«O Iρλανδός» λοιπόν, η διάρκειας τρεισήμισι ωρών ταινία του Μάρτιν Σκορσέζε, γυρισμένη για το Netflix μεν, αλλά κάνοντας κι ένα πέρασμα από τις κινηματογραφικές αίθουσες πρώτα. Μετά από μερικά previews τις προηγούμενες μέρες, θα ξεκινήσει να προβάλλεται στα σινεμά από την Πέμπτη 21 Νοεμβρίου, για να περάσει λίγο αργότερα και στην ψηφιακή πλατφόρμα που το χρηματοδότησε. Στον «Ιρλανδό» ο Σκορσέζε δεν επιστρέφει μόνο στα πολύ γνώριμα του μονοπάτια της μαφίας, αλλά ξαναβρίσκει σε αυτά τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο και τον Τζο Πέσι (ακόμη και τον Χάρβεϊ Καϊτέλ, σε πολύ δεύτερο ρόλο πάντως), ενώ σκηνοθετεί για πρώτη φορά τον Αλ Πατσίνο. Ας βάλουμε κάτω τις ηλικίες: Σκορσέζε, 77. Nτε Νίρο, 76. Πατσίνο, 79. Πέσι, 76. Καϊτέλ 80. Mια γενιά γεννημένη μέσα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μια γενιά, που με την εξαίρεση ίσως του ίδιου του Σκορσέζε, έχει περάσει εδώ και καιρό, αν όχι στην αποστρατεία, πάντως μακριά από το αμερικάνικο σινεμά πρώτης γραμμής. Ένα σινεμά πρώτης γραμμής, που στο μεν εμπορικό του σκέλος εκπροσωπείται από το σύμπαν της Μarvel (εναντίον του οποίου ξιφούλκησε πρόσφατα ο Σκορσέζε), στο δε καλλιτεχνικό παύλα εμπορικό εκπροσωπείται φέτος από ταινίες όπως ο “Joker(υβρίδιο ταινίας κόμικς και ταινίας Σκορσέζε, εξού και η παρουσία του Ντε Νίρο) ή το «Κάποτε στο Χόλιγουντ» (όπου οι μέγα σταρ που πρωταγωνιστούν είναι ο Μπραντ Πιτ και ο Ντι Κάπριο, με τον Πατσίνο να έχει ένα τιμής ένεκεν ρολάκι).

Άρα θα έπρεπε ίσως να δούμε εξαρχής τον «Ιρλανδό» ως μια ταινία που έρχεται όχι από το σήμερα του σινεμά, αλλά από το χθες. Ένα χθες αναμφίβολα τεράστιο μεν, αλλά άλλο η διαχρονικότητα των μεγάλων δημιουργιών του συγκεκριμένου σκηνοθέτη και των συγκεκριμένων ηθοποιών και άλλο ο άνευ ετέρου συγχρονισμός μιας καινούριας ταινίας, είτε με ό,τι είναι αληθινά καινούριο και καίριο σήμερα (όπως π.χ ο “Joker”), είτε με ό,τι ήταν αληθινά καινούριο και καίριο την εποχή του (όπως π.χ. το “Μean Streets” ή τα «Καλά Παιδιά»).

Ο «Ιρλανδός» είναι σαν να περιέχει δυο ταινίες στην τιμή της μίας. Η πρώτη, η βασική, αυτή που διαρκεί πάνω από τρίωρο, είναι λίγο – πολύ μια ακόμη μαφιόζικη ιστορία. Η δεύτερη, ο επίλογος ουσιαστικά της πρώτης, έχει μεν κι αυτός τα θέματά του, αλλά τουλάχιστον σώζει με κάποιον τρόπο την παρτίδα, φωτίζοντας τη συγκεκριμένη μαφιόζικη ιστορία -αλλά ίσως και κάθε άλλη ιστορία- υπό ένα διαφορετικό φως και κάνοντάς σε να λες ότι, ναι, εν τέλει είδες και κάτι που δεν περίμενες να δεις, ότι εδώ υπάρχει και κάτι το οποίο μπορεί να αφήσει ένα ευδιάκριτο αποτύπωμα.

