Με τον «Προδότη», ο βετεράνος Μάρκο Μπελόκιο δραματοποιεί και αναπαριστά γεγονότα που συγκλόνισαν την ιταλική κοινωνία τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, επικεντρώνοντας την ιστορία του στον Τομάσο Μπουσιέτα, επιφανές στέλεχος της Κόζα Νόστρα, της σικελικής δηλαδή Μαφίας, ο οποίος συνεργάστηκε με τις ιταλικές Αρχές και με τον θρυλικό εισαγγελέα Τζιοβάνι Φαλκόνε, ανοίγοντας τον δρόμο με τις καταθέσεις του για την καταδίκη εκατοντάδων μαφιόζων, ενώ δεν δίστασε να καταγγείλει και να καταθέσει κατά του περιβόητου πρώην Πρωθυπουργού της Ιταλίας, Τζούλιο Αντρεότι.

Η ταινία ξεκινά με μια συνάντηση στο 198ο μεταξύ των αρχηγών της Κόζα Νόστρα για σύναψη «ειρήνης», μια συμφωνία μεταξύ της παλαιότερης Μαφίας του Παλέρμο και της αναδυόμενης Μαφίας των Κορλεονέζι για τον διαμοιρασμό της ηρωίνης, της οποίας τότε το Παλέρμο ήταν το νούμερο ένα κέντρο διακίνησης παγκοσμίως. Και όταν η συμφωνία κλείσει, θα χορέψουν με τις οικογένειές τους ταραντέλα και θα βροντοφωνάξουν διάφορα έξω καρδιά τελετουργικά για τη γιορτή της Αγίας Ροζαλίας, σκηνικά που αφενός δείχνουν πόσο μεγάλη γιορτή μπορεί να είναι η ζωή όταν είσαι βασιλιάς του υποκόσμου και γεμίζεις με ηρωίνη πόλεις, χώρες και ηπείρους χωρίς τύψεις, αφετέρου όμως αντανακλούν κάπως και με την ιταλική ψυχοσύνθεση, που καταφέρνει και συντονίζεται με τη χαρά και το φως, ακόμη και όταν οι φορείς της κατοικούν στα πιο βαθιά εγκληματικά σκοτάδια.

Ο Μπουσιέτα, παρότι δεν έχει αξιώματα και είναι ένας απλός «στρατιώτης», έχει το προσωνύμιο «Αφεντικό των δύο κόσμων», έχει ζήσει στο παρελθόν χρόνια στη Λατινική Αμερική και θεωρείται πρόσωπο με μεγάλη επιρροή στον αρχηγό της Μαφίας του Παλέρμο. Επιλέγει όμως, παρότι τώρα ανοίγουν ακόμη περισσότερο οι δουλειές, να ξαναφύγει από την Ιταλία και να πάει στη Βραζιλία με την τρίτη σύζυγό του και τα πολλά μικρότερα παιδιά του από τους προηγούμενους γάμους του. Ναρκωτικά θα συνεχίσει να διακινεί από εκεί, αλλά σε καθεστώς μακριά από τις εντάσεις και τα μπλεξίματα που καταλαβαίνει ότι δεν θα αργήσουν και πολύ.

Και πράγματι έχει δίκιο, γιατί στους κόλπους της Μαφίας την κάθε ειρήνη ακολουθεί ένας πόλεμος. Ο Μπελόκιο έχει μια από τις ευρηματικότερες εμπνεύσεις του, όταν στα ξεκαθαρίσματα των πολέμων, πριν από κάθε εκτέλεση, εμφανίζεται ένας μετρητής στην οθόνη. Δεν είναι αντίστροφη μέτρηση, δεν μετράει τον χρόνο μέχρι να δολοφονηθεί ο ένας ή ο άλλος μαφιόζος. Αντίθετα, το εύρημα λειτουργεί ψυχολογικά στον θεατή με τον εξής πολύ ενδιαφέροντα τρόπο: καταλαβαίνουμε ότι όσο καθυστερεί να γίνει η κάθε εκτέλεση έχουν μεσολαβήσει άλλες, με αποτέλεσμα αυτό που παρακολουθούμε να είναι π.χ. ο 54ος και όχι ο 45ος νεκρός του πολέμου. Κάθε κερδισμένο στην οθόνη δευτερόλεπτο αντιστοιχεί σε μια χαμένη στην πραγματικότητα ζωή, δημιουργείται άρα έτσι ένα αντίστροφο σασπένς, καθώς επιθυμούμε η κάθε εκτέλεση να λάβει χώρα όσο το δυνατόν πιο γρήγορα.

Η πλευρά της νομιμότητας, η πλευρά της κοινωνίας που δεν εγκληματεί έχει το δικό της ηθικό σύστημα. Η Μαφία έχει το δικό της, έναν υποτιθέμενο κώδικα τιμής. Ο Τομάσο Μπουσιέτα καταδίδοντας τους πρώην συνεργάτες του, πήρε μια απόφαση με την οποία έγινε ηθικά κατάπτυστος στον κόσμο στον οποίο ανήκε, χωρίς να γίνει ηθικά αποδεκτός ή αγαπητός στον κόσμο με τον οποίο συνεργάστηκε. Όταν σε απορρίπτουν και τα δύο αντιτιθέμενα συστήματα ηθικής, τότε είτε επιμένεις σε ένα δικό σου προσωπικό σύστημα ηθικής, είτε απλά έχεις κάνει την πιο έξυπνη κίνηση, έχοντας συμμαχήσει στρατηγικά με το κράτος, προκειμένου να εξασφαλίσεις τη δική σου επιβίωση και μακροζωία. Ακόμα και αν ο Μπουσιέτα έκανε το δεύτερο, δεν σταματά πάντως να υπερασπίζεται σθεναρά την επιλογή του, λέγοντας ότι δεν είναι αυτός που πρόδωσε την Κόζα Νόστρα, αλλά είναι η ίδια που εκφυλίστηκε και πρόδωσε τις αρχές που πρέσβευε, αρχίζοντας να μην σέβεται άμαχους πολίτες και οικογένειες. Δεν ξέρω ποιος μπορεί να λέει στον εαυτό του ότι δεν έχω σύστημα αξιών, ότι είμαι κυνικός, ότι αλλάζω κοσμοθεωρίες και οπτικές υιοθετώντας τα αντίθετα από όσα έλεγα ως χθες. Όλοι πάντα αναφερόμαστε σε ένα εσωτερικό σύστημα αρχών, όλοι πάντα εξηγούμε μέσα μας κάπως τις πράξεις μας και τις αποφάσεις μας, όλοι πάντα προσπαθούμε όχι απλά να δικαιολογήσουμε τις αλλαγές μας, αλλά να τις αιτιολογήσουμε και να τις νομιμοποιήσουμε πατώντας σε κάποια ανώτερη αξία.

Ο Μάρκο Μπελόκιο στην αμφιθυμία του να αποφανθεί για το ποιόν του Μπουσιέτα, αντί να μας παρουσιάσει έναν ψυχολογικά πολύπλοκο ήρωα, με αντιφάσεις και αμφιταλαντεύσεις, παρουσιάζει έναν ήρωα μάλλον θολό, που αρχικά είναι κάθετος ότι δεν θα γίνει καρφί και μετά γίνεται με φανατισμό. Ο Μπελόκιο ούτε τον παραδίδει στην πυρά ούτε τον ωραιοποιεί, προσπαθώντας να πάρει αποστάσεις από μια τελική ετυμηγορία. Ωστόσο δεν κάνει ντοκιμαντέρ. Και όταν παρουσιάζεις μια ταινία που σχηματοποιείς δραματουργικά τον ήρωα, παίρνεις εκ των πραγμάτων θέση. Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι τον συμπαθεί περισσότερο από τους αμετανόητους μαφιόζους, όπως μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα και ότι αγανακτεί μαζί με τον Φαλκόνε, όταν του λέει σε μια από τις καταθέσεις, αρκετά με το παραμύθι της παλιάς ρομαντικής Μαφίας. Μπορούμε τελικά να πούμε με λίγη λιγότερη βεβαιότητα, ότι φτάνει να γοητεύεται από τον Μπουσιέτα, αλλά αντιστέκεται για προφανείς αξιακούς λόγους σε αυτή τη γοητεία, αντίσταση από την οποία θα παραιτηθεί για λίγο, όσο κρατάει ένα τραγούδι ή μια παλιά δολοφονία με αρχές και κώδικες, που παίρνει συμβολική θέση στη φιλοτέχνηση του πορτρέτου του ήρωα, όχι τόσο ως ερινύα, αλλά μάλλον ως μια παράδοξη δικαίωσή των πιστεύω του.

Αλλά αν μένουν θολά τα όρια του που τραβιούνται οι ηθικές γραμμές ανάμεσα στον μαφιόζο Μπουσιέτα και τον καταδότη Μπουσιέτα, ένας άλλος διαχωρισμός καταγράφεται πιο καθαρά: ο αρχηγός της Μαφίας των Κορλεονέζι, είναι ένας άνθρωπος οικογενειάρχης, που δεν μπορεί να χαρεί ούτε τα χρήματα που βγάζει, είναι εθισμένος με την εξουσία και ασταμάτητα δολοφονικός. Αλλά κατηγορεί ως ανήθικο τον Μπουσιέτα γιατί ήταν μπον βιβέρ, ήταν γυναικάς, έχει κάνει τρεις γάμους. «Γιατί έμεινες στρατιώτης, ενώ έχεις την στόφα αρχηγού;», θα ρωτήσει ο Φαλκόνε τον Μπουσιέτα. «Γιατί μου άρεσε να είμαι ελεύθερος να ζω τη ζωή μου», θα του απαντήσει. 

Δύσκολα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι «Ο Προδότης» συγκαταλέγεται ανάμεσα στις σημαντικότερες ταινίες ή σειρές που έχουμε δει για τη Μαφία, τις δυναμικές που αναπτύσσονται μέσα στους κόλπους της ή τους ανθρώπους που τη στελεχώνουν. Από την άλλη, εξίσου δύσκολα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι είναι μια ταινία που δεν έχει λόγο ύπαρξης. Το αν θα είχε ίσως ακόμη μεγαλύτερο λόγο ύπαρξης απλωμένη χρονικά ως σειρά, είναι άλλο θέμα. Στις 2 1/2 ώρες της πάντως, ελάχιστα είναι τα σημεία που κουράζει, ενώ πολύ περισσότερα είναι τα σημεία που νιώθεις ότι βλέπεις κάτι που θα σου μείνει: ειδικά τις σκηνές στο δικαστήριο, στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο των φυλακών του Παλέρμο, με τους μαφιόζους στα κελιά να είναι σαν ζώα και να φέρονται σαν ζώα, με τους μαφιόζους να μην κουβαλούν πάνω τους κανένα μύθο, αίγλη, δέος, να μοιάζουν και να φέρονται σαν εξαχρειωμένα κουτοπόνηρα ανθρωπάκια.