Τα είχε πει λίγο πιο παλιά ο Επίκουρος, τον χρησιμοποίησε για να τα ξαναπεί λίγο πιο πρόσφατα ο Γιάλομ, ενδεχομένως να τα έχουν πει κι άλλοι, κι όσοι εν πάση περιπτώσει ήταν να ψηθούμε είχαμε ψηθεί: ποιος ο λόγος να έχουμε άγχος και φόβο θανάτου, αφού όσο είμαστε εν ζωή ο θάνατος είναι ανύπαρκτος, ενώ όταν αρχίζει να υπάρχει ο θάνατος παύουμε να υπάρχουμε εμείς, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να τον αισθανθούμε και να υποφέρουμε καθ’ οιονδήποτε τρόπο απ’ την παρουσία του;

Αλλά ακόμα κι αν με αυτή τη συλλογιστική δεχτούμε ότι δεν έχεις λόγο να φοβάσαι για τον θάνατό σου, έχεις πάντως λόγο να αγχώνεσαι και να φοβάσαι για το τι μπορεί να σου συμβεί μέχρι να πεθάνεις, για το τι μπορεί να σου συμβεί μεγαλώνοντας, όσο είσαι ακόμα εν ζωή, όσο ακόμα αισθάνεσαι και καταλαβαίνεις, όσο ακόμα μπορείς να καταλάβεις ότι δεν καταλαβαίνεις τι γίνεται πια: “I feel as if I’m losing all my leaves. The branches and the wind and the rain. I don’t know what’s happening anymore. Do you know what’s happening?”.

Ασθένειες που χτυπούν το σώμα σου, ασθένειες που σου προκαλούν κατάπτωση ή έντονο σωματικό πόνο: είναι φρικτό να πονάς, αλλά στην περίπτωση αυτή εξακολουθείς να είσαι εσύ εκείνος που πονάει, εξακολουθούν όλα να βγάζουν νόημα, ακόμη και το σκάνδαλο του πόνου. Αν όμως η ασθένεια προσβάλλει τις λειτουργίες του εγκεφάλου σου, αν όμως αρχίσεις να τα μπερδεύεις στο μυαλό σου, αν όμως αρχίσεις να τα χάνεις, τότε αρχίζεις και βρίσκεσαι σε ένα μεταβατικό εκφυλιστικό στάδιο, στο οποίο παραμένεις στη ζωή, αλλά όχι ως ο εαυτός σου, όχι πια ως ο εαυτός σου, όλο και λιγότερο ως ο εαυτός σου.

Στερείσαι έτσι το στοιχειώδες δικαίωμα να ζήσεις τουλάχιστον τα χρόνια που σου αναλογούν ως ο άνθρωπος που ήσουν – έστω ο άνθρωπος ο γερασμένος, έστω ο άνθρωπος ο φθαρμένος απ’ τον χρόνο. Στερείσαι τη δυνατότητα να φύγεις απ’ τη ζωή ως ο άνθρωπος που υπήρξες εν ζωή, φεύγει από μέσα σου ο εαυτός σου προτού να φύγεις απ’ τη ζωή, αποεαυτοποιείσαι. Ζεις στο τέλος ως κάποιος άλλος, ως κάτι άλλο, ως μια θλιβερή παράδοξη ύπαρξη στην οποία χάθηκε για πάντα η σύνδεση μεταξύ του σώματος και του πνεύματός της, ως σωματικό κέλυφος ενός εαυτού που παγιδεύτηκε σε απροσπέλαστους λαβυρίνθους.

Τι άλλο είναι ο εαυτός από μια ιστορία, με αρχή, μέση και τέλος; Τι άλλο είναι ο εαυτός από μια συνεκτική αφήγηση για μας τους ίδιους, για τον κόσμο, για τη σχέση μας με τον κόσμο; Η μνήμη μας, οσοδήποτε σφαλερή, οσοδήποτε κινούμενη, δεν παύει να μπήγει πασσάλους σιγουριάς, να χαράσσει όρια αντίληψης, να παράσχει εχέγγυα αυτοπροσδιορισμού. Έχουμε μια βασική ιστορία στο μυαλό μας και είμαστε αυτή η ιστορία: έτσι μεγάλωσα, αυτά ήταν τα κομβικά σημεία της ζωής μου, αυτός είμαι, αυτός δεν είμαι, ζω σε αυτή την εποχή, αυτή είναι τα βασικά της χαρακτηριστικά, αυτή είναι η ταυτότητα του κόσμου γύρω μου, αυτή είναι η ταυτότητά μου. Η ζωή που έχω ως τώρα ζήσει και η ζωή που προσδοκώ να συνεχίσω να ζω για όσα χρόνια μου απομένουν, αποκτά νόημα δια της ιστορίας μου, της ιστορίας που είναι ο εαυτός μου.

