Μια άτυπη τριλογία με τίτλο «Έφηβοι και Πολιτεία» που ξεκίνησε το 2019 με το συμβολικό παραμύθι «Ο Φωκίων δεν ήταν ελάφι» (2019) να φωτίζει το δικαίωμα κάθε ατόμου σε μια ελεύθερη έκφραση, συνεχίστηκε το 2020 με τη φαντασιακή σύνθεση «Οι Δίδυμοι Ήλιοι της Ποντικούπολης» να υποστηρίζει την αξία των ίσων δικαιωμάτων και ολοκληρώθηκε μέσα στην ίδια δύσκολη χρονιά με το σπονδυλωτό μυθιστόρημα μαγικού ρεαλισμού «Το Νησί με τις Λέξεις που Αγαπάνε» που πλέον είναι υπερήφανο για το βραβείο «Φανή Αποστολίδου» σε συγγραφέα εκτενούς αφηγήματος, από την Greek Ibby-Κύκλος Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου 2021 που του απονεμήθηκε πριν από μερικές εβδομάδες.

Ένα μεγάλο νησί στο μέσο μιας κλειστής θάλασσας. Άλλοι το έλεγαν παραλία και κάποιοι άλλοι το φώναζαν Βουνό. Δύο ονόματα το νησί λοιπόν που με τα χρόνια ξεχάστηκαν κι έμεινε χωρίς όνομα. Οι νέοι δεν ξέχασαν το όνομά του και μαζί και όλες τις ιστορίες που τους είχαν κάποτε διηγηθεί. Οι νέοι νησιώτες μήτε θυμούνται, μήτε ονειρεύονται. Και σιγά σιγά το μέρος καταστρέφεται, πεθαίνει.

«Νομίζω πως ο τόπος μας μοιάζει με καράβι που σαπίζει σε λιμάνι με στεκούμενα νερά…», αναστέναζε ο ηγεμόνας του Νησιού που αρχίζει να ανησυχεί. «Οι άνθρωποι γερνούνε και πεθαίνουνε…Οι τόποι;…Kι αυτοί τάχα πως πεθαίνουν;». Πρέπει να διαλέξει τον διάδοχό του αλλά με ποια κριτήρια; Έτσι σκέφτονται και αποφασίζουν να προτρέψουν όλους που μένουν στο νησί να γράψουν τις δικές τους ιστορίες με λέξεις που αγαπούνε, νοιάζονται, φροντίζουν και ανώνυμα να τους τις στείλουν. Μόνη ταυτότητα οι λέξεις που ο καθένας θα έχει χρησιμοποιήσει. Και λαμβάνουν τελικά έξι φακέλους.

Έρωτας, η ιστορία στον λευκό φάκελο, Αδερφή, η ιστορία στον κίτρινο, Μητέρα, η ιστορία στον πράσινο, Πατέρας, η ιστορία στον γαλάζιο, Πουλί τριανταφυλλί, η ιστορία στον κόκκινο, Παιδιά, η ιστορία στον ασημί φάκελο.

Ένα ασυνήθιστο παραμύθι φαντασίας πλημμυρισμένο αγάπη για τις λέξεις που μπορούν να δίνουν νόημα στη ζωή του ανθρώπου, που έχουν τη δύναμη να περιγράφουν και τις πιο λεπτές και ευαίσθητες αισθήσεις. Ένα μυθιστόρημα με την αφηγηματική δεξιοτεχνία του Μάνου Κοντολέων, θίγει πολλές από τις παθογένειες της σύγχρονης ζωής, καλλιεργεί με μαεστρία, μέσα από μια καλοστημένη μυθιστορηματική δομή, την σκέψη και τις ιδέες απευθυνόμενος τόσο σε εκπαιδευτικούς και γονείς όσο και σε εφήβους.

To νησί με τις λέξεις είναι μια αλληγορική ιστορία. Είχατε ανθρώπους και καταστάσεις στο μυαλό σας όταν το γράφατε;

Ασφαλώς και είχα. Πάντα το κάθε μου βιβλίο το στηρίζω σε κάποιες πολύ συγκεκριμένες καταστάσεις και δομές. Και βέβαια τόσο τις καταστάσεις όσο και τις δομές είναι οι άνθρωποι που τις δημιουργούν και στη συνέχεια τις εφαρμόζουν. Τώρα αν θέλετε να γίνω πιο συγκεκριμένος ως προς τον τόπο που είχα στο νου μου όταν περιέγραφα το Νησί της ιστορίας μου, δεν διστάζω να σας πω πως αυτός ο τόπος ήταν η χώρα μου. Και μπορεί στην Ελλάδα να μην έχουμε βασιλεία, αλλά δεν είμαι καθόλου το ίδιο βέβαιος πως έχουμε δημοκρατία, έτσι όπως τουλάχιστον περιγράφω το δημοκρατικό πολίτευμα. Δηλαδή την ενεργό και συνεχή συμμετοχή των πολιτών στη διακυβέρνηση του τόπου.

