Μετά από πέντε ολόκληρες δεκαετίες, το Barbican Centre του Λονδίνου παρουσιάζει την πρώτη μεγάλη έκθεση στο Ηνωμένο Βασίλειο αφιερωμένη στο έργο του Γάλλου καλλιτέχνη Jean Dubuffet (1901–1985), που ανοίγει τις πόρτες του στις 17 Μαΐου, αποτελώντας σίγουρα ένα μεγάλο καλλιτεχνικό γεγονός.

Η έκθεση Brutal Beauty αναδεικνύει τον ατελείωτο πειραματισμό του Dubuffet με τα εργαλεία, τα χρώματα και τα υλικά. Τα χέρια του έπιαναν σκόνη και χρώμα, βότσαλα και χαλίκια και μπορούσαν με έναν αντισυμβατικό αλλά πρωτίστως αυθεντικό τρόπο να τα μεταμορφώσουν σε χρυσάφι.

Μία από τις πλέον προκλητικές και αυθεντικές φωνές στη σύγχρονη μεταπολεμική τέχνη, ο Dubuffet, επαναστάτησε εναντίον των συμβατικών ιδεών ομορφιάς, περιφρονώντας την αισθητική τελειότητα. Πρόθεσή του η σύλληψη του λυρισμού της καθημερινής ζωής μέσα από τις πιο χοντροκομμένες υφές αντλώντας έμπνευση από τους δρόμους, το πολυσύχναστο μετρό του Παρισιού και την ουσία των τοίχων με γκράφιτι, τις πινακίδες των καταστημάτων και των προσόψεων των κτιρίων.  «Όσο πιο κοινό είναι ένα πράγμα, τόσο καλύτερα μου ταιριάζει. Ευτυχώς, δεν θεωρώ τον εαυτό μου εξαιρετικό με κανέναν τρόπο. Στους πίνακες μου, θέλω να ανακτήσω το όραμα ενός μέσου και απλού άνδρα», θα δηλώσει ο Dubuffet το 1945. Και αυτός ακριβώς είναι ο στόχος της τέχνης του. Να μιλήσει στον μέσο άνθρωπο, στον «κοινό» άνθρωπο μακριά από τον ελιτισμό της Ακαδημίας. «Μην απομονώνουμε την τέχνη από τον κόσμο και την κλειδώνουμε σε ένα μοναστήρι», έχει δηλώσει.

Περισσότερα από 150 έργα του έχουν συγκεντρωθεί από διεθνείς δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές,  πρώιμα πορτρέτα, λιθογραφίες, γλυπτά και γιγάντιοι πολύχρωμοι καμβάδες. Δίπλα στο έργο του εμφανίζονται δύο ξεχωριστοί χώροι αφιερωμένη στη συλλογή Art Brut του Dubuffet, που αποκτήθηκαν καθ ‘όλη τη διάρκεια της ζωής του – ρίχνοντας φως σε καλλιτέχνες όπως οι Aloïse Corbaz, Fleury-Joseph Crépin, Gaston Duf., και Laure Pigeon, οι οποίοι ενέπνευσαν βαθιά την προσέγγισή του στη δημιουργία και την κατανόηση της τέχνης.

«Πολλοί καλλιτέχνες, από τον David Hockney έως την Eva Hesse, τον Robert Smithson και τον Jean-Michel Basquiat, έχουν επηρεαστεί από το παιχνιδιάρικο πνεύμα και το πειραματικό του έργο. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι αυτή η έκθεση, η πρώτη παρουσίαση του έργου του στο Ηνωμένο Βασίλειο για πάνω από 50 χρόνια, θα είναι μια αποκάλυψη», δηλώνει η Jane Alison, Διευθύντρια Εικαστικών Τεχνών του Barbican.

Jean Dubuffet, Vicissitudes (Les Vicissitudes) January 1977, Tate: Purchased 1983 © 2021 ADAGP, Paris/DACS, London © Tate

Ο Jean Dubuffet, γεννήθηκε στις 31 Ιουλίου του 1901 στη Χάβρη και ήταν ο μεγαλύτερος γιος μιας πλούσιας οικογένειας εμπόρων κρασιών. O πατέρας  του, απαιτητικός και αυστηρός έχει μεγάλες προσδοκίες από τον μικρό Jean στο σχολείο, ο οποίος βρίσκει καταφύγιο στη ζωγραφική, σκιτσάροντας, ενώ θα βρει έντονο ενδιαφέρον στη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία ανακαλύπτοντας τον Ντοστογιέφσκι, τον Μπωντλαίρ και τον Σοπενχάουερ. Στα 18 του εγκαθίσταται στο Παρίσι για να σπουδάσει ζωγραφική στην Ακαδημία Julien επισφραγίζοντας τελικά το ενδιαφέρον του για τη ζωγραφική αλλά μετά από έξι μήνες την εγκαταλείπει απογοητευμένος από τις μεθόδους της σχολής, χαρακτηρίζοντάς τες «επιφανειακές».