Σε κάθε στιγμή της ζωής μου έχω υπάρξει ως ο εαυτός μου. Ο εαυτός μου που παρατηρεί τον κόσμο γύρω του, αλληλεπιδρά με τον κόσμο γύρω του, τον επηρεάζει και επηρεάζεται απ’ αυτόν. Η σταθερά του κόσμου γύρω μου αντανακλά τη δική μου σταθερά. Προσδιορίζομαι σε σχέση με τη μνήμη μου για μένα, με τη μνήμη μου για τον κόσμο, προσδιορίζομαι σε σχέση με αυτό που εξακολουθώ να παρατηρώ κάθε μέρα. Είμαι ό,τι είμαι, όχι σε κενό αέρος, αλλά σε σχέση με τον κόσμο που παρατηρώ. Ο εαυτός μου αντιδιαστέλλεται από τον κόσμο που παρατηρώ. Παρατηρώ άρα αυτόνομα υπάρχω. Και να, που αυτό που παρατηρώ αλλάζει. Αυτό αλλάζει. Όχι εγώ. Δεν είναι δίκαιο. Δεν φταίω εγώ. Δεν βγάζει νόημα. Γιατί αλλάζει αυτό που παρατηρώ; 

«Ο Πατέρας», η πολύ σημαντική ταινία του Φλοριάν Ζελέρ (βασισμένη στο θεατρικό του έργο και προσαρμοσμένη σεναριακά για τον κινηματογράφο απ’ τον ίδιο και τον Κρίστοφερ Χάμπτον, που έχει κάνει και στο παρελθόν αντίστοιχα θαύματα με τις «Επικίνδυνες Σχέσεις» και την «Εξιλέωση»), χρησιμοποιεί το εξής καταλυτικό τρικ: αν η αφήγηση για το παρελθόν και το παρόν μας και η παρατήρηση του κόσμου είναι συστατικά στοιχεία του εαυτού, θα χρησιμοποιηθεί η κινηματογραφική αφήγηση για να αντιληφθούμε το πώς μπορεί να αποσυντίθεται ένας εαυτός, το πώς μπορεί να χάνει όλα τα πατήματά του κι όλες τις σταθερές του, το πώς μπορεί να μην έχει κάπου να στηριχτεί.

Η ταινία δεν μας προσφέρει δηλαδή μια «αντικειμενική» πραγματικότητα, την οποία δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να ερμηνεύσει «σωστά» ο ήρωας, δεν μας τοποθετεί σε ένα σχήμα οιονεί τραγικής ειρωνείας που ο ήρωας δεν γνωρίζει όσα γνωρίζουμε εμείς, αλλά μας προσφέρει την πραγματικότητα όπως εκείνος τη βιώνει, μας δείχνει ανθρώπους να αλλάζουν πρόσωπα, ρόλους να μπαίνουν και να βγαίνουν απ’ τη ζωή του, ένα διαρκή μετασχηματισμό της πραγματικότητας που παρατηρεί, μια άμμο που κινείται διαρκώς.

Έχει μια κόρη που την λένε Αν. Και η οποία προσπαθεί να τον φροντίσει. Και μια δεύτερη κόρη που την λένε Λούσι. Και είναι απούσα, αλλά είναι η αγαπημένη του. Αυτά θυμάται. Αυτά δεν αλλάζουν. Είναι κι αυτά έτσι όπως τα θυμάται; Χρειάζεται φροντίδα. Αλλά την αρνείται κιόλας. Φοβάται. Η κόρη του θα τον φροντίσει ή θα τον εγκαταλείψει; Τι συνιστά φροντίδα και τι εγκατάλειψη σε τέτοιες περιπτώσεις; Είναι βάρος στη ζωή της; Έχει τύψεις για αυτήν; Θέλει να μείνει στο σπίτι του. Μην με πάρεις απ’ το σπίτι μου. Μην με βάλεις σε ίδρυμα. Ας κρατηθώ τουλάχιστον απ’ τη σιγουριά των γνωστών χώρων, απ’ τη σιγουριά των οικείων προσώπων. Αλλά και το σπίτι γίνεται εξίσου απατηλό όσο τα πρόσωπα των οικείων του. Ούτε το σπίτι ούτε τα πρόσωπα δεν μπορούν να συγκρατήσουν ένα μυαλό που ξεμακραίνει.

