είναι και αισθητικά ενδιαφέροντα, φιλοτεχνημένα από ταλαντούχους σύγχρονους καλλιτέχνες.

Ο άνθρωπος φοβισμένος, προσέτρεξε στον πολιτισμό για να προστατευτεί από τις δυνάμεις της βάναυσης και απρόβλεπτης φύσης. Από τότε και μέχρι σήμερα, οι κοινωνίες του ανθρώπου με κατασκευές, παρεμβάσεις, υποδομές, έργα τέχνης, αρχιτεκτονήματα και μνημεία παλεύουν να δραπετεύσουν από τη φθαρτότητά τους. Ρίχνουν άγκυρες στη γη, προσπαθώντας να μείνουν εγκαθιδρυμένες στον χώρο και αλησμόνητες στον χρόνο. Οι κοινότητες πασχίζουν να ορίσουν τα κοινά ενώ οι δυνάμεις εξουσίας αντιμάχονται για να κατακτήσουν και να επιβληθούν στον δημόσιο χώρο. Και ενόσω το τεχνητό περιβάλλον των πόλεων εξαπλώνεται, η προσοχή και η αγάπη που απολαμβάνει η σφαίρα του δημόσιου από τους χρήστες της, αντανακλά την αίσθηση οικειότητας και συμπεριληπτικότητας που αποπνέει ο σχεδιασμός της.
Το When we opened our eyes δανείζεται από τον Jomo Kenyatta την πιο συμπυκνωμένη ιστορία περιφράξεων και απώλειας κοινών γαιών. Την εποχή εκείνη της αποκιοκρατικής επέκτασης κάθε έννοια δημόσιου και ιδιωτικού χώρου αναδιαμόρφωσε δραματικά το περιεχόμενο της. Ένα νέο τοπόσημο λοιπόν προβάλει στο πάρκο Ελευθερίας. Όμως δεν είναι στιβαρό και άκαμπτο, η μορφή του είναι μαλακή και εύπλαστη. Όπως όλα τα μνημεία στη δουλειά μου, δημιουργείται και αυτό καθ’ ομοίωση της εφήμερης και επισφαλούς ανθρώπινης κατάστασης. Είναι μια χειρονομία που μαρκάρει ένα σημείο του πάρκου Ελευθερίας, δεσμεύοντας το. Βασισμένη στο αρχέτυπο του κύκλου, η χειρονομία καλεί τους ανθρώπους σε συνάθροιση, όπως η πλατεία του χωριού, το κοινοτικό αλλόνι και ο χορός στο πανηγύρι.- Κωνσταντίνος Κώτσης

Πόσο εξοικειωμένοι είμαστε με τα έργα σύγχρονης τέχνης στην Αθήνα; Και τι πιστεύετε πως θα ήταν αυτό που θα μπορούμε να μας κάνει να εξοικειωθούμε με κάτι σύγχρονο, όχι απαραίτητα κατανοητό με την πρώτη ματιά; Τι μπορούμε δηλαδή να αλλάξουμε για να γίνει η δημόσια τέχνη μέρος της καθημερινότητάς μας είτε είναι εφήμερη είτε μόνιμη;

Η Αθήνα είναι γεμάτη με άσχημα, κακότεχνα αγάλματα, που σίγουρα χρήζουν μελέτης για την απελευθερωτική τους επίδραση. Δεν πρέπει δηλαδή να τα σνομπάρει κανείς τόσο εύκολα ή να ακυρώνει την ανοίκεια ύπαρξή τους. Χωρίς αμφιβολία, τα έργα που τοποθετήθηκαν στο Μετρό βοήθησαν τους Αθηναίους να εξοικειωθούν με τα έργα σύγχρονης τέχνης στον δημόσιο χώρο. Η «Ουρά» (1999-2000) του Νίκου Κεσσανλή στον σταθμό Ομόνοια είναι, κατά τη γνώμη μου, το πιο αποτελεσματικό από αυτά. Η καίρια θέση του στο επίπεδο μετεπιβίβασης βοηθά τους διερχόμενους να το κατανοήσουν καλύτερα. Ο τίτλος της σειράς στην οποία ανήκει το έργο λέγεται «Φαντασμαγορία της ταυτότητας» και νομίζω ότι ταιριάζει ιδανικά σε αυτόν τον πολυσύχναστο και μεταβατικό χώρο, σε ένα χωνευτήρι που συγκεντρώνει καθημερινά χιλιάδες κόσμου και μάλιστα διαφορετικής εθνικότητας. Η «Ουρά» του Κεσσανλή δε σου επιβάλλεται, αν θες της δίνεις σημασία. Οι ανθρώπινες σκιές στο έργο έρχονται να σου υπενθυμίσουν το εφήμερο της ύπαρξής σου, ότι η ζωή είναι ένα θέατρο σκιών. Η δημόσια τέχνη είναι μέρος της καθημερινότητάς μας, είτε το αντιλαμβανόμαστε είτε όχι.