Πάνω σε αυτήν ακριβώς την πεποίθησή του βασίστηκε η δια βίου επανάστασή του στις καθιερωμένες ακαδημαϊκές παραδόσεις, για αυτό άλλωστε και αποφασίζει να δημιουργήσει το δικό του πρόγραμμα σπουδών που περιελάμβανε φιλοσοφία, λογοτεχνία και εθνογραφία. Παίζοντας με την ιδέα να γίνει συγγραφέας, παρέμεινε συνδεδεμένος με τον κόσμο της τέχνης και συνδέθηκε με μια ομάδα καλλιτεχνών, συμπεριλαμβανομένης της ζωγράφου Suzanne Valadon και του ποιητή Max Jacob, ενώ μια επίσκεψή του στο στούντιο του καλλιτέχνη André Masson, θα τον εμπνεύσει να ξεκινήσει μια νέα σειρά έργων ζωγραφικής. Ωστόσο, όλα αυτά σύντομα θα κάνουν παύση, όταν το 1923, «απρόθυμα» καλείται να ασκήσει τη στρατιωτική του θητεία.

Jean Dubuffet in Vence, 1959 Photograph by John Craven © Archives Fondation Dubuffet, Paris / © John Craven

Καθοριστικής σημασίας για την πορεία της καλλιτεχνικής του ζωής η επαφή του ένα χρόνο αργότερα με το βιβλίο του Hans Prinzhorn “Artistry of the Mentally Ill”, μια πρωτοποριακή μελέτη για τη σχέση μεταξύ ψυχικής ασθένειας και δημιουργικότητας. Είναι η στιγμή που όπως αργότερα θα διηγηθεί «συνειδητοποίησε τις πολυπληθείς  δυνατότητες έκφρασης που είναι διαθέσιμες εκτός των αποδεκτών πολιτιστικών δρόμων». Απορρίπτει την «ακαδημαϊκή τέχνη» και το συμβατικό πλαίσιο καλλιτεχνικής δημιουργίας και αναζητά τον καλλιτέχνη εκτός αυστηρών προτύπων, τον αυθεντικό καλλιτέχνη που εκφράζεται από ένστικτο, ξεκινώντας μια σειρά ταξιδιών στη Γαλλία και την Ελβετία. Σύντομα θα ανακαλύψει καλλιτεχνικά έργα κυρίως από ανθρώπους έγκλειστους σε ψυχιατρικά ιδρύματα, οι οποίοι δεν ανήκαν ούτε σε καλλιτεχνικούς κύκλους, ούτε φυσικά γνώριζαν τους κανόνες των Σχολών Καλών Τεχνών.

«Άφωνος μπροστά σε αυτές τις εξαιρετικές δημιουργίες», όπως έχει δηλώσει, αυτό το ταξίδι σηματοδοτεί την αρχή της συλλογής έργων του από εκείνους που θεωρούσε «ανέγγιχτους από την καλλιτεχνική κουλτούρα», συμπεριλαμβανομένων ψυχιατρικών ασθενών, αυτοδίδακτων καλλιτεχνών και φυλακισμένων που ονομάζει Art Brut, Ωμή Τέχνη, τέχνη «ακατέργαστη», χωρίς καθοδηγήσεις κι επιρροές. Σήμερα, αποτελούν την Collection de l’ Art Brut, που εκτίθεται στη Λωζάνη της Ελβετίας.

Jean Dubuffet, Paris-Montparnasse 5–21 March 1961, Private Collection, Courtesy Gray, Chicago/New York© 2021 ADAGP, Paris/DACS, London Courtesy Private Collection

Jean Dubuffet,Skedaddle(L’Escampette)31 October 1964,Stedelijk Museum Amsterdam© ADAGP, Paris and DACS, London,Courtesy Stedelijk Museum Amsterdam

Η έκθεση Brutal Beauty παρουσιάζει έργα 18 καλλιτεχνών από τη συλλογή Art Brut του Dubuffet που σπάνια έχουν δει τα μάτια της δημοσιότητας, ανάμεσά τους ένα από τα μνημειώδη σχέδια της Βρετανίδας Madge Gill, ένα ξύλινο γλυπτό του Γάλλου Auguste Forestier και τα πολύχρωμα σχέδια του Σκοτσέζου Scottie Wilson.

Ο Dubuffet έγινε πολύ γρήγορα γνωστός στην Αμερική, παρουσιάζοντας και την πρώτη ατομική του έκθεση στη Νέα Υόρκη το 1947. Ο Greenberg είχε γράψει για αυτόν ως «την πιο φωτεινή νέα ελπίδα της Σχολής του Παρισιού από τον Μιρό» ένα χρόνο νωρίτερα.

Για τον Dubuffet το ενδιαφέρον του θεατή πρέπει να στρέφεται στην ουσία του ίδιου του χρώματος, στην εγγύτητά του με την πρώτη ύλη και τις οργανικές μορφές. «Κοιτάξτε τι βρίσκεται στα πόδια σας», είχε αναφέρει, «μια ρωγμή στο έδαφος, χαλίκια, χορτάρι, μερικά θρυμματισμένα συντρίμμια προσφέρουν εξίσου αξιόλογα θέματα για το χειροκρότημα και τον θαυμασμό σας».

