Τα μυθιστορήματα του Τζόναθαν Κόου ανέκαθεν έβριθαν από αναφορές στην ποπ κουλτούρα. Δεν θυμάμαι όμως να έχει επιλέξει σαν έναν εκ των πρωταγωνιστών του έναν πασίγνωστο δημιουργό, στην προκειμένη περίπτωση έναν από τους επιδραστικότερους σκηνοθέτες του εικοστού αιώνα. Αυτή η επιλογή διευρύνει μεν τις επιλογές του ως μυθιστοριογράφου, αλλά ταυτόχρονα καλείται να ισορροπήσει προσεκτικά ανάμεσα στη μυθοπλασία και την αγιογραφική βιογραφία του φανατικού θαυμαστή, γιατί νομίζω πως είναι προφανές ότι ο Κόου είναι θαυμαστής του μεγάλου Μπίλι Γουάιλντερ. Το στοίχημα όμως του βγαίνει και «Ο Κύριος Γουάιλντερ κι Εγώ» επιβεβαιώνει την επιστροφή του Κόου σε πλήρη φόρμα.

Μιλάω για την επιστροφή του επειδή κατά γενική ομολογία μετά τα δύο πολύ επιτυχημένα του μυθιστορήματα «Τι Ωραίο Πλιάτσικο» (1994) και «Η Λέσχη των Τιποτένιων» (2001) ο Κόου πέρασε μία περίοδο που οι δοκιμές του δεν του έβγαιναν ούτε υφολογικά ούτε εμπορικά. Αυτό άλλαξε και πάλι με τη Μέση Αγγλία (2019), όπου ο Κόου δεν επέστρεψε μονάχα στους χαρακτήρες της «Λέσχης των Τιποτένιων» αλλά και στην αγαπημένη του κωμικοτραγική σάτιρα με τις βαθιές πολιτικές και κοινωνικές αναφορές στην παράδοση του επονομαζόμενου και condition of England novel, με διάθεση αυτή τη φορά να επεξεργαστεί το – καταστροφικό κατά τη γνώμη του – φαινόμενο του Brexit.

Στον «Κύριο Γουάιλντερ» όμως δοκιμάζει και πάλι να αποστασιοποιηθεί από την κλασική του θεματική και να δοκιμάσει κάτι εντελώς διαφορετικό. Μόνο που στην προκειμένη περίπτωση η δοκιμή του στέφεται αναμφίβολα από επιτυχία. Το μυθιστόρημα διαβάζεται ευχάριστα και γρήγορα. Ο Κόου επιστρατεύει μια βατή γραφή μακριά από επιτηδεύσεις που πάντα θα κλείνει το μάτι στον μέσο αναγνώστη. Ταυτόχρονα όμως δεν χάνει το ενδιαφέρον του για τη φόρμα, δοκιμάζοντας διάφορες τεχνικές και παίζοντας με το ύφος, το οποίο πάντοτε όμως υποκύπτει μπροστά στη βασική προτεραιότητα της αναγνωσιμότητας του βιβλίου.

