Ζούμε μία ζωή, ας τη ζήσουμε λοιπόν καλά. Σε μια τέτοια φράση φαίνεται να συμπυκνώνεται μέρος της νοοτροπίας ενός από τους σπουδαιότερους ρόλους του παγκόσμιου ρεπερτορίου, του περιβόητου Ντον Ζουάν, του ανθρώπου που γοητεύει κι ενοχλεί, σαγηνεύει κι εξοργίζει. Ο Αλέξανδρος Διαμαντής έχει αναλάβει το δύσκολο εγχείρημα της σκηνοθεσίας τριών ηθοποιών – του Όμηρου Πουλάκη, της Μάνιας Παπαδημητρίου και της Δανάης Παπουτσή σε μια παράσταση που διερευνά όλες τις διαστάσεις του τι σημαίνει να ζεις.

Για τον Όμηρο Πουλάκη, ο Ντον Ζουάν είναι ένας μάλλον ανηδονικός ήρωας που διακατέχεται από τον ίλιγγο του κινδύνου. Αποτελεί ένα αρχέτυπο σύμβολο και ταυτόχρονα ένα αίνιγμα, έναν δισεπίλυτο γρίφο. Με αφορμή την παράσταση στο Θέατρο Σημείο, ο Όμηρος Πουλάκης μιλάει στο ελc για τον έρωτα και το βάσανο που τον συνοδεύει, για την αίσθηση του ανικανοποίητου, για την υποκρισία, για την ηθική, για το μέτρο, για αυτό το σπουδαίο κείμενο που πυροδοτεί συζητήσεις γύρω από όλες αυτές τις θεματικές.

θέατρο | η τέχνη του φευγαλέου

Αφετηρία της συζήτησης αποτελεί η «μαγιά» του θεάτρου, τα υλικά των σπουδαίων κειμένων. Ο Όμηρος εξηγεί ότι σπουδαία κείμενα είναι εκείνα που σπάνε τον κανόνα που θέλει το θέατρο να πεθαίνει σε μια στιγμή. Εκείνα που νικούν το εφήμερο είναι τα σπουδαία.

«Τα σπουδαία κείμενα διακρίνονται, πέρα από οτιδήποτε άλλο, και από το χαρακτηριστικό της αδυναμίας μας να τα ταξινομήσουμε οριστικά και να ορίσουμε πλήρως τα κριτήρια δια μέσου των οποίων θα μπορούσαν να πιστοποιηθούν. Το θέατρο είναι η τέχνη εκείνη που μετατρέπει την παρούσα στιγμή σε γεγονός με καλλιτεχνική αξία. Διασκορπίζεται στην ανυπαρξία το ίδιο ακριβώς δευτερόλεπτο της γέννησής του και τα θεατρικά κείμενα μπορούν κατά μία έννοια να εννοηθούν ως έγγραφες κωδικοποιήσεις του εφήμερου, του φευγαλέου. Όσα εξ’ αυτών επομένως διαπερνούν τις εποχές και εξακολουθούν να κεντρίζουν το ενδιαφέρον θιάσων και θεατών, οπωσδήποτε πληρούν ένα κυρίαρχο κριτήριο και μάλιστα (καθώς, τα περιστέρια που σκορπούν οι ναυαγοί στην τύχη όπως γράφει και ο Καρυωτάκης στην Υστεροφημία) υπό ακραία αντίξοες συνθήκες. Είναι το μοναδικό χαρακτηριστικό με σχετικώς αντικειμενική ισχύ, το οποίο έχω κατορθώσει να εντοπίσω. Για να είμαι ειλικρινής διατηρώ σταθερά την άποψη πως τα αριστουργήματα (σε κάθε πιθανή μορφή τέχνης) είναι ταυτοχρόνως αυταπόδεικτα και μη-αποδείξιμα».

Ντον Ζουάν | ο προκλητικός & ανηδονικός

Αναρωτιέμαι ποιος είναι αυτός ο Ντον Ζουάν, ο σαρωτικός, χαμένος σε μια περιδίνηση που μοιάζει λίγο με τη ζωή. Για τον Όμηρο, ο Ντον Ζουάν διακατέχεται από τον ίλιγγο του κινδύνου.

«Έχω την εκτίμηση πως πρόκειται για ένα πρόσωπο που προκαλεί τα συνειδητά όρια του κοινωνικού Είναι και Γίγνεσθαι. Φαίνεται να γνωρίζει πως βρίσκεται σ’ αυτές τις παρυφές και τις υπερβαίνει. Ωστόσο δεν μου αποκαλύπτεται ως εξεγερμένος ή επαναστάτης με τις κυρίαρχες έννοιες των όρων. Μου δίνει την εντύπωση πως διακατέχεται από τον ίλιγγο του κινδύνου. Η αίσθηση του ανικανοποίητου θεωρώ πως αποτελεί υλικό της ζωής μας, έκφανση της απόστασης που χωρίζει εκείνο που σκέφτομαι από εκείνο που γνωρίζω πως δεν έχω σκεφτεί ακόμα, εκείνο που ζω από εκείνο που γνωρίζω πως ίσως και να μην το ζήσω. Και το υλικό αυτό έχω τη γνώμη πως συνδέεται με ένα πρόσωπο που θα χαρακτήριζα ως ανηδονικό. Τον Ντον Ζουάν αν έπρεπε να τον χαρακτηρίσω είτε ηδονιστή, είτε ανηδονικό, θα επέλεγα το δεύτερο. 

Με πλήθος συμβόλων έχει ταυτιστεί κατά καιρούς ο Ντον Ζουάν, άλλωστε αποτελεί και ο ίδιος αρχέτυπο, μια μορφή συμβόλου. Εντός του συμπυκνώνονται και εκπέμπονται πολλαπλά νοήματα και σημασίες. Στη δική μας παράσταση η αλήθεια είναι πως εξαρχής είχα μια ροπή προς τρία αντικείμενα. Ένα δαχτυλίδι, ένα σιδερένιο λοστό κι ένα ζευγάρι γάντια. Παράλληλα στον σκηνικό χώρο κατέχει περίοπτη θέση το «Μαύρο Τετράγωνο» του Kazimir Malevich. Εν τέλει, ό,τι κι αν κουβαλάει ο Ντον Ζουάν, έμπνευση βιώνω από τους ανθρώπους, τους τελεστές και τους συντελεστές με τους οποίους και τις οποίες πλάσαμε αυτή την παράσταση, και η οποία για μένα παραμένει ένα αίνιγμα που καταυγάζει, ένα αίνιγμα που γνωρίζω πως δεν θα λύσω ποτέ πλήρως, παρά μόνο ίσως όταν ολοκληρωθούν οι παραστάσεις (ο πυρήνας της τέχνης μας είναι πρακτικός – επιτελεστικός). Όμως, ευτυχώς ή δυστυχώς, μετά το πέρας των παραστάσεων, σπάνια ενδιαφέρεται κανείς να ρωτήσει κάποιον θεατρικό (επί)τελεστή για τα συμπεράσματα και τα κατασταλάγματά του».

τι σημαίνει να ζει κανείς με πάθος; το πάθος μάθος

«Οι παροιμιακές ρήσεις είναι ιδιαιτέρως αποκαλυπτικές ανεξάρτητα από τις, σοφά προσεγμένες, αμφισημίες τους. Θα έλεγα λοιπόν πως σημαίνει να ζει αναζητώντας την ηδονή της γνώσης δια μέσου της εμβίωσης. Ή – αντίστροφα – να συντρίβεται κανείς από τον τρόμο της γνώσης σε τέτοιο βαθμό ώστε να πασχίζει εξακολουθητικά να εκμηδενιστεί μέσα σε μια τεταμένη εκδραμάτιση. Το πάθος μάθος.

Αν ήταν εύκολο να ζει κανείς με μέτρο νομίζω πως δεν θα αποτελούσε τόσο συχνά θέμα ιδιωτικών και δημόσιων συζητήσεων. Δεν γνωρίζω αν το έχω καταφέρει, μου φαίνεται απίθανο. Υπάρχουν στιγμές ή περίοδοι που βρίσκομαι σε κάποια σχετική αρμονία με το συμβάν του κόσμου και του εαυτού μου, και άλλες πάλι που δεν. Θα ήθελα ωστόσο να σημειώσω πως και το μέτρο, θέλει…μέτρο. Μια συνεχής προσπάθεια να εντοπιστεί το μέτρο, να πραγματωθεί το μέτρο και να τηρηθεί το μέτρο, δεν ξέρω, αλλά εκτιμώ πως οπωσδήποτε θα παραβίαζε το Δελφικό Μηδέν Άγαν».

Τον ρωτώ για την ηθική και εκείνος απαντά πως η ερώτηση περί ηθικής είναι πολύ πιο δυνατή από οποιαδήποτε απάντηση για αυτήν.