Dubuffet in Paris, 1964. Photograph by Ida Kar © Archives Fondation Dubuffet, Paris / © Ida Kar, National Portrait Gallery, London

Κατά τη δεκαετία του 50’ αυτή η φιλοσοφία τον στρέφει στη δημιουργία μιας σειράς έργων που εξυμνούν το έδαφος, τη γη. Ενδιαφέρεται όλο και περισσότερο για τα οργανικά υλικά, δημιουργεί μεγάλες συνθέσεις από φτερά πεταλούδας ενώ ταυτόχρονα συλλέγει κάθε είδους απόρριμμα, σφουγγάρια, κάρβουνα, εξαρτήματα αυτοκινήτων δίνοντας ζωή σε κάθε αδρανές και εγκαταλελειμμένο υλικό συνθέτοντας τη σειρά με τα γλυπτά του Little Statues of Precarious Life που παρουσιάζονται στην έκθεση μαζί με τα έργα Texturologies αλλά και τη μεταγενέστερη σειρά Paris Circus της δεκαετίας του ’60 που σηματοδοτούν την επιστροφή του στο Παρίσι. Εμπνευσμένος από το έντονο αστικό τοπίο συνθέτει αυτή τη σειρά η οποία περιελάμβανε πίνακες και γκουάς απεικονίζοντας σκηνές δρόμου μέσα από μια έκρηξη χρωμάτων.

Jean Dubuffet, Circumstance CXII (Site with Tree) (Situation CXII [site a l’arbre]) March 1979, Collection Fondation Dubuffet, Paris © 2021 ADAGP, Paris/DACS, London

Jean Dubuffet, Circumstance LXXXIII (with Dogs) (Situation LXXXIII [aux chiens]) February 1979, Collection Fondation Dubuffet, Paris © 2021 ADAGP, Paris/DACS, London

Jean Dubuffet, Garden with Melitaea (Jardin aux Mélitées), 4 September 1955, Collection Fondation Dubuffet, Paris © 2021 ADAGP, Paris/DACS, London

Jean Dubuffet, Caught in the Act (La Main dans le sac) September 1961, Collection Van Abbemuseum, Eindhoven © 2021 ADAGP, Paris/DACS, London © Peter Cox, Eindhoven, The Netherlands

Δυναμικό παρόν στην έκθεση δίνουν φυσικά και τα έργα του από την πλέον δημιουργική και παραγωγική του περίοδο L’Hourloupe που ξεκίνησαν από διασκεδαστικά σκίτσα ενώ μιλούσε στο τηλέφωνο αλλά εξελίχθηκαν σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα του. Πίνακες ζωγραφικής με ρευστές μορφές λιωμένου κόκκινου, λευκού και μπλε, γλυπτά, αρχιτεκτονικές κατασκευές και παραστάσεις που κορυφώθηκαν με το Coucou Bazar στο Μουσείο Guggenheim της Νέας Υόρκης το 1973. Ένα μοναδικό θέαμα «ζωγραφικής σε κίνηση» με τη συμμετοχή εξήντα έργων τέχνης κινούμενα από ερμηνευτές, αλλά και τηλεχειριστήριο, τα οποία λόγω της ευαισθησίας τους παρουσιάζονται στην έκθεση μέσα από μια μεγάλη οθόνη.

Jean Dubuffet, Mire G 177 (Bolero) 28 December 1983, Courtesy Galerie Jeanne Bucher Jaeger, Paris © ADAGP, Paris and DACS, London, Courtesy Galerie Jeanne Bucher Jaeger, Paris

Ο Dubuffet δημιούργησε ένα εντελώς ιδιαίτερο και μοναδικό εικαστικό σύμπαν και το καλλιτεχνικό του έργο αλλά και η φιλοσοφία υπήρξαν επιδραστικά και καταλυτικά για πολλούς εικαστικούς.

«Για τον άνθρωπο, η τέχνη είναι μια μεγάλη γοητεία. Η ανάγκη του ανθρώπου για την τέχνη είναι μια εντελώς αρχέγονη ανάγκη, ίσως περισσότερο αναγκαία από την ανάγκη του για ψωμί. Χωρίς ψωμί, ο άνθρωπος πεθαίνει από πείνα, αλλά χωρίς τέχνη πεθαίνει από πλήξη… Αναλογιστείτε ιδιαίτερα τις τέχνες που δεν έχουν όνομα: την τέχνη του λόγου, την τέχνη του περπατήματος, την τέχνη της αποπλάνησης, την τέχνη του χορού του βαλς», έχει δηλώσει.

«Η τέχνη πρέπει πάντα να σε κάνει να γελάς λίγο, να φοβάσαι λίγο. Οτιδήποτε άλλο εκτός από το να βαριέσαι»