Τους τελευταίους μήνες πολλοί από εμάς παρατηρούσαμε την τεχνολογία να μπαίνει σε ρόλο καλλιτέχνη και τα social media στον ρόλο του κοινού. Γυρνώντας την πλάτη σ’ αυτό αντικρίσαμε τον δημόσιο χώρο να μπαίνει επιτακτικά στο προσκήνιο υπενθυμίζοντας την ύπαρξή του, τον ρόλο που όφειλε να έχει κι αυτόν που πλέον διεκδικεί. Φιλόξενος, προσβάσιμος, κατά τόπους δημοκρατικός, γοητευτικός και γενναιόδωρος, τόπος συνάντησης και διάδρασης, ο δημόσιος χώρος ευτυχώς μπήκε άξαφνα στην καθημερινότητά μας. Υπό αυτές κι άλλες πολλές σκέψεις γεννήθηκε το έργο #loveshots or collected histories of an infinite longing ως ένα συμμετοχικό project που διερευνά τον έρωτα στη σύγχρονη εποχή και τη σύνδεσή του με τον κινηματογράφο, την τύχη και τα social media.
Το σενάριο μιας μυστηριώδους ερωτικής ιστορίας διασπάται στις φράσεις του και κάθε μία από αυτές εκτυπώνεται σ’ ένα διάφανο καρέ. Σε κάθε επισκέπτη που επιθυμεί να συμμετέχει χαρίζεται τυχαία ένας φάκελος που περιέχει ένα από αυτά, το ένα απ’ τα κομμάτια του έργου που του ανήκει για πάντα. Μοναδική προϋπόθεση να αναλάβει την ευθύνη ερμηνείας μιας «κενής στιγμής» και να την επιστρέψει εκεί όπου ανήκει. Ο συμμετέχων γίνεται ο σκηνοθέτης και φωτογραφίζοντας αυτό που επιλέγει (βλέπει, δημιουργεί, θυμάται ή φαντάζεται) μετατρέπει αυτομάτως αυτό το θραύσμα του έργου σε καρέ της ταινίας. Το έργο εξελίσσεται παράλληλα στον λογαριασμό του project στο Instagram, όπου οι συμμετέχοντες θα «επιστρέφουν» τις εικόνες και θα συλλέγονται καθημερινά με σκοπό την επανένωση των φράσεων και την ολοκλήρωση μιας συλλογικής ταινίας. -Μαρία Τσάγκαρη

Κεντρική φωτογραφία άρθρου: Αγγελική Μπόζου, It’s the stupidest vertical tea-party I ever was at in all my life, 2020 | Κεραμικό, 100 x 60 x 60 εκ. και 60 x 60 x 60 εκ.

Info έκθεσης

Υπαίθρια ομαδική έκθεσηUnhappy Monuments” | 10 – 20 Οκτωβρίου | Πάρκο Ελευθερίας

Συνδιοργάνωση έκθεσης: Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας του Δήμου Αθηναίων (ΟΠΑΝΔΑ) και ARTWORKS , με δωρεά του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος (ΙΣΝ).

Συμμετέχουν οι καλλιτέχνες: Παναγιώτης Βορριάς, Θεόδωρος Γιαννάκης, Απόλλωνας Γλύκας, Αναστασία Δούκα, Σπύρος Κοκκώνης, Κατερίνα Κομιανού, Καρολίνα Κρασούλη, Κωνσταντίνος Κωτσής, Βιργινία Μαστρογιαννάκη, Αγγελική Μπόζου, Μαργαρίτα Μποφιλίου, Μαρία Νικηφοράκη, Μαρίνα Παπαδάκη,  Μαρία Τσάγκαρη