«Σύνθετο ζήτημα η Ηθική. Θα ήθελα να πω πως η δύναμη ενός ερωτήματος περί ηθικής μου φαίνεται απείρως ισχυρότερη από τη δύναμη μιας απάντησης περί ηθικής. Επομένως μπορώ χαμογελώντας να παραδεχθώ πως στη διαδικασία της συνέντευξης βρίσκομαι στην αδύναμη θέση. Αρχικά έχει σημασία να διακρίνουμε αν γίνεται λόγος για την ηθική αντίληψη ενός προσώπου ή για το ηθικό πλαίσιο ενός συνόλου. Σε κάθε μία από αυτές τις περιπτώσεις, η διελκυστίνδα μεταξύ της ρευστότητας-σχετικότητας από τη μία και της στιβαρότητας από την άλλη, λαμβάνει διαφορετικές μορφές και εντάσεις. Ωστόσο, αυτή η διελκυστίνδα ενυπάρχει και στις δύο. Έχω τη γνώμη πως το ηθικό συμβάν (είτε προσωπικό, είτε συλλογικό, και ανεξάρτητα από τις υπαρκτές τους διαφοροποιήσεις) συντελείται ακριβώς στο όριο αυτής της διαρκούς ταλάντωσης ανάμεσα στο στιβαρό και στο ρευστό. Μια ακροβασία διαρκής, μια εξακολουθητική διαλεκτική διαπάλη, ένα συνεχές που παράγει πραγματικότητες, και το οποίο εκτυλίσσεται κάποτε δίχως καμία οξύτητα και κάποτε γεμάτο από εκτροπές και δοκιμασίες. Εκείνο ωστόσο που μέσα μου είχε, έχει ή θα λάβει την ισχύ μιας ηθικής βάσης, ενός ηθικού αξιώματος, αν θέλετε, εκείνο όχι, δεν είναι για εμένα διαπραγματεύσιμο. Ακριβώς επειδή συνάγεται με κόπο. Και – θα προσέθετα, αν το επιτρέπετε – με πόνο.

Η υπαρκτή διάκριση ανάμεσα στην Ηθική και στον Νόμο δεν είναι πάντοτε με κοινή σαφήνεια προσληπτή και η εικοσαετία 1990 – 2010 αναλώθηκε κατά την άποψή μου μεταξύ μιας σκληρά συντηρητικής κοσμοθεώρησης και μιας επιφανειακής ελευθεριότητας, αμφότερες εξίσου εχθρικές για την ελευθερία, τη συνύπαρξη, τη δικαιοσύνη, την απόλαυση, τη δημιουργία και τη γνώση. Είναι πολύ εύκολο σήμερα, μια συζήτηση περί ηθικής να διολισθήσει ολοσχερώς καταλήγοντας σε κούφιες ηθικολογικές παραινέσεις και συμβουλές διατήρησης ενός έντιμου, τυπικά αποδεκτού, προσωπείου. Από την άλλη, το ιδεολόγημα του ακραίου ατομικισμού έχει τροφοδοτήσει την ψευδαίσθηση πως η αποφυγή τέτοιων διαλόγων αποδεσμεύει τον άνθρωπο από κοινωνικούς περιορισμούς, ενώ στην πραγματικότητα απλώς τον καταδικάζει σε μια ψευδώς ευρύχωρη απομόνωση. Ωστόσο, θα αξίζει πάντοτε τον κόπο. Και η ηθική ως θέμα, και οι διάλογοι περί των περασμένων, των υπαρκτών ή των δυνητικών περιεχομένων της. Διότι εκπορεύονται από ανάγκη νοήματος και από συνείδηση θανάτου. Δηλαδή από μια σπίθα ζωής».

έρωτας, βάσανο, υποκρισία & γνησιότητα

«Το έργο οπωσδήποτε θέτει το συγκεκριμένο ζήτημα και είναι σαφές πως μέσω ενός παιχνιδιού κατόπτρων αναδύονται ερωτήματα για την υποκρισία ανθρώπων και κοινωνιών. Η γνησιότητα από την άλλη συγγενεύει στο μυαλό μου με τα αριστουργηματικά έργα της τέχνης που αναφέρθηκαν νωρίτερα. Είναι κι εκείνη ταυτοχρόνως αυταπόδεικτη και μη-αποδείξιμη. Δεν παραχαράσσεται. Οπότε υποθέτω πως η σχέση με αυτή δεν μπορεί παρά να είναι δύσκολη και προβληματική. Τουλάχιστον κατά κύριο λόγο.

Σίγουρα υφίσταται ένα στοιχείο βασανισμού στο έργο, τα πρόσωπα του Ντον Ζουάν, του Σγκαναρέλ και της Ελβίρας περνούν εξακολουθητικές δοκιμασίες διαφόρων εντάσεων, επιπέδων και θεματικών. Εν τούτοις, δεν γνωρίζω με ποιες σημασίες φορτίζονται οι λέξεις πραγματικός έρωτας. Ειλικρινά, και χωρίς καμία διάθεση επιφύλαξης ή προσποίησης, δεν έχω ιδέα. Αντιλαμβάνομαι τον έρωτα ταυτοχρόνως ως ερωτηματικό και ως θαυμαστικό. Η άγνοια και το θάμβος που μου προκαλεί δεν μου επιτρέπουν να πω τίποτα περισσότερο».

Info παράστασης:

Ντον Ζουάν | Θέατρο Σημείο