Το εμβληματικό μυθιστόρημα της Άλκης Ζέη επαναδημιουργήθηκε και κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό με τη μορφή graphic novel. Η Αγγελική Δαρλάση διασκεύασε με την προσωπική της πένα το κείμενο ενώ ο κομίστας Δημήτρης Μαστώρος αποτύπωσε στις αποχρώσεις του γκρίζου, καρέ καρέ την κατοχική Ελλάδα μέσα από τα μάτια του ήρωά της, του αγαπημένου μας Πέτρου.

Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τέσσερα μέρη με τους τίτλους «Όχι», «Πεινάααω», «Συσσίτιο», «Λευτεριά ή Θάνατος» και εξιστορούνται σημαντικά γεγονότα όπως οι νίκες του ελληνικού στρατού, η Κατοχή, η μεγάλη πείνα του χειμώνα ’41-’42, η Αντίσταση, οι διαδηλώσεις και φυσικά η παρήγορη απελευθέρωση της Αθήνας. Η Άλκη Ζέη, με ενθαρρυντικά και εγκάρδια λόγια αν και βρισκόταν στο πλευρό των δημιουργών, δεν πρόλαβε να δει ολοκληρωμένο το έργο.

Ένα αριστοτεχνικό βιβλίο που όπως και το αρχικό απευθύνεται σε μικρούς και μεγάλους. Οι 168 σελίδες του αν και πλούσιες δεν αποθαρρύνουν την ανάγνωση ακόμα και στους λιγότερο βιβλιοφάγους καθώς η μορφή του σε graphic novel το καθιστά ακόμα πιο προσιτό με τα χαρακτηριστικά Panels του κειμένου να καθιστούν την αφήγηση περισσότερο κινηματογραφική και τελικά την ανάγνωση  πιο απολαυστική.

Εμείς μιλήσαμε με την Αγγελική Δαρλάση και τον Δημήτρη Μαστώρο και μοιράστηκαν μαζί μας σκέψεις και προκλήσεις ο καθένας από τη δική του θέση.

Ποια η πρώτη σκέψη, το πρώτο συναίσθημα όταν σας έγινε η πρόταση να αναλάβετε αυτό το βιβλίο;

Δημήτρης Μαστώρος: Ενθουσιασμένος για πολλούς λόγους. Καταρχάς εκείνη την περίοδο δούλευα ένα πιο προσωπικό κομικ και δεν είχα ακόμα καταλήξει σε πολλά σημεία, όπως το σενάριο που ήταν ημιτελές, δεν είχα εκδοτική για αυτό το project και χρειαζόμουν παραπάνω χρόνο (και χρήματα). Ξαφνικά μου δόθηκε η ευκαιρία να δουλέψω για κάτι άλλο, να βγάλω για λίγο από το κεφάλι μου τη δουλειά μου και να χωθώ σε κάτι άλλο δομημένο και δυνατό. Δεύτερον, δεν τυχαίνει πάντα όταν σου γίνεται μια πρόταση διασκευής να σου αρέσει και το βιβλίο. Αν και το ήξερα περιληπτικά, τον «περίπατο» δεν τον είχα διαβάσει ολόκληρο. Και όσο το διάβαζα μου ερχόταν στο μυαλό η φάτσα και τι τυπάκι θα ήταν ο Πέτρος, το πώς θα βρω τρόπο να χωρέσω μια ελαφρότητα του σκίτσου σε μια βαριά σκηνή και να περάσω τόσα συναισθήματα και γραμμές μέσα σε βουνές σκηνές. Ενθουσιάστηκα λοιπόν. Γιατί μέσα σε όλα υπάρχει και το χρέος απέναντι στους τόσους αναγνώστες και αναγνώστριες εδώ και πενήντα χρόνια αλλά και στον ίδιο τον Άλκη να βγει σωστά η δουλειά. Να είμαι ευχαριστημένος κι εγώ από αυτό που θα παραδώσω, αυτό το χρέος ήταν μια παραπάνω ώθηση.

Αγγελική Δαρλάση: Καταρχήν θεωρώ ότι συνολικά αυτό το εγχείρημα ήταν μια μεγάλη πρόκληση και για τους δυο μας. Και ως τέτοιο, θεωρώ, το αντιμετώπισα, ή πιο σωστά, το αντιμετωπίσαμε από την πρώτη στιγμή. Η μεγαλύτερη πρόκληση τώρα σε σχέση με το δικό μου δημιουργικό κομμάτι  ήταν το πώς να διαμορφώσω τη διασκευή με τέτοιο τρόπο – δημιουργώντας παράλληλα και το κατάλληλο έδαφος και για τη δουλειά του Δημήτρη Μαστώρου –  ώστε ενώ θα εκφράζει τη δική μας ματιά πάνω στο συγκεκριμένο βιβλίο, παράλληλα να μην προδίδει το ύφος και το πνεύμα του πρωτότυπου έργου. Από τη στιγμή όμως που, μετά και το πρώτο δείγμα, είχα την έγκριση της Άλκης Ζέη και από τη στιγμή που βρήκαμε τον κώδικα μας με τον Δημήτρη Μαστώρο, ο οποίος πέρα από εξαιρετικός δημιουργός αποδείχτηκε κι εξαιρετικός-πολύτιμος συνεργάτης,  όλα άρχισαν να ρέουν αβίαστα.