Υπήρξε κάποια αφορμή που πυροδότησε μέσα σας την ανάγκη για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου;

Αυτό το βιβλίο γράφτηκε κάπως ανορθόδοξα. Γίνομαι περισσότερο σαφής. Πρώτα γράφτηκαν οι ιστορίες. Στόχος της κάθε μιας να δραματοποιήσει μεγάλα συναισθήματα ή μεγάλες ιδέες. Όπως για παράδειγμα τον Έρωτα ή την Ελευθερία. Για να το επιτύχω αυτό κατέφυγα σε μια αφήγηση μείγμα παραμυθιού και μαγικού ρεαλισμού. Και με αυτήν την τεχνική έπλασα και τα πρόσωπα της κάθε ιστορίας. Στη συνέχεια αναζήτησα ένα συνδετικό ιστό που θα ένωνε τις ιστορίες μου. Κι έτσι γεννήθηκε η ιδέα του Νησιού και του ζεύγους των Ηγεμόνων του.

Πιστεύετε ότι μια τέτοια ιστορία μπορεί να γίνει κατανοητή από ένα παιδί στα 13 του χρόνια;

Γιατί τι είναι δύσκολο να καταλάβει ένας άνθρωπος 13 χρονών από την αφήγηση μιας ιστορίας που μιλά ή για την αγάπη ενός πατέρα προς τον γιο του ή για μια γυναίκα που αφιερώνει τη ζωή της στο να φροντίζει παιδιά ορφανά; Αλλά ας γίνω και πιο συγκεκριμένος. Ποτέ μου δεν έχω αποδεχτεί πως η Λογοτεχνία μπορεί να μετρηθεί όπως κανείς μετρά το μήκος ενός πέλματος για να δει ποιο νούμερο παπουτσιού του ταιριάζει ή ανάλογα με τα κιλά ή το ύψος του να επιλέξει παντελόνι small ή large. Η Λογοτεχνία (και παρακαλώ προσέξτε πως χρησιμοποιώ Λ κεφαλαίο) δεν απευθύνεται μόνο στην άμεση αντιληπτικότητα του αναγνώστη της. Αλλά εισέρχεται μέσα στην ψυχή του, διαμορφώνει εσωτερικά τον ψυχικό του κόσμο. Και τις περισσότερες φορές αυτή η όποια διαμόρφωση γίνεται μετά από χρόνια ορατή. Η Λογοτεχνία διαπλάθει χαρακτήρες και συνειδήσεις. Δεν εκπαιδεύει άτομα. Αυτό είναι δουλειά της Εκπαίδευσης. Ας την προσέξουμε αυτή τη διαφορά αν θέλουμε να συνεχίσουμε να έχουμε κείμενα που θα μας συντροφεύουν σε όλη μας τη ζωή.

Πώς φαντάζεστε τον μικρό ή τη μικρή αναγνώστρια του βιβλίου σας αυτού;

Δεν μπορώ μήτε και θέλω να φανταστώ τους αναγνώστες μου. Αν το έκανα αυτό τότε θα έμοιαζα με κατασκευαστή ενός προϊόντος που στοχεύει σε συγκεκριμένη πελατεία. Εγώ δε θέλω να έχω πιστούς και -ίσως γι αυτό- άβουλους πελάτες. Αλλά συνομιλητές και είμαι ευτυχής αν ο κάθε συνομιλητής μου θέλει για πολλά χρόνια να διατηρείται αυτή η σχέση.

Όταν διάβασα την ιστορία Πατέρας, συγκινήθηκα βαθιά. Από τη στιγμή που γίνατε πατέρας νιώσατε να αλλάζει το βλέμμα σας στον κόσμο;

Σίγουρα η πατρότητα είναι μία από τις μεγάλες εμπειρίες. Κι άλλωστε το έχω κι άλλοτε πει πως από τη στιγμή που έγινα πατέρας, στράφηκα και προς τα κείμενα που θα μπορούσαν εκδοτικά να ενταχθούν σε σειρές παιδικής λογοτεχνίας. Κι αυτό για να ενώσω κατά κάποιο τρόπο και όσο πιο σύντομα γίνεται την αγάπη μου προς τη γραφή με την αγάπη μου προς το παιδί μου.

Οι λέξεις κάνουν θόρυβο, αντηχούν για πολύ καιρό. Συμφωνείτε με μια τέτοια παραδοχή;

Ναι, συμφωνώ. Αλλά θέλω να συμπληρώσω πως οι λέξεις υπάρχουν όσο καιρό υπάρχουν και οι ιδέες, τα συναισθήματα, οι καταστάσεις, οι σχέσεις που αυτές περιγράφουν. Όταν οι ιδέες χαθούν, τότε και οι αντίστοιχες λέξεις πεθαίνουν. Θέλετε να σας δώσω ένα παράδειγμα. Ας πούμε η λέξη άμιλλα -έχει πεθάνει* τη θέση της την έχει καταλάβει η λέξη ανταγωνισμός.

Σε ένα δυστοπικό μέλλον, όπου όλα έχουν καταστραφεί, αν σας ζητούσαν να κρατήσετε σε ένα κουτί 5 λέξεις προκειμένου να τις σώσετε ποιες θα ήταν;

Μα αυτές που έχουν δώσει και τους τίτλους των έξι ιστοριών του βιβλίου μου: Έρωτας, Αδερφή, Μητέρα, Πατέρας, Πουλί Τριανταφυλλί, Παιδιά. Δεν είναι βέβαια 5, αλλά… Ελπίζω να καταφέρω να ξεγελάσω την κακή μοίρα και να χώσω μέσα στο κουτί κι άλλη μία.

Το βιβλίο «Το Νησί με τις λέξεις που αγαπάνε» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη