Τέλη 19ου αιώνα. Μια βραχονησίδα στη μέση του πουθενά με έναν φάρο. Επιβιβάζονται πάνω της δυο άντρες που θα αντικαταστήσουν στα καθήκοντά τους δυο άλλους, χωρίς να ανταλλάξουν κουβέντα μαζί τους, καθώς εκείνοι φεύγουν με το καράβι που τους έφερε. Ο μεγαλύτερης ηλικίας (Γουίλεμ Νταφόε) είναι χρόνια φαροφύλακας. Ο λίγες δεκαετίες μικρότερος βοηθός του (Ρόμπερτ Πάτινσον) πηγαίνει εκεί για πρώτη φορά. Σε τέσσερις εβδομάδες θα φύγει.

Υπάρχει ένας κανονισμός λειτουργίας. Ορίζει ότι οι νυχτερινές βάρδιες θα γίνονται εναλλάξ και απαγορεύει το ποτό. Ο Νταφόε του εξηγεί πως ο κανονισμός λέει επίσης ότι ως βοηθός οφείλει να υπακούει τον φαροφύλακα. Ο Νταφόε πίνει κάθε βράδυ. Αν ο Πάτινσον δεν θέλει να πίνει, όσο περίεργο κι αν είναι να μην πίνει ένας άντρας, είναι στην τελική δικαίωμά του. Αν όμως ο Πάτινσον θέλει να πηγαίνει στη νυχτερινή βάρδια, ας το ξεχάσει. Ο Νταφόε του δηλώνει ότι όλες οι νυχτερινές βάρδιες είναι αδιαπραγμάτευτα δικές του, ότι το φως του φάρου του ανήκει, ότι ο ίδιος είναι «ο φύλακας του φωτός». Επίσης φέρεται στον Πάτινσον σκληρά. Όταν δεν τον αποκαλεί αγόρι, τον αποκαλεί σκυλί. Και τον βάζει να κάνει όχι μόνο όλες τις σκληρές χειρωνακτικές δουλειές που χρειάζονται για τη συντήρηση του φάρου και της καλύβας στην οποία μένουν, αλλά ενίοτε και δουλειές που δεν χρειάζονται.

«Δεν ανέλαβα να κάνω αυτή τη δουλειά για να είμαι νοικοκυρά ή σκλάβος», θα του πει κάποια στιγμή ο Πάτινσον. «Μην μου αντιμιλάς», του απαντάει θυμωμένα ο Νταφόε. Ζούμε σε μια κουλτούρα όπου το δικαίωμα του λόγου είναι το θεωρητικά πιο αδιαπραγμάτευτο, όπου ο καθένας μας και τίποτα άλλο να μην έχει, δικαιούται πάντως να έχει την άποψή του. Ζούμε σε μια κουλτούρα που ούτε ρόλοι όπως των γονιών ή των δασκάλων αποκλείουν εξ ορισμού το δικαίωμα στον αντίλογο. Το ρήμα «αντιμιλάω» μοιάζει με γλωσσικό κατάλοιπο από άλλες εποχές: ο λόγος ανήκει σε μένα και ο λόγος μου είναι διαταγή και κάθε αντίλογος δεν αποτελεί δικαίωμα στο δικό σου λόγο, αλλά προσβολή της ιεραρχικής μου θέσης και του αποκλειστικού δικού μου δικαιώματος.

Μια σχέση εξουσίας. Ο εξουσιαστής και ο εξουσιαζόμενος. Ο δυνατός και ο αδύνατος. Τουλάχιστον σε αυτόν εδώ τον φάρο ο Νταφόε μπορεί να είναι ιεραρχικά ανώτερος ενός άλλου ανθρώπου. Ο Πάτινσον διάβασε κάπου ότι οι φαροφύλακες βγάζουν καλά λεφτά. Το σχέδιο του είναι να μαζέψει σιγά σιγά λεφτά και μια μέρα να φτιάξει κάπου το δικό του σπίτι, να μην έχει κανέναν πάνω από το κεφάλι του. Έχει υπάρξει μια ζωή εργάτης, ο φάρος για εκείνον είναι μια μεταβατική περίοδος προς τη μελλοντική κοινωνική άνοδο. Για τον Νταφόε αντίθετα, ο φάρος δεν εκπροσωπεί καμία μετάβαση. Είναι το καταφύγιό του, είναι σαν σπίτι του, είναι το μέρος που κατέληξε. Παλιά ήταν ναυτικός, είχε οικογένεια, η γυναίκα του δεν άντεξε τη ζωή του ναυτικού, είναι πια μεγάλος, σέρνει το ένα πόδι του μόνιμα εξαιτίας κάποιου ατυχήματος, εδώ έχει αράξει: με το ποτό του, το αφεντικιλίκι του, με την ιδιότυπη σχέση που έχει κάθε βράδυ με το φως.

Σε μια τόσο ακραία απομόνωση όμως, κάθε σχέση που έχει προβλεφθεί να ρυθμίζεται με έναν τρόπο βάσει μιας σύμβασης του έξω κόσμου, του υπόλοιπου κόσμου, του μη απομονωμένου κόσμου, μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί έτσι μόνο αν και εφόσον το υπόλοιπο πλαίσιο παραμένει αναλλοίωτο. Όταν διαταράσσεται το πλαίσιο και η συνθήκη, όταν η τοπική απομόνωση έρθει να κουμπώσει με τη χρονική, όταν στις τέσσερις εβδομάδες δεν έρθει κανείς να σκατζάρει τον Πάτινσον, ό,τι ως εκείνη τη στιγμή καιροφυλακτούσε στη σχέση των δύο ανδρών θα βγει στην επιφάνεια. Η σχέση η μεταξύ τους, η σχέση τους με τον εαυτό τους, με το παρελθόν τους, με τις ενοχές τους  η σχέση με τον χρόνο, η σχέση με την πραγματικότητα: με απαραίτητο σύμμαχο και το -κοινό πλέον- μεθύσι, όλες αυτές οι σχέσεις θα αρχίζουν να κλονίζονται, τα όρια θα αρχίσουν να θολώνουν, ο χρόνος που έχει περάσει στα αλήθεια θα αρχίσει να γίνεται ολοένα και περισσότερο ζητούμενο, ενώ ο τόπος που είναι αναγκασμένοι να ζουν παραμένει αμετάβλητος, σταθερός, ασφυκτικά λίγος. Στην αδιαπραγμάτευτη απολυτότητα του τόπου, ο χρόνος θα σχετικοποιηθεί, όλα τα υπόλοιπα θα σχετικοποιηθούν, όλα θα οριστούν από το ότι είναι δυο άνθρωποι ολομόναχοι σε ένα έρημο, απομονωμένο μέρος.

Η εικαστική δύναμη του «Φάρου» είναι πασιφανής. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία είναι υποψήφια για όσκαρ, τα πλάνα είναι σαν πίνακες ζωγραφικής. Προσωπικά πάντως, στο πρώτο μέρος της ταινίας, μέχρι και το διάλειμμα, δεν είχα καταφέρει να συντονιστώ εντελώς μαζί της, αφού η αισθητική της σαγήνη δεν είχε συνοδευτεί με ένα περιεχόμενο που να πετύχαινε τη συναισθηματική εμπλοκή μου. Στο δεύτερο της μέρος όμως η ταινία γίνεται μια δίνη που σε καταπίνει μαζί με τους πρωταγωνιστές της. Περιδινείσαι μαζί τους. Αυτοί οι δύο άντρες είναι ολομόναχοι, αυτοί οι δύο άντρες δεν έχουν κανέναν άλλον στον κόσμο: η κατάρρευσή τους, το φεύγα τους, η αλληλεπίδρασή τους κινηματογραφείται, μοντάρεται και αποδίδεται ερμηνευτικά από τους δυο ηθοποιούς με έναν τρόπο που σε πείθει ότι, διάολε, αυτοί εδώ οι τύποι έσκαψαν βαθιά, αυτοί εδώ οι τύποι δεν παίξανε εκ του ασφαλούς, αυτοί εδώ οι τύποι οδηγήθηκαν κάπου, αυτοί εδώ οι τύποι αποτύπωσαν σε φιλμ κάτι επώδυνα υπαρξιακό, αυτοί εδώ οι τύποι δεν κρατήθηκαν, τόλμησαν, μίλησαν με χώματα στο στόμα. Και όσο εύλογη κι αν είναι καταρχάς η απαίτηση κάθε θεατή να παρακολουθεί μια ιστορία η οποία να ξέρει με σιγουριά τι θέλει να πει (ακόμη κι αν με σιγουριά θέλει να πει κάτι αμφίσημο ή ανοικτό), στην περίπτωση του «Φάρου» προσωπικά με ενδιαφέρει πάρα πολύ λιγότερο αν ο δημιουργός του, Ρόμπερτ Έγκερς ήξερε με σιγουριά τι ήθελε να πει ως προς καθένα από τους δύο χαρακτήρες και ως προς τη μεταξύ τους σχέση, και με ενδιαφέρει πάρα πολύ περισσότερο ότι δημιούργησε έναν κινηματογραφικό κόσμο που επέτρεψε με τη συνθήκη της ακραίας απομόνωσης να διαδραματιστεί μπροστά στα μάτια μας ένα μακροβούτι στην καρδιά του σκότους. Ένα μακροβούτι που κατ’ εμέ γίνεται πολύ πιο υπαρξιακό, ακριβώς επειδή δεν ανάγεται απαραίτητα στη μία ή την άλλη συγκεκριμένη αιτία, αλλά το οποίο θα μπορούσε να αφορά δυνάμει τον καθένα από μας αν βρισκόταν σε παρόμοια φάση: ο εαυτός του ανθρώπου έχει τα όποια όρια, την όποια συγκρότηση και την όποια σιγουριά έχει, όσο ζει εντός κοινωνίας, όταν το πλαίσιο που τον περιβάλλει του επιτρέπει να αλληλεπιδρά με τους άλλους. Πέτα τον εαυτό σου σε μια ερημιά μαζί με έναν ακόμα και δες για πότε θα χάσετε κάθε αίσθηση του εαυτού σας.