Γιατί επιλέξατε τις γκρίζες αποχρώσεις στην πρότασή σας; Διάβασα πως ήταν μία από τις επιθυμίες της ίδιας της Άλκης Ζέη. Σας βρήκε σύμφωνους αυτή η επιθυμία;

Δημήτρης Μαστώρος:  Καταρχάς ήταν καθαρά πρακτικός ο λόγος. Η δουλειά μου μέχρι τώρα είναι σε ασπρόμαυρο και αποχρώσεις του γκρι. Έτσι συνήθισα και νιώθω πιο άνετα με αυτή την τεχνική. Νομίζω ότι ήταν κοινή μας επιθυμία, η Άλκη (Ζέη) ίσως σκέφτηκε πως θα ταίριαζε με την ατμόσφαιρα του συγκεκριμένου έργου της, και ίσως έφερνε και σε παλιές φωτογραφίες, δεν ξέρω, και εμένα με βόλευε. Τελικά το βιβλίο μας βγήκε σε διχρωμία, γιατί το μελάνι όταν ανακατεύεται με νερό, παίρνει διάφορες σέπια αποχρώσεις που δίνει και αυτό μια γλύκα και μια αναφορά στις παλιές φωτογραφίες.

Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση σε αυτό το έργο σας;

Δημήτρης Μαστώρος:  Μάλλον η πίεση του χρόνου καθώς θέλαμε οπωσδήποτε να γίνει για τις γιορτές. Ζωγράφιζα με έναν ρυθμό που δεν είχα συνηθίσει, τουλάχιστον μια σελίδα ολοκληρωμένη την ημέρα. Όμως κάτι τέτοια συχνά βγαίνουν σε καλό, μαθαίνεις να απλοποιείς το σχέδιό σου, να πηγαίνεις πιο γρήγορα στο νόημα, να βρίσκεις γραφιστικές λύσεις. Έχω μια τάση να κουράζω και να υπερφορτώνω τα καρέ, να τα σκέφτομαι μόνα τους σαν πίνακες και εδώ χρειάστηκε να δω πρώτα τη σελίδα στο σύνολό της. Μετά το θέμα ήταν να βρεθεί και υλικό και κάθε τι που έπρεπε να ζωγραφίσω στη δεκαετία του ’40, τα καπέλα τα τασάκια, τα κουρέματα, τα αμάξια. Να καταλάβω ότι η γειτονιά του Πέτρου είναι η Κυψέλη, να βρω φωτογραφίες της εποχής, για την Ομόνοια που έχει αλλάξει  οκτακόσιες φορές πρόσωπο, να ψάχνω αν στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου υπήρχαν τα αγαλματίδια του Τσίλερ για παράδειγμα, να φτιάχνω ένα διαμέρισμα με βάση τα στοιχεία που δίνει η Άλκη – με τη μαμά μου που είναι παθιασμένη με την αρχιτεκτονική κάτσαμε και φτιάχναμε ένα πλάνο του σπιτιού της οικογένειας. Με βοήθησαν πολύ τα λευκώματα που βρήκα: οι φωτογραφίες της Βούλας Παπαϊωάννου, ένα καταπληκτικό τεράστιο βιβλίο με το έργο της στην Κατοχή και στα μεταπολεμικά χρόνια. Και ένα άλλο που έβγαλε το ΚΚΕ για την Κατοχή και τη δράση του σε αυτή με πλούσιο φωτογραφικό υλικό και αφιερώσεις στην αντιστασιακή δράση, στις διαδηλώσεις και στα Δεκεμβριανά.

