Ο νέος δίσκος του Φοίβου Δεληβοριά, «Καλλιθέα», είναι ένα παζλ από αναμνήσεις, παιδικούς κι εφηβικούς ήχους, ήρωες δοξασμένους ή παρηκμασμένους, αγάπες και απογοητεύσεις. Τον άκουγα κι αναρωτιόμουν, πώς στέκεται ο τραγουδοποιός απέναντι στο παρελθόν, με το οποίο τόσο επίμονα καταπιάνεται. Αν το αναπολεί, ή θέλει να ξεμπερδεύει μ’ αυτό. Ή και τα δυο. Πήγα λοιπόν και τον βρήκα εκεί που συχνάζει για να μιλήσουμε. Ο Φοίβος πάντα διατηρεί την τρυφερή και ταυτόχρονα σαρκαστική διάθεση που ελευθερώνει το παιδί που μένει εγκλωβισμένο στον ενήλικο εαυτό σου. Και η κουβέντα μαζί του δεν μπορεί παρά να είναι γνήσια εξομολογητική.

ελculture: Γιατί «Ερημιά στην Καλλιθέα»;
Φοίβος Δεληβοριάς: Ο δίσκος προέκυψε από μια τυχαία επίσκεψη στο πατρικό μου. Είχα καιρό να πάω, οι γονείς μου δεν μένουν πια εκεί και μια μέρα το είδα στον ύπνο μου. Ξύπνησα με τη διάθεση να ψάξω στην αποθήκη, μήπως βρω κανένα παλιό βινύλιο και χωρίς να το πολυκαταλάβω έπιασα μια παλιά κιθάρα κι έγραψα ένα τραγούδι. Βγήκε λοιπόν το «Ερημιά στην Καλλιθέα», το οποίο μου ξύπνησε έντονες σκέψεις κι αισθήσεις για το πώς μεγάλωσα και το πώς αισθάνομαι πια με αυτό. Το παιδί εκείνο του προαστίου, που είναι δεμένο με συμμαθητές, φίλους, δασκάλους, οικογένεια, εξακολουθεί να είναι ο ενήλικος που μιλάει και τραγουδάει. Από εκεί έχει μαγευτεί, έχει διαφθαρεί, έχουν διαστραφεί τα όποια αθώα συναισθήματά του. Σκέφτηκα λοιπόν ότι θα έρχομαι κάθε πρωί, θα πιάνω το πιάνο και θα αρχίζω να εξερευνώ την υπόθεση “μνήμη”. Όλο αυτό έγινε τον τελευταίο ενάμιση χρόνο.

delivorias_f

ελc: Κοιτάς λοιπόν πίσω, στο παρελθόν;
Φ.Δ: Ο δίσκος συνέπεσε με μια περίοδο που όλοι λίγο πολύ κοιτάζουν προς το παρελθόν τους. Άλλοι με νοσταλγία, άλλοι κριτικά, άλλοι με μια βεβαιότητα ότι κάποτε ζούσαμε σ’ έναν παράδεισο. Την τελευταία πενταετία όλοι μιλούν για το παρελθόν, εξιδανικευτικά. Μέχρι και περίοδοι σκοτεινές, όπως η επταετία, έχουν εξιδανικευτεί από ορισμένους. Παρ’ όλα αυτά θεωρώ ότι υπάρχει κάτι υγιές στο να κοιτάζεις το παρελθόν μετά από μια κρίση: Βλέπεις σκληρά, αλλά και με αγάπη, τον καθρέπτη και τα πράγματα που σε διαμόρφωσαν, που σε πήγαν λάθος ή σου έδωσαν μια σπρωξιά και πήγες μπροστά. Μ’ ενδιαφέρει λοιπόν η μνήμη απ’ όπου κι αν την πιάσεις. Η μνήμη παίζει παιγνίδια, την ίδια στιγμή που θες να πανηγυρίσεις για κάτι και να το τιμήσεις, την ίδια στιγμή είναι και τρομακτικό, μπορεί να σε πάρει στην αγκαλιά του και να σε αποκλείσει από τη ζωή. Αυτή είναι μια συνεχής πάλη στο δίσκο, που πότε με εξαντλούσε και πότε μ’ έκανε να αισθάνομαι τρομερά χαρούμενος.