Το σημαντικότερο εύρημα του μυθιστορήματος είναι ο ίδιος ο αφηγητής του: ο Κόου επιλέγει για αυτόν τον ρόλο την Καλλιστώ, μια εξηντάρα Ελληνίδα (με Αγγλίδα μητέρα), η οποία από το σπίτι της στο Λονδίνο αφηγείται πώς μετά από μία σειρά συμπτώσεων όταν ήταν είκοσι χρονών γνώρισε τον μεγάλο σκηνοθέτη Μπίλι Γουάιλντερ και τον συνεργάτη του Ιζ Ντάιαμοντ και συμμετείχε ως διερμηνέας στα γυρίσματα μίας από τις τελευταίες τους ταινίες, τη «Φεντόρα», η οποία μεταξύ άλλων είχε κάποιες σκηνές γυρισμένες στην Κέρκυρα. Αφ’ ενός η επιλογή μιας γυναίκας, πόσο μάλλον Ελληνίδας, αποτελεί μια ενδιαφέρουσα άσκηση φαντασίας από πλευράς Κόου, ο οποίος μάλιστα δείχνει να έχει κάνει αρκετά καλή έρευνα όσον αφορά τα ζητήματα της ελληνικής πραγματικότητας. Αφ’ ετέρου όμως ο Κόου επιχειρεί να συσχετίσει τη δημιουργική διαδικασία δύο καλλιτεχνών, κι αυτό διότι η Καλλιστώ υπήρξε μουσικός και μάλιστα συνθέτης κινηματογραφικής μουσικής. Έτσι, ο παραλληλισμός είναι προφανής: μια νεαρή κοπέλα που σταδιακά συνειδητοποιεί την κλίση της στη μουσική και ένας εβδομηντάρης σκηνοθέτης που διστακτικά συνειδητοποιεί πως οι καιροί τον έχουν ξεπεράσει και πλέον δυσκολεύεται να βρει χρηματοδότηση για τις ταινίες του. Ο Κόου θέτει στο επίκεντρο τη δημιουργική διαδικασία και των δύο: τα αυτοσχεδιαστικά πατήματα της Καλλιστούς, η οποία βασίζεται στο μουσικό της αυτί μη έχοντας κάνει ποτέ μαθήματα θεωρίας και ο εμμονικός στις λεπτομέρειες Γουάιλντερ, ο οποίος προετοιμάζει κάθε σενάριο για μήνες και δεν διστάζει να προχωρήσει σε πολλές λήψεις προκειμένου να πετύχει αυτό ακριβώς που επιθυμεί.

Από αυτή την άποψη λοιπόν, μιλάμε για ένα künstlerroman, δηλαδή για ένα μυθιστόρημα που εστιάζει στην ωρίμανση ενός καλλιτέχνη, στη διαδικασία εύρεσης της φωνής του. Στον πυρήνα του συνεπώς βρίσκεται ο ρόλος της τέχνης στη ζωή των ανθρώπων, ή μάλλον οι πολλαπλοί ρόλοι που η τέχνη μπορεί να υιοθετήσει: ως έκφραση μιας εσωτερικής αγωνίας ή ενός τραύματος, σαν έκκληση για επικοινωνία, σαν απόπειρα ερμηνείας της πολυπλοκότητας του κόσμου μας, σαν αναζήτηση ομορφιάς, σαν προώθηση μιας ιδέας ή κοσμοθεωρίας, σαν ένας καθρέφτης για την ίδια την κοινωνία. Ο Κόου στήνει εντέχνως μια διπλή αντίθεση: εκείνη ανάμεσα στον ηλικιωμένο δημιουργό (Γουάιλντερ) και την ανερχόμενη νεαρή (Καλλιστώ), αλλά και ανάμεσα στην ώριμη Καλλιστώ του σήμερα και αφ’ ενός τον νεαρό εαυτό της, και αφ’ ετέρου στον Γουάιλντερ, τον οποίο πλέον καταλαβαίνει καλύτερα τώρα πια που και η ίδια βιώνει την αίσθηση ότι τόσο ως καλλιτέχνης όσο και ως μητέρα δεν συγκινεί το ενδιαφέρον κανενός. Τα παιδιά της ενηλικιώθηκαν και παίρνουν τη ζωή τους στα χέρια τους, ενώ έχει να γράψει μουσική για ταινία χρόνια ολόκληρα.

Αυτή η αίσθηση της παρακμής, του ότι οι καιροί σε έχουν ξεπεράσει, το ότι γίνεσαι αόρατος και ασήμαντος, δίνει στο μυθιστόρημα τη μελαγχολική του διάσταση. Εδώ είναι όμως που η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει διττά: τόσο σαν ανακούφιση όσο και σαν προοπτική υπέρβασης ενός αδιεξόδου. Η ίδια η δημιουργική διαδικασία εμπνέει ποικιλοτρόπως ή, αν μη τι άλλο, νοηματοδοτεί την αίσθηση του τέλματος. Αναρωτιέμαι αν ο Κόου τελικά αναφέρεται και στον εαυτό του, κλείνοντας το μάτι και στη δική του πορεία ως δημιουργός, στις δικές του απογοητεύσεις και απόπειρες υπέρβασης.

«Ο Κύριος Γουάιλντερ κι εγώ» του Τζόναθαν Κόου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις