Το βράδυ της παραμονής του θανάτου του, συζητάω με άνθρωπο που μου λέει ότι ο Θεοδωράκης είναι μάλλον στα τελευταία του και ότι δεν αποκλείεται τις επόμενες μέρες να πεθάνει. Μου λέει επίσης για τις ενστάσεις που είχε για επιμέρους πτυχές της πορείας του, μου λέει επίσης κι ότι και μουσικά ακόμα δεν ήταν ποτέ τόσο συντονισμένος μαζί του. Το επόμενο πρωί, μόλις μαθαίνεται ο θάνατός του, προλαβαίνω να διαβάσω από άλλους αναρτήσεις μέσα στη μίρλα και τη σκωπτική διάθεση. Φοβάμαι ότι θα αποτελέσουν ένα όχι ασήμαντο τμήμα της συζήτησης. Με τις πρώτες ώρες να περνούν αρχίζω να διαψεύδομαι. Όχι· άλλη είναι η τάση. Όχι· έχουμε παρασυρθεί σχεδόν όλοι από κάτι εντελώς αναμφισβήτητο, από κάτι που ήταν μεν διαρκώς παρόν, αλλά με έναν τρόπο είχε κρυφτεί κιόλας μέσα στην προφάνειά του: από τη μουσική και τα τραγούδια του πρώτα και κύρια, αλλά ταυτόχρονα και από το συνολικό του ανάστημα, τη συνολική του παρουσία, το συνολικό του εκτόπισμα. Ξαναμιλώ με τον άνθρωπο που μίλαγα το προηγούμενο βράδυ. Μου περιγράφει την έκπληξή του για το πόσο έχει συγκινηθεί.

Ας αναρωτηθούμε, για να το βγάλουμε κι αυτό από πάνω μας: μα κάπως έτσι δεν λειτουργούσε πάντοτε στους ανθρώπους το αγγελτήριο ενός θανάτου; Τυχαία παραμένει πανίσχυρη στο συλλογικό υποσυνείδητο η φράση «Ο αποθανών δεδικαίωται»; Επίσης, δεν εξυπηρετεί βαθύτατες συλλογικές ανάγκες η μυθολογία, η μυθοποίηση, ο μύθος; Άρα κι όταν ο Μίκης Θεοδωράκης στην επιστολή του προς τον Δημήτρη Κουτσούμπα αναφέρει πως «Τώρα, στο τέλος της ζωής μου, την ώρα των απολογισμών, σβήνουν απ’ το μυαλό μου οι λεπτομέρειες και μένουν τα “Μεγάλα Μεγέθη”», στην πραγματικότητα δεν κάνει τίποτα άλλο απ’ το να περιγράφει την αναγκαία συνθήκη για να γεννηθεί ένας μύθος: οι μύθοι δεν μπορούν να κολλήσουν σε λεπτομέρειες, οσοδήποτε ενοχλητικές, οι λεπτομέρειες σβήνουν απ’ το μυαλό όλων, οι μύθοι για να εμπνεύσουν και να συνεπάρουν συνομιλούν μόνο με τα μεγάλα μεγέθη, αναφέρονται μόνο στα μεγάλα μεγέθη, διηγούνται μόνο τα μεγάλα μεγέθη. Αναγκαία, αλλά όχι από μόνη της και ικανή συνθήκη μυθολόγησης η εξάλειψη απ’ την εικόνα των λεπτομερειών. Για να γεννηθεί ένας μύθος χρειάζεται ταυτόχρονα το μέγεθος της ζωής και του έργου κάποιου να είναι όντως πάρα πολύ μεγάλο. Αλλιώς απλώς δεν γίνεται.

Όλη η εβδομάδα που μεσολάβησε, από το πρωί της Πέμπτης 2 Σεπτεμβρίου που πληροφορηθήκαμε τον θάνατό του ως το μεσημέρι της Πέμπτης 9 Σεπτεμβρίου που θάβεται στη γη των προγόνων του, ήταν μια εβδομάδα ανάτασης με τον πιο εσωτερικό και τον πιο καταλυτικό τρόπο: η μουσική του πλημμύρισε τα αυτιά μας και την ψυχή μας σαν να μας έλεγε: ελάτε επιτέλους να ξαναγνωριστούμε, ελάτε να με ακούσετε αλλιώς, ελάτε σαν να με ακούτε για πρώτη φορά, ελάτε να με ακούσετε όχι υπό το βάρος της συναισθηματικής φόρτισης αλλά αντίθετα, ακριβώς αντίθετα, ελάτε να με ακούσετε απροκατάληπτα, ελάτε να να με ακούσετε χωρίς να υπάρχουν πάνω μου όλα τα ενίοτε ασήκωτα φορτία και βάρη με τα οποία είχατε πρωτοσυναντηθεί μαζί μου.

Για όσους δεν πρόλαβαν την εποχή που τα τραγούδια του ήταν απαγορευμένα, για όσους δεν πρόλαβαν ούτε την ιστορική φόρτιση των πολύ πρώτων ετών της Μεταπολίτευσης, για όσους πρωτοήρθαν σε επαφή με τη μουσική του Θεοδωράκη στα τέλη της δεκαετίας του ’70, τη δεκαετία του ’80, τη δεκαετία του ’90, τη δεκαετία του 2000, για όσους άκουγαν Θεοδωράκη στις σχολικές γιορτές και στα μεγάφωνα των προμνημονιακών συγκεντρώσεων της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, τα τραγούδια του έφεραν και μια τρόπον τινά λειψανοποιημένη διάσταση αγώνων μιας προηγούμενης εποχής.

Κι όσο η τρέχουσα εποχή γινόταν όλο και λιγότερο συγκρουσιακή και στρεφόταν όλο και περισσότερο προς την απολιτικοποίηση, τόσο πιο αναντίστοιχος ακουγόταν αυτός ο εκ του ασφαλούς θρίαμβος των μεγαφώνων με μια κοινωνία που είχε φύγει από συλλογικά οράματα και είχε στραφεί στην ιδιώτευση, άλλα ήταν πια τα σημεία αναφοράς της, γιατί λίγο πολύ όλα τα κεντρικά ζητήματα είχαν λυθεί κι η Ιστορία είχε τελειώσει. Στη δεκαετία του 2010, όταν προέκυψε πάλι η ανάγκη για μεγάλες συγκρούσεις, τα μεγάφωνα σώπασαν. Ήταν επικίνδυνο πια να είσαι στους δρόμους, ήταν επικίνδυνο ξανά να αγωνίζεσαι, άλλη χρήση είχαν επιλέξει για τη μουσική του επί 35 χρόνια οι μεγαλόφωνοι και μεγάφωνοι των εκ του ασφαλούς θριάμβων.

Αν το πρώτο παράδοξο ήταν η σιγή των μεγαφώνων τη στιγμή ακριβώς που θα χρειάζονταν, το δεύτερο παράδοξο είναι ότι ο Μίκης των μεγαφώνων δεν ήταν τόσο πολύ κι ο Μίκης των ραδιοφώνων. Σαν η μουσική του να είχε πολύ λιγότερο αναλογικά χώρο για τα ραδιόφωνα. Λάθος. Μεγάλο λάθος. Το καταλαβαίνουμε πάρα πολύ καλά αυτή την εβδομάδα, χωρίς να έχουμε όμως την ψευδαίσθηση ότι θα ξαναβρεί τη θέση που του αντιστοιχεί. Γιατί δεν ήταν ακριβώς λάθος, ήταν κυρίως επιλογή. Επιλογή του «τι θέλει να ακούει ο κόσμος». Πάντα ο κόσμος φταίει, για κάθε επιλογή, κάθε είδους εξουσίας.

Τρίτο και τελευταίο παράδοξο: ενώ αναλογιζόμενοι το τι υπήρξε ο Μίκης Θεοδωράκης ξανασυναντιόμαστε με την ελληνική Ιστορία των τελευταίων 80 χρόνων, μπορούμε να ξανασυναντήσουμε τα τραγούδια του και τη μουσική του όχι εκτός της Ιστορίας, όχι αποϊστορικοποιημένα, αλλά πάντως χωρίς το βάρος οποιασδήποτε μεταπολιτευτικά συστημικής δήθεν αγωνιστικότητας, χωρίς οποιοδήποτε φορτίο κενών λόγων σχολικής γιορτής, μπορούμε με άλλα λόγια να ξανασυναντήσουμε τα τραγούδια του αφενός ως κιβωτούς ενός μουσικού δέους, που άλλοτε μας συγκλονίζει ψυχεγερτικά κι άλλοτε μας κόβει λυρικά τα γόνατα, και αφετέρου ως φορείς μηνυμάτων που αν μιλούν για την Ιστορία, θα μιλούν όχι μόνο για αυτήν του παρελθόντος, αλλά και για αυτήν του μέλλοντος.