Εμείς ως θεατές ξέρουμε εκ των προτέρων ότι θα δούμε μια ταινία με θέμα έναν ασθενή με άνοια. Ακόμα κι έτσι υπάρχουν στιγμές που κλονιζόμαστε. Ακόμα κι έτσι υπάρχουν στιγμές που θα πούμε, μα δίκιο έχει. Μα ποιος είναι αυτός στο δωμάτιο του; Μα πώς πήγε νύχτα αφού ήταν πρωί; Η κινηματογραφική αφήγηση οπτικοποιεί την άνοια δια της διαρκώς μετασχηματιζόμενης πραγματικότητας. Δεν γνωρίζω αν είναι ακριβής ιατρικά η οπτικοποίηση. Αλλά συναισθηματικά είναι καταλυτικά επιδραστική.

«Ο Πατέρας» μας δείχνει ότι ο ασθενής με άνοια δεν είναι κάποιος που δεν καταλαβαίνει αυτό που βλέπει μπροστά του. Αλλά ότι αυτό που βλέπει μπροστά του δεν αντιστοιχεί με αυτό που έβλεπε στην προηγούμενη σκηνή στην ταινία του, στο αμέσως προηγούμενο cut (εξαιρετικά κρίσιμο και λειτουργικό το υποψήφιο για όσκαρ μοντάζ του Γιώργου Λαμπρινού). Μας δείχνει ότι στο μυαλό του η προβολή της ιστορίας μέσω της οποίας μπορούσε να συγκροτήσει τον εαυτό του, έχει διαρραγεί οριστικά, έχει γεμίσει ασυνέχειες, αντιφάσεις, λούπες, πράγματα που δεν βγάζουν νόημα.

Υπάρχουν τεράστιοι ηθοποιοί που όμως κατακτούν και τελειοποιούν μια μανιέρα η οποία τους καθορίζει τόσο, ώστε συχνά παίζουν με παρόμοιο τρόπο. Προσωπική μου γνώμη είναι ότι ο Άντονι Χόπκινς είναι ένας τέτοιος ηθοποιός. Δεν είχα καμία αμφιβολία ότι η ερμηνεία του θα ήταν μεγάλη. Αλλά είχα παράλληλα και τη σχεδόν βεβαιότητα ότι θα κατέφευγε πάλι σε τεχνικές απ’ τη μανιέρα του. Όχι μόνο δεν το κάνει όμως, αλλά παραδίδει μία από τις πιο μεγάλες κινηματογραφικές ερμηνείες των τελευταίων δεκαετιών. Με τέτοια θεματική, με τέτοια συστατικά, με τέτοια σύλληψη, με τέτοιο βάθος, «Ο Πατέρας» θα ήταν μια καθοριστική ταινία και με άλλο πρωταγωνιστή στη θέση του. Αλλά ο Άντονι Χόπκινς μετατρέπει με την ερμηνεία του, μετατρέπει με την παρουσία του, την παρακολούθηση μιας στιβαρής ταινίας σε εμπειρία και σε βίωμα. Σπαρακτικός, συγκλονιστικός, δεν κάνει απλά την ερμηνεία της ζωής του, κάνει την ερμηνεία της ζωής όλων μας. Φτάνει να μιλά για όλους μας. Όχι μόνο για τον τρόμο μας μήπως μια μέρα χάσουμε κι εμείς το μυαλό μας, μήπως μια μέρα χάσουμε κι εμείς τον εαυτό μας, όχι μόνο για τον τρόμο μας για μια από τις πιθανές καταλήξεις του ταξιδιού μας στη ζωή, αλλά τελικά για την αδυναμία κάθε ανθρώπου να παραμείνει για πάντα δυνατός, για πάντα εύρωστος, για την αδυναμία του κάθε ανθρώπου να μην κλατάρει, να μην αποσυντονιστεί, για την αδυναμία του κάθε ανθρώπου να μείνει για πάντα όρθιος.

“And I? Who exactly am I?”. Ένας ακόμα άνθρωπος, είσαι. Που ακόμα κι αν δεν έχανες τον εαυτό σου, στο τέλος θα έχανες, στο τέλος θα ερχόταν η ημερομηνία λήξης σου, στο τέλος θα έφευγε όλη η δύναμή σου, στο τέλος θα ήσουν αδύναμος. Σαν μωρό.