Στην εποχή της cancel culture ίσως σε μερικούς φαντάζει προκλητική η αναφορά στη λογοτεχνία που αποτύπωσε τον ψυχισμό του λευκού Αμερικανού άντρα αστού, αλλά αυτό σε καμία περίπτωση δεν αλλοιώνει το γεγονός ότι η εν λόγω θεματική καλύπτει ένα σημαντικό τμήμα της ραχοκοκαλιάς της αμερικάνικης λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα και περιλαμβάνει μερικούς από τους σημαντικότερους πεζογράφους της εποχής αυτής, ανεξαρτήτως εθνικότητας και καταγωγής.

Τα κύρια ονόματα των συγγραφέων που ανήκουν σε αυτή την άτυπη κατηγορία χρονολογικά είναι ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, ο Τζον Τσίβερ και, βεβαίως, ο Τζον Άπνταϊκ. Σε αντίθεση όμως με τους πρώτους δύο, οι οποίοι έγραφαν για τα νοηματικά αδιέξοδα και την υπαρξιακή κρίση των προνομιούχων wasps (στις χλιδάτες επαύλεις του μεσοπολέμου ο πρώτος, στα ευκατάστατα προάστια της Νέας Υόρκης των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών ο δεύτερος), ο Άπνταϊκ γράφει κυρίως για τον λευκό μικροαστό, συλλαμβάνει και ανατέμνει την μπανάλ καθημερινότητα, δημιουργεί τέχνη από την κοινοτοπία, δεν εστιάζει στις μεγαλουπόλεις του γκλάμουρ αλλά στις μικρές ασήμαντες πόλεις του πουθενά.

Και με αυτή την προσέγγιση καταφέρνει να δημιουργήσει το περίφημο magnum opus του, την τετραλογία του «Ράμπιτ (λαγού)» Άνγκστρομ, ένα από τα κλασικά κείμενα της μεταπολεμικής αμερικάνικης πεζογραφίας αλλά και μία από τις ελάχιστες μυθιστορηματικές σειρές στην ιστορία της (η σειρά μυθιστορημάτων είναι κυρίως ευρωπαϊκή παράδοση).

Σημαντικότερο όλων όμως είναι το ότι η τετραλογία αποτελεί ένα έργο τόσο διεισδυτικής ανάλυσης για την ψυχοσύνθεση του μέσου λευκού Αμερικάνου αλλά παράλληλα και μια τόσο οξυδερκής ανατομία της αμερικάνικης κοινωνίας και των διαχρονικών της αντιθέσεων που έχει αποδειχθεί προφητικό, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς τα ταραχώδη πέντε – έξι τελευταία χρόνια.

Η τετραλογία αποτελείται από τα εξής μυθιστορήματα: Λαγέ Τρέξε (1961), Ο Λαγός Επιστρέφει (1971), Ο Λαγός έχει λεφτά (1982) και ο Λαγός Αναπαύεται (1991). Ο Άπνταϊκ επιλέγει να επισκέπτεται τον πρωταγωνιστή του περίπου κάθε δεκαετία και να ενσωματώνει τις πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές εξελίξεις που έχει επιφέρει το πέρασμα του χρόνου.

Το εν λόγω μυθιστόρημα είναι το δεύτερο, Ο Λαγός Επιστρέφει, το οποίο εκτυλίσσεται το 1969 και έχει ως υπόβαθρο τον πόλεμο του Βιετνάμ και τις άγριες διαδηλώσεις, την πυριτιδαποθήκη των φυλετικών συγκρούσεων και μέσα σε αυτό το χάος την αποστολή της ΝΑΣΑ στη σελήνη. Μέσα σε όλα αυτά ο ίδιος ο τριανταεξάχρονος Λαγός: ο Χάρι Άνγκστρομ. Μπερδεμένος, χωρίς νοηματικό κέντρο, με όσα πίστευε και θεωρούσε να δέχονται διαρκή χτυπήματα από την πραγματικότητα και τις εναλλακτικές οπτικές γωνίες διαφορετικών ανθρώπων και κοινωνικών ομάδων τις οποίες δεν είχε συνυπολογίσει, με τη σύζυγό του να τον εγκαταλείπει μόνο με τον δωδεκάχρονο γιο του, με τη μητέρα του άρρωστη, με μία νεαρή χίπισσα να μοιράζεται το κρεβάτι του, τη σεξουαλικότητά του να τίθεται υπό αμφισβήτηση, έναν ημίτρελο μαύρο επαναστάτη να φιλοξενείται στο σπίτι του, ο Λαγός έχει χάσει τα αυγά και τα πασχάλια.

Αναθεωρεί τον εαυτό του, το σύνολο στο οποίο ανήκει, την ηθική και την υπαρξιακή του ταυτότητα, βιώνει την ιστορία σαν κάποιος που βρίσκεται στον βυθό της θάλασσας και παρακολουθεί τα πάντα διαθλασμένα, παραμορφωμένα. Παθητικός, χωρίς πυξίδα, παρατηρεί και αποπειράται να ερμηνεύσει έναν κόσμο που αλλάζει διαρκώς, έναν κόσμο που τον αφήνει πίσω με ταχύτητα. Η θέση του ως πολίτη, συζύγου, άντρα αλλά και πατέρα περνάει από κρίση, στη διάρκεια της οποίας ο Λαγός χάνει το ένα μετά το άλλο: τη γυναίκα του, το σπίτι του, τη δουλειά του. Ίσως όμως τουλάχιστον να βρίσκει τον εαυτό του.

Ο Άπνταϊκ είναι ένας μοντέρνος ρεαλιστής, με την πρόζα του να ισορροπεί περίφημα ανάμεσα στην αργκό και την αθυροστομία, τη γραφική σεξουαλικότητα (μαζί με τον Φίλιπ Ροθ ο μεταπολεμικός Αμερικανός συγγραφέας του οποίου στο έργο το σεξ παίζει τον πιο κεντρικό ρόλο) και τα αναπάντεχα λυρικά ξεσπάσματα αναμφισβήτητης ομορφιάς και κομψότητας.

Έχοντας αφήσει το στίγμα του τόσο στο μυθιστόρημα, όσο και στο διήγημα, τόσο στην ποίηση όσο και στο δοκίμιο, ο Άπνταϊκ έχει ένα πολύ πλαστικό ύφος γραφής, γνωρίζει να χρησιμοποιεί τη γλώσσα διαφορετικά ανάλογα με το αποτέλεσμα που επιθυμεί. Άλλωστε η διαχείριση αυτή της γλώσσας είναι απαραίτητη σε όποιον θέλει να αρπάζει και να αποτυπώνει στη σελίδα στιγμές ομορφιάς μέσα στο τετριμμένο. Όταν έχουμε να κάνουμε με έναν από τους μεγάλους μάστορες της σύγχρονης γραφής τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Τολμήστε χωρίς επιφυλάξεις. Το στιφάδο είναι εξαίσιο.

«Ο Λαγός επιστρέφει» του Τζον Άπνταϊκ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις οξύ