O Ρόμπερτ Ντε Νίρο υποδύεται τον Ιρλανδό του τίτλου. Παρακολουθούμε δεκαετίες από τη δράση του ως εκτελεστή της μαφίας. Κι όλο αυτό το πάνω από τρίωρο που διαρκεί η βασική μαφιόζικη ιστορία ψάχνεις να βρεις τι πραγματικά νέο έχει να μας προσφέρει: ότι από ένα σημείο και ύστερα περιστρέφεται γύρω από τον περιβόητο, πανίσχυρο και φουλ διεφθαρμένο συνδικαλιστή Τζίμι Χόφα; Ότι ανατέμνει μέρος της σύγχρονης αμερικάνικης ιστορίας μέσω των μαφιόζων; Ότι δεχόμαστε π.χ. την πληροφορία πως η μαφία και έβαλε το χεράκι της για να εκλεγεί ο Κένεντι, αλλά και στη συνέχεια ήταν αυτή που τον δολοφόνησε; Κι όλα αυτά ενώ περνάνε από μπροστά μας ειδήσεις που συγκλόνισαν τις ΗΠΑ και τον κόσμο, από την κρίση των πυραύλων της Κούβας το 1962 ως το Γουότεργκέιτ, σε βαθμό να αφήνουμε αναστεναγμούς ανακούφισης που δεν χώρεσε μέσα κάτι για το Βιετνάμ (αν και χώρεσε βέβαια για τον Β΄Παγκόσμιο, όπου ο Ντε Νίρο -σε μια όντως ασυνήθιστη κινηματογραφική πινελιά για τον καλό πόλεμο- εκτελώντας διαταγές εκτελεί Γερμανούς αιχμαλώτους πολέμου, μαθαίνοντας να κάνει αυτό που θα κάνει στη συνέχεια της ζωής του ως πολίτης, να εκτελεί δηλαδή ανθρώπους εκτελώντας διαταγές των αφεντικών του στη μαφία).

Το κύριο πρόβλημά του «Ιρλανδού» δεν είναι τόσο ότι θυμίζει άλλες μαφιόζικες ιστορίες, όσο το ότι η δική του μαφιόζικη ιστορία έχει μάλλον πολύ λίγο ζουμί. Όλα αυτά έχουν ειπωθεί και αναδειχθεί. Ξανά και ξανά. Και πολύ καλύτερα. Και δεν θα μιλήσω καν συγκριτικά με άλλες ταινίες του Σκορσέζε, θα πω πως όταν υπάρχουν οι «Σοπράνος» π.χ., ο «Ιρλανδός» μοιάζει με φαφλατά και η ενασχόληση για τρεις και πλέον ώρες με την κύρια ιστορία του φλερτάρει με τα όρια του μπανάλ.

Μεγάλο μερίδιο της ευθύνης για αυτό φέρνει το σενάριο του -επίσης σημαντικού κινηματογραφανθρώπου, αλλά κι επίσης όχι τζόβενου- Στίβεν Ζέιλιαν: αφενός ποτέ δεν καταφέρνει να βρει -πλην του επιλόγου- ένα σημείο αιχμής και αφετέρου έχει και σημαντικές κατασκευαστικές αστοχίες, αφού άλλοτε απεραντολογεί και πλατιάζει κι άλλοτε χαώνεται. Εντελώς χαρακτηριστικό το γεγονός ότι έχουν περάσει πάνω από τρεις ώρες ταινίας, όταν μας εμφανίζεται μια κόρη του Ντε Νίρο που είχε ως τότε μηδενική παρουσία, να κάνει βαρύγδουπες ανακοινώσεις στον πατέρα της για τη ζωή του. Αλήθεια τώρα; Σε ξέρουμε; Ποια είσαι και μας μιλάς απ΄τον καναπέ σου;

Υπάρχει η καρδιά ενός δράματος ως προς τη σχέση Πατσίνο – Ντε Νίρο, ως προς τη σχέση του Χόφα με τον Ιρλανδό. Είναι από τα πιο δυνατά σημεία της ταινίας, γιατί εμφανίζει τουλάχιστον ένα διακύβευμα που μας κάνει να ενδιαφερθούμε, αλλά ακόμη κι εκεί δεν υπάρχει η ένταση που θα μπορούσε να υπάρξει, η ταραχή που θα μπορούσε να υπάρξει, η κλιμάκωση που θα μπορούσε να υπάρξει. Και εδώ η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο τον Ζέιλιαν, αλλά και τον ίδιο τον Σκορσέζε. Υπάρχει αντίθετα κάτι το σχεδόν διεκπεραιωτικό, που αν ήταν η ηθελημένη αναπαράσταση του διεκπεραιωτικού τρόπου με τον οποίο ενεργούν οι μαφιόζοι θα ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό, αλλά εδώ μοιάζει παραδόξως διεκπεραιωτικός ο τρόπος σκηνοθετικής αντιμετώπισης μιας εξόχως δραματικής κατάστασης.

Μια από τις ελάχιστες ευχάριστες εκπλήξεις κατά τη διάρκεια της πρώτης και βασικής ταινίας είναι ότι ενώ βλέπουμε ένα σωρό φιγούρες του υποκόσμου, η εικόνα παγώνει και μια σύντομη λεζάντα από κάτω μας πληροφορεί για το πότε και από τι πέθαναν, για το πότε και πώς δολοφονήθηκαν δηλαδή. Και είναι αυτές οι σφήνες που κάνουν να μην μοιάζει και τελείως αποκομμένη από το σώμα της πρώτης και κύριας ταινίας, το σώμα της δεύτερης σύντομης ταινίας, ο επίλογος του «Ιρλανδού» που έρχεται να βάλει τα πράγματα σε μια άλλη ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα προοπτική.

Τι γίνεται λοιπόν αν επιβιώσεις όλων των δολοφονιών και αλληλοεκτελέσεων; Τι γίνεται αν εσύ την βγάλεις καθαρή από μια ζωή μέσα στο παιχνίδι του εγκλήματος; Τι γίνεται αν εσύ μόνο εκτέλεσες και δεν σε εκτέλεσε κανείς; Τι γίνεται αν δεν σε περίμενε ποτέ μια σφαίρα στο κεφάλι; Θα σώσεις τη ζωή σου; Θα γλιτώσεις; Μπορεί ποτέ να γλιτώσει κανείς από το μεγαλύτερο παιχνίδι, το παιχνίδι της ηλικιακής κατάπτωσης και της θνητότητας;

Όπως λέγαμε και στη «Σιωπή» το βασικό αφηγηματικό σχήμα τόσων πολλών ταινιών του Σκορσέζε είναι το εξής: 1) Η άνοδος, η αλαζονεία, η απόλαυση των προνομίων της. 2) Η πτώση, η έκπτωση, η συντριβή. 3) Ο επίλογος των νέων ξεκινημάτων, η συμφιλίωση με τον εαυτό σε ένα νέο πλέον επίπεδο αυτογνωσίας. Στον «Ιρλανδό», σε αντίθεση με τον σκορσεζικό κανόνα, η τιμωρία θα έρθει με τη μορφή της μη τιμωρίας, η πτώση, η έκπτωση, η συντριβή θα αφεθούν στα χέρια του πανδαμάτορα χρόνου, η συμφιλίωση με τον εαυτό δεν θα επέλθει μέσα από την κάθαρση, ο εαυτός θα παραμείνει ακάθαρτος, κοινωνιοπαθής, ασυγχώρητος.

Όσο η ταινία κυλάει, ο Ντε Νίρο είναι σαν να ξεμπουκώνει σιγά σιγά και σαν να φεύγει από το πρόσωπό του η συσσωρευμένη ακαμψία της γκριμάτσας την οποία φοράει κάνοντας σινεμά την τελευταία εικοσαετία. Σιγά σιγά αρχίζει να συμβαίνει κάτι στη ματιά του, σιγά σιγά αρχίζει να ξυπνάει από τον λήθαργο και να ξαναγίνεται ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο. Ο Τζο Πέσι από την άλλη, δεν χρειάζεται χρόνο ζεστάματος, είναι από την αρχή ως το τέλος χάρμα ιδέσθαι. Ο Πατσίνο τέλος, που σε αντίθεση με τον Ντε Νίρο ερμηνευτικά ποτέ δεν έπαψε να το προσπαθεί, άλλο που δεν του έδιναν πια καλές ταινίες, θυμίζει εδώ τραγουδιστή που κάνει επίδειξη των φωνητικών του δυνατοτήτων αδιαφορώντας να μπει βαθιά στο τραγούδι.