ελc: Αυτό που δεν κατάλαβα – ακούγοντας προσεκτικά τον δίσκο!-, είναι αν τελικά κοιτάζεις προς το παρελθόν αποχαιρετώντας το ή επιστρέφοντας σε αυτό;
Φ.Δ: Όσο σιχαίνομαι την αναμνησιολογία, άλλο τόσο είμαι δέσμιός της και γι’ αυτό ακριβώς θέλω να είναι ζωντανή, κι όχι ζόμπι που θέλει να μπει στο τωρινό μου σπίτι. Ίσως έχει να κάνει και με το γεγονός ότι έγινα μπαμπάς και σιγά σιγά αρχίζω να διηγούμαι πώς ήμουν εγώ ο ίδιος μικρός. Υπάρχει πχ. στο δίσκο ένα κομβικό τραγούδι είναι το «Κουνελάκι», όπου λέω στην κόρη μου «Αν τυχόν δεις στα παλιά κόμικς έναν υπερήρωα που να με θυμίζει, σκίσ’ το εξώφυλλο και κάντο μια μουτζούρα!». Αυτή τη σχέση θέλω να έχω με το παρελθόν. Δεν θέλω να με καταπιέζει. Κι όμως, ο καλύτερός μου φίλος στο δημοτικό με έχει επηρεάσει και κουβαλάω ακόμα τον τρόπο με τον οποίο μιλάει ή κάνω τα πράγματα που θα περίμενε από μένα. Προχωράς μεν και τα πράγματα μετασχηματίζονται, αλλά παραμένουν πολύ ισχυρά και προς εξερεύνηση. Ο δίσκος είναι μια βουτιά σε όλα αυτά με πολύ μεγάλη προσοχή: Να μην εξιδανικεύσουμε, αλλά και να μην τα αφήσουμε να πάνε άκλαυτα, να μην τα εκμεταλλευτεί κανείς.

231015_0216

ελc: Θα χαρακτήριζες τον εαυτό σου ρομαντικό;
Φ.Δ: Το ρομαντικό έχει και λίγο την έννοια του χαμένου για πάντα, που όμως εγώ επιμένω και το αγαπάω. Αυτός δεν είναι στην πραγματικότητα ο ρομαντισμός ως κίνημα; Η θυσία, το “σ’ αγαπάω ό,τι κι αν γίνει, θα πέθαινα για σένα”. Και μου ταιριάζει και όχι! Είμαι λίγο πιο χιουμορίστας. Ή πιο αισιόδοξος: Έχω μια βεβαιότητα ότι όλα όσα χάθηκαν θα τα ξαναβρώ με κάποιο τρόπο.

ελc: Ίσως ήρθε και η δική σου ενηλικίωση με το παιδί: Τώρα είσαι ο ενήλικας. Αλλά δεν παύεις να είσαι και παιδί!
Φ.Δ: Όταν η κόρη μου ήταν τριών μηνών, εγώ έβλεπα στον ύπνο μου το πατρικό μου κι ήθελα να πάω εκεί και να γράψω τραγούδια. Έτσι γεννήθηκε ο δίσκος και κάτι σημαίνει. Ενώ πέρναγα τη μισή μου μέρα με το παιδί μου, δηλαδή τον μελλοντικό κόσμο και τις μελλοντικές του συνήθειες, των οποίων την ταχύτητα πολλές φορές δεν μπορώ να ελέγξω, την άλλη μισή την πέρναγα με τον εαυτό μου παιδί. Μάλλον είχα την ανάγκη να τα δω αυτά παράλληλα.

ελc: Ποια είναι η κεντρική θεματική, θα έλεγες, του δίσκου σου;
Φ.Δ: Ο δίσκος περιέχει πολλές οπτικές γωνίες της μνήμης. Είναι δίσκος πολλαπλών ακροάσεων και έχει σημασία η σειρά των τραγουδιών. Η «Καλλιθέα» μιλά για τους κατοίκους και την πόλη σήμερα, αλλά και για τους ήρωες της παιδικής μου ηλικίας. Ο «Μπάσταρδος γιος» για τη νοσταλγία των γονιών μου και πώς μου μεταδόθηκε. Ο «Ξένος» για την πιο φρικτή πλευρά της μνήμης, όταν είσαι στο παλιό σου σπίτι και συνειδητοποιείς ότι είναι πολύ στενάχωρο τελικά. Το «Knight riders» είναι μια νοσταλγία για τη φιλία, που με τα χρόνια δεν ευοδώνεται όπως θα την ονειρευόσουν. Το «Θα σε ξαναδώ» μιλά για το θάνατο ενός πολύ αγαπημένου φίλου. Επίσης ο δίσκος έχει να κάνει και με το προάστιο. Πιστεύω ότι είναι η πιο κατεστραμμένη πλευρά της πόλης στα χρόνια της κρίσης. Το κέντρο βρίσκει πάντα ζωντανά κύτταρα κι ανασταίνεται μες στην παρακμή του. Το προάστιο, ακριβώς επειδή εκεί ανθεί το μικρό, τα μικρά σπίτια, τα μικρομάγαζα ή οι μικροί έρωτες, είναι αυτό που καταστράφηκε και αρρώστησε πιο πολύ. Ήθελα να το τονώσω και να είμαι κοντά στον μαρασμό του, να κάνω κάτι δημιουργικό εκεί.