Καθώς πρόκειται για ένα graphic novel που απευθύνεται σε νέους, η κατανόηση της αφήγησης είναι πολύ σημαντική και για να γίνει αυτό σίγουρα απαιτεί στενή σύνδεση του λεκτικού κειμένου με την εικόνα στην τυπογραφική επιφάνεια. Πώς ήταν η συνεργασία σας;

Δημήτρης Μαστώρος: Α ναι και αυτό ήταν μια πρόκληση. Στο πρώτο μου κόμικ, το «Εξάρχεια» και λόγω απειρίας αλλά και με τη λογική του σχεδίου εκείνη τη στιγμή έδινα παραπάνω έμφαση στο περιβάλλον, ενώ εδώ σημαντική ήταν πάνω από όλα η ροή, ο ρυθμός ενός τόσο πυκνού βιβλίου σε κόμικ. Άρχισα να κάνω σελίδα με τρία strip (δηλαδή τρεις σειρές καρέ) και πολύ γρήγορα η Αγγελική (Δαρλάση) επεσήμανε ότι δεν θα μας χωρέσει έτσι όλο το περιεχόμενο ακόμα και αν κόψουμε σειρές. Για να κρατήσουμε ένα γρήγορο ρυθμό όταν έρχεται η ώρα του σκίτσου, είναι σημαντικό να υπάρχει ένα καλοστημένο φύλλο πορείας, προσωπικά να έχω ένα δυνατό storyboard όπου μπορώ να παίξω, να καταλήξω στα πλάνα και να είναι ξεκάθαρη η σκηνή ώστε να μπορώ να αφοσιωθώ στο εικαστικό. Και σε αυτό το σημείο η συνεργασία μας πήγε περίφημα. Με την Αγγελική υπήρχε μεγάλος σεβασμός για το αρχικό κείμενο και έπρεπε και οι δύο ματιές μας να έχουν ένα κοινό σκοπό που ήταν η προσαρμογή του. Έτσι ίσως αφαιρέθηκε κάπως ένας εγωισμός που μπορεί να ενοχλήσει σε μια συνεργασία. Μετά ανταλλάσσαμε πολύ τις αρχικές σκηνές, η Αγγελική για το σενάριο της ταινίας κι εγώ τις έστελνα μια πρόταση story board. Αφήναμε ο ένας τον άλλον να κάνει παρεμβάσεις, να κόψει αυτά που θεωρεί περιττά. Μπορούσε η Αγγελική να μου πει ότι μια σκηνή παρατραβάει, ή ότι κάπου χρειάζεται ένα πιο γενικό πλάνο. Όλα αυτά με αυθορμητισμό, σεβασμό και ενθουσιασμό. Η δουλειά βγήκε με πολύ μεράκι, το βλέπαμε ο ένας στον άλλον, γι’αυτό και νομίζω τα πήγαμε και τόσο καλά. Στο τέλος οι σκηνές «έτρεχαν» σχεδόν μόνες τους.

Οι γραφιστικές αφηγήσεις αν και όχι νέες στην παγκόσμια λογοτεχνία στην Ελλάδα έχουν κάνει μια σχετικά δυναμική είσοδο την τελευταία 5ετία συνήθως με μεταφορές μεγάλων λογοτεχνικών έργων. Γιατί νομίζετε ότι συμβαίνει αυτό; Πώς θα χαρακτηρίζατε το ελληνικό τοπίο αναφορικά με αυτή τη λογοτεχνική φόρμα;

Δημήτρης Μαστώρος:  Θα έλεγα ότι είναι φαινόμενο της εποχής, όπου ένα ρίσκο στις εκδόσεις δεν παίρνεται το ίδιο εύκολα , λόγω της αγοράς και των περιορισμών της. Ένα λογοτεχνικό κλασικό έργο θα κερδίσει το ενδιαφέρον ατόμων που δεν έχουν την κουλτούρα και τη συνήθεια των κόμιξ κι ένας εκδότης ίσως νιώσεις περισσότερο καλυμμένος με ένα κλασικό σενάριο και την απήχηση που αυτό μπορεί να έχει στο ευρύ κοινό.  Ένα προσωπικό σενάριο είναι ένα στοιχημα για έναν καλλιτέχνη, θέλει ψάξιμο, χρόνο, αποτυχίες, προγράμματα που ίσως  ένας εκδότης δεν τα διαθέτει για τον οποιοδήποτε.

Τι θα συμβουλεύατε έναν νέο που θέλει να ακολουθήσει τον δρόμο της εικονογράφησης; Απαιτεί ταλέντο ή πρόκειται για κάτι που μπορεί να καλλιεργηθεί όταν υπάρχει πάθος;

Δημήτρης Μαστώρος: Θα τον/την συμβούλευα να αγοράσει ένα μικρό καρνεδάκι, ένα moleskine κάτι τέτοιο (όποιο να’ναι δεν του κάνω διαφήμιση) να το έχει πάντα μαζί του/της και να σκιτσάρει, στον δρόμο, στο τρόλεϊ, τους φίλους να παίζουν FIFA ή να αράζουν στον καναπέ, να πηγαίνει σε γηπεδάκι και να σκιτσάρει την κίνηση των παικτών, να ζωγραφίζει φωτογραφίες και γενικά όταν νιώθει ότι μπορεί να τραβήξει μια φωτογραφία, να προτιμήσει να ζωγραφίσει αυτό που βλέπει. Να δοκιμάσει τεχνικές, να δοκιμάσει να ζωγραφίσει γρήγορα, να ζωγραφίσει με το δεξί του χέρι να είναι αριστερόχειρας και γενικά να παίξει.