ελc: Έχουν κοινά χαρακτηριστικά ή στοιχεία οι δίσκοι σου;
Φ.Δ: Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν σκέφτομαι, παρά μόνο εκ των υστέρων, τι είναι αυτό που συνδέει τα τραγούδια μου ή αν έχουν κοινά χαρακτηριστικά. Υπάρχουν εμμονές στους δημιουργούς που επαναλαμβάνονται σταθερά, ορισμένα πράγματα που για τον καθένα λειτουργούν απελευθερωτικά. Σ’ εμένα αυτά είναι τα ονόματα, τα οικεία πρόσωπα. Ποτέ δεν γράφω αν δεν σκεφτώ ότι απευθύνομαι σε ένα πραγματικό πρόσωπο. Θέλω να αιχμαλωτίσω ένα πρόσωπο, να του μιλήσω, να του κλέψω την καρδιά. Αυτό ήταν και είναι το δημιουργικό μου κίνητρο.

ελc: Η μουσική είναι και παιχνίδι για σένα;
Φ.Δ: Φυσικά! Και παράλληλα είναι η αληθινή και ουσιαστική θεραπεία μου. Δεν παίζω μουσική μόνο για να γράψω. Υπάρχουν βράδια ολόκληρα που κλείνομαι στο δωμάτιο απλά για να παίξω. Αυτό το κατάλαβα κάποια στιγμή στα 13-14 και ήξερα ότι μόνο έτσι αποδρώ από πάρα πολλά. Ήταν πολύ μεγάλη δύναμη κι ένας συνειδητός τρόπος ζωής. Περιέγραφα στα σχολικά μου τετράδια πώς θα έκανα δίσκους ή ταινίες. Την έκθεση στη σκηνή δεν τη φανταζόμουν καν τότε, ούτε και μου ταίριαζε, γιατί μικρός ήμουν τρομερά ντροπαλός. Αλλά με τα χρόνια έχει γίνει μια από τις πιο αγαπημένες και ξέγνοιαστες δραστηριότητές μου.

231015_0142

ελc: Η διαδικασία της ηχογράφησης ήταν κι αυτή ένα παιχνίδι;
Φ.Δ: Αυτός ο δίσκος είναι από τις πιο μαγικές στιγμές της ζωής μου. Έγραψα εκεί τα τραγούδια και μετά μετατρέψαμε το σπίτι σε στούντιο και τα ηχογραφήσαμε. Αυτό βέβαια είναι τρομερό κατόρθωμα του παραγωγού του δίσκου, Χρήστου Λαϊνά, ο οποίος επέμενε ότι δεν χρειάζεται καμία μόνωση, ότι έπρεπε να εισχωρούν όλοι οι ήχοι, κι ότι αυτό μπορεί να γίνει μαγικό. Το καθετί έχει για μένα μεγάλη προσωπική σημασία. Σε κάθε κομμάτι υπάρχουν μυστικά κανάλια, πχ. η φωνή της γιαγιάς μου παραμορφωμένη, ένας φίλος που ήρθε να με δει, εγώ με το παιδικό μου πιάνο τη νύχτα, πράγματα που δεν τα ακούει κανείς. Πρόκειται για μια κιβωτό πραγμάτων που ήθελα οπωσδήποτε να συλλέξω.

ελc: Σε επηρέασε το παλιό σου άδειο σπίτι βγάζοντας πράγματα που δεν φανταζόσουν;
Φ.Δ: Είχα αναμνήσεις και συγκινήσεις. Μπόρεσα πχ. να πω πράγματα σ’ έναν από τους πιο αγαπημένους μου φίλους στην Καλλιθέα, με όλη μου την καρδιά και την οδύνη, με τον εξομολογητικό τρόπο που λείπει απ’ τις αντρικές φιλίες. Πολλές φορές συνέβαιναν κι άλλα περίεργα. Για παράδειγμα, την ώρα που έπαιζα την τελευταία νότα του «Ξένου» έπεφταν οι σοβάδες δίπλα μου, σα να μου μιλάει το σπίτι. Όταν τέλειωσε η ηχογράφηση και κλείδωσα, το ίδιο βράδυ ένας μεθυσμένος έπεσε πάνω στο σπίτι και χάλασε την πρόσοψή του. Ήταν σαν να ξυπνήσαμε πνεύματα! Όταν γράφεις, επηρεάζεσαι πάρα πολύ και αυθυποβάλλεσαι. Ελπίζω ότι το αποτέλεσμα του δίσκου θα είναι απελευθερωτικό για όλους μας!

cover

ελc: Με την πολιτική ασχολείσαι;
Φ.Δ: Ναι. Η επικαιρότητα δεν μου εμπνέει συνήθως τραγούδια, αλλά τη στάση μου ως πολίτης. Δεν ξέρω αν θα έγραφα ένα κομμάτι πολιτικής θεωρίας ή μανιφέστου. Όμως κάθε φορά που διαβάζω κάτι που με εξοργίζει ή μου δίνει ελπίδα και ξέρω ότι υπάρχουν συλλογικές δράσεις για να βελτιωθούν τα πράγματα, τις στηρίζω χωρίς δεύτερη σκέψη. Τα κόμματα δεν μου αρέσουν, γιατί μεγάλωσα σε μια περίοδο που όλοι οι μεγαλύτεροί μου ήταν τραυματισμένοι από τις πολιτικές νεολαίες και τους γύριζαν την πλάτη. Ήταν μια φάση που ο ιδιωτικός άνθρωπος ζητούσε επιτέλους τα δίκια του, ακόμα και το τραγούδι ήταν πιο ιδιωτικό. Από μικρός λοιπόν έβλεπα τα κόμματα με δυσπιστία. Αλλά όχι και την πολιτική δράση ή τον ακτιβισμό, όπου γνώρισα εξαιρετικούς, πολύτιμους ανθρώπους.

ελc: Πιστεύεις ότι με την κρίση βγήκε το καλό ή το κακό μας πρόσωπο;
Φ.Δ: Με την κρίση έχει βγει και το χειρότερο και το καλύτερο. Βγήκε απ’ τον τάφο της η μυθολογία των ταινιών του Τζέιμς Πάρις στο μυαλό των νεοφασιστών, αλλά βγήκε και το άλλο. Αυτό για παράδειγμα που ζήσαμε με την πρωτοβουλία “Αγάπη ρε ματζόρε” το καλοκαίρι με μια συναυλία χωρίς διαφημιστική καμπάνια όπου ήρθαν 15.000 άνθρωποι και συγκεντρώθηκαν 50 τόνοι τρόφιμα και φάρμακα. Δες και τους ψαράδες στη Μυτιλήνη: Πάμπτωχοι, τσακισμένοι άνθρωποι που πηγαίνουν στη θάλασσα απ’ τα χαράματα για να σώσουν παιδάκια. Και θα το έκαναν ακόμα και χωρίς δημοσιότητα. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έγιναν έτσι τώρα, έτσι ήταν πάντα και απλά τώρα εμφανίστηκαν. Όπως εμφανίστηκαν και οι μισάνθρωποι, ή οι παρτάκηδες, ή οι αριθμολάγνοι. Όλα λίγο πολύ βγήκαν στην επιφάνεια.

ελc: Θα μεγαλώσεις την κόρη σου με τα πρότυπα που μεγάλωσες ο ίδιος, τώρα που τα ξαναβλέπεις;
Φ.Δ: Όχι, μάλλον… Κάποια πράματα στην ανατροφή μου μου φαίνονται πάρα πολύ ωραία, λειτούργησαν θετικά σ’ εμένα και θα δω αν λειτουργούν καλά και σ’ εκείνη, ενώ άλλα δεν λειτούργησαν σωστά. Όλοι εμπειρικά λειτουργούμε σ’ αυτή την ιστορία! Οι δικοί μου είχαν υψηλή αισθητική και αίσθηση δικαίου κι ένας αστείος καβγάς που έχουμε, είναι ότι δεν με άφησαν ποτέ να δω και να κάνω trash πράγματα! Υπήρχαν κάποια “απαγορευμένα” θέματα στο σπίτι, όπως η χυδαιότητα και η βία, που με τον αποκλεισμό τους γιγαντώνονταν. Έτσι εγώ έμπαινα ενοχικά στη γνωριμία μου με έργα ή μουσικές και κατέληξα στην δεκαετία του ‘90 να δω όλη τη φιλμογραφία του Όμηρου Ευστρατιάδη και να γίνουν αρχέτυπά μου ήρωες, που ενδεχομένως δεν θα ήταν. Αν λοιπόν δω την κόρη μου να έχει αυτή την ανάγκη θα την αφήσω να πάει προς τα εκεί για να δω τι θα γίνει. Βέβαια… μπορεί να αποδειχτεί ότι οι γονείς μου είχαν απόλυτο δίκιο!