Πιστεύεις ότι η φόρμα του graphic novel μπορεί να βάλει τον σπόρο της φιλαναγνωσίας σε παιδιά που απορρίπτουν το μεγάλο αφήγημα; 

Αγγελική Δαρλάση: Πολλοί γονείς μου έστειλαν μήνυμα τονίζοντάς μου ακριβώς αυτό, το πόσο το χάρηκαν τα παιδιά τους που, παρά τις όποιες προσπάθειές τους, δεν καταφέρνουν ν’ απολαμβάνουν εκτενή κείμενα ή και πόσο το απόλαυσαν και παιδιά που έχουν δυσλεξία. Αν σκεφτούμε δε, ότι έτσι κι αλλιώς μιλάμε για μια γενιά παιδιών που, καλώς ή κακώς, έχουν μάθει να γοητεύονται περισσότερο από την εικόνα… Οπότε, σίγουρα η συγκεκριμένη φόρμα του graphic novel μπορεί να τα προσελκύσει ευκολότερα στη διαδικασία της ανάγνωσης και της αναγνωστικής απόλαυσης. Και φυσικά μπορεί να παίξει το δικό της, σημαντικό, ρόλο στην καλλιέργεια αναγνωστικής κουλτούρας στα παιδιά.

Βλέπετε να υπάρχει μέλλον και όραμα για τους νέους πλέον στην Ελλάδα;

Δημήτρης Μαστώρος:  Δεν νομίζω πως είμαι σε θέση να απαντήσω για αυτούς. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι όταν τυχαίνει να παρακολουθώ τα πιο νέα παιδιά σε πλατείες και δρόμους, βλέπω τα αγόρια και τα κορίτσια μαζί, να ανακατεύονται μέσα από τις κουλτούρες τους. Βλέπω πώς μιλάνε και κάνουν δικιά τους μια γλώσσα αφαιρώντας σεξιστικά και ρατσιστικά κλισέ, αμφισβητούν ένα κατεστημένο κανονικότητας στη σεξουαλικότητα τους ή στη δημιουργικότητά τους. Βρίσκουν οι ίδιοι τον χώρο για την ευαισθησία τους σε μια κοινωνία με αναπάντεχους τρόπους. Μια φράση του Walter Benjamin που μου αρέσει είναι ότι το παιδί είναι από τη φύση του επαναστατικό. Αν το μέλλον φαίνεται στενό γι’ αυτούς τους νέους, φταίνε οι καταπιεστικές δυνάμεις – κυβερνήσεις, θεσμοί, κεφάλαιο, καταστολή, ονομάστε τις όπως θέλετε που συνωμοτούν για να το περιορίσουν. Στην Ελλάδα και παντού.

Μπορεί ακόμα να μιλήσει αυτό το βιβλίο στα σύγχρονα παιδιά; 

Αγγελική Δαρλάση: Μιλάμε για ένα σύγχρονο κλασικό έργο. Τα κλασικά έργα έχουν το μεταξύ τους κοινό χαρακτηριστικό ότι δεν παλιώνουν. Καταφέρνουν, μέσω αλλά και εξαιτίας της καλλιτεχνικής τους αξίας, να υψώνονται πάνω από την εποχή τους, να αφορούν και αναγνώστες κάθε εποχής. Γι’ αυτό άλλωστε θεωρούνται και είναι κλασικά. Καταλήγουν να αφορούν τον αναγνώστη του εκάστοτε σήμερα ανεξαρτήτως του πότε γράφτηκαν. Επιπλέον, η βασική θεματική του βιβλίου, δηλαδή ο πόλεμος και ο φασισμός και τα τραγικά αποτελέσματα στις ζωές των ανθρώπων, δεν έχουν σταματήσει, δυστυχώς, να μας απασχολούν. Όμως «Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου» είναι και μια βαθιά αντιπολεμική ιστορία που μιλάει, επιπλέον, για την αξία της ανθρώπινης ζωής, την ανάγκη να αγωνίζεσαι για τα ιδανικά σου, τη φιλία, τον έρωτα, τη δημοκρατία, την ελευθερία. Οπότε, δεν μπορώ παρά να θεωρώ αυτονόητο ότι μπορεί να μιλάει και στα σημερινά παιδιά.

Το graphic novel «Ο Μεγάλος περίπατος του Πέτρου», κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο