Θα μπορούσα να έχω φανταστεί το στούντιο του Ron Mueck σαν ιδανικό χώρο έναρξης ταινίας φαντασίας ή/και τρόμου –μυστήρια ανθρωποειδή έτοιμα να ζωντανέψουν για ένα post apocalypse σκηνικό– πριν καν μάθω ότι προτού ξεκινήσει την καλλιτεχνική του πορεία εργαζόταν φτιάχνοντας κούκλες για την τηλεόραση και το σινεμά ή ότι η οικογένειά του είχε επιχείρηση κατασκευής παιχνιδιών (ένα εργαστήριο παιχνιδιών άλλωστε είναι άλλο ένα καλό σκηνικό αρχής ταινίας τρόμου).

Σε κάθε περίπτωση, από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία που έμαθα από το βιογραφικό του ήταν ότι πριν αποφασίσει να γίνει καλλιτέχνης, κάτι που συνέβη σχετικά όψιμα στη ζωή του, γύρω στα 40, είχε ήδη μια επιτυχημένη καριέρα στον χώρο του θεάματος. Πιο συγκεκριμένα, συνεργαζόταν για πολλά χρόνια με τον φοβερό και τρομερό Jim Henson, τον δημιουργό των Muppets, ενώ είχε συμμετάσχει και ως κατασκευαστής και ως performer σε ταινίες όπως το Labyrinth και διάσημα παιδικά show όπως το Fraggle Rock και το Sesame Street.

Ψάχνοντας στοιχεία για τη δουλειά του άκουσα σε μια συνέντευξη επιμελήτριας –γιατί είναι πολύ δύσκολο να βρει κανείς συνεντεύξεις του ίδιου– ότι η πορεία του στην τέχνη ξεκίνησε όταν η πεθερά του, λέει, που είναι επίσης καλλιτέχνης, του ζήτησε να φτιάξει έναν Πινόκιο που θα χρησιμοποιούσε σε μια σειρά από έργα της για τον Disney.  Αυτό βέβαια που δεν γνώριζα ακόμα είναι ότι πεθερά του Ron Mueck είναι η αυτού εξοχότητά της, Paula Rego (που αυτή τη στιγμή έχει έκθεση στην Tate Britain). Σε ένα έργo της μάλιστα, από αυτά με θέμα τον Πινόκιο, ο ίδιος ο Mueck ποζάρει ως (τι άλλο;) Τζεπέτο.

Ο Πινόκιο του Mueck παρουσιάστηκε ως συνοδευτικό έργο στη δουλειά της Rego στην έκθεση Spellbound της Hayward Gallery το 1996 και μόλις ένα χρόνο μετά ο ίδιος συμμετείχε στην πρώτη του ομαδική έκθεση τέχνης, που τυχαίνει όμως να είναι ένα από τα πιο περίφημα show της Royal Academy of Arts των 90s, το θρυλικό Sensation: Young British Artists From the Saatchi Collection, όπου εκθέτει παρέα με τον Damien Hirst, την Tracey Emin, τον Marc Quinn, την Sarah Lucas και πολλά άλλα διάσημα πλέον ονόματα που έμελλε να διαμορφώσουν αποφασιστικά την πορεία της σύγχρονης βρετανικής αλλά και παγκόσμιας τέχνης. Πόσο καλύτερα μπορεί κάποιος να ξεκινήσει καριέρα;

Ακόμα πιο ενδιαφέρον πάντως από τις ιστορίες για τη ζωή, την οικογένεια και την αξιοσημείωτη πορεία της καριέρας του Ron Mueck, έχουν οι ιστορίες που αφηγούνται τα ίδια τα έργα του, που κουβαλάνε όλη τη μυθοπλαστική αύρα του παιχνιδοποιού, συνδυασμένη όμως με ένα σκοτεινό και αποθεωτικό (ίσως και κινηματογραφικό τελικά) twist. Γιατί οι φιγούρες του Mueck –είτε είναι άνθρωποι είτε ό,τι άλλο– αν και στις φωτογραφίες μοιάζουν απολύτως ρεαλιστικές, στα όρια της κοινοτοπίας θα έλεγε κανείς, όταν τις πλησιάσεις συνειδητοποιείς ότι έχουν υποστεί μια ανησυχητική αλλοίωση που αφορά στο μέγεθός τους. Είναι πάντα ή μικρότερες ή μεγαλύτερες από το αναμενόμενο, καμιά φορά τόσο αδιόρατα που ως θεατής σε διαπερνά ένα ανατριχιαστικό συναίσθημα του ότι κάτι δεν πάει καλά.

Ο ίδιος ο καλλιτέχνης έχει κάποτε πει ότι δεν τον ενδιαφέρει να φτιάξει ανθρώπους σε κανονικές διαστάσεις, αφού τέτοιους βλέπει κανείς κάθε μέρα. Το αποτέλεσμα όμως αυτής της διαφοροποίησης ξεπερνά το απλό ξάφνιασμα αυτού που δεν βλέπεις κάθε μέρα, φτάνοντας ενίοτε στην ατόφια αίσθηση του φροϋδικού ανοίκειου. Το οικείο μεταμορφώνεται σε κάτι το παράξενο και αγχωτικό, μια ποιότητα που συναντά κανείς στα όνειρα και στα παραμύθια.

Το έργο για παράδειγμα με το οποίο συμμετείχε στο Sensation, το Dead Dad (1997) απεικονίζει το νεκρό σώμα του πατέρα του καλλιτέχνη σε κλίμακα όμως λίγο πιο μικρή από το φυσικό μέγεθος. Η διαστρέβλωση αυτή, αν και ανεπαίσθητη, είναι αρκετή για να πυροδοτήσει ένα εφιαλτικό brainstorming πάνω στο νόημα της ζωής απέναντι στο αναπόφευκτο του θανάτου και στο περίφημο «βάρος» της ψυχής, έναν ίλιγγο ματαιότητας που κάνει το γεγονός ότι αυτό το έργο στην πρώτη του παρουσίαση συνυπήρξε με το The Physical Impossibility of Death in the Mind of Someone Living του Hirst ένδειξη μαύρης συμπαντικής ειρωνείας.

Στην υπέροχη αναδρομική του έκθεση Ron Mueck 25 Years of Sculpture 1996–2021, στην γκαλερί Thaddeaus Ropac του Λονδίνου, που θα τρέχει μέχρι το τέλος του Νοέμβρη, όλη η αφηγηματική ροή μοιάζει να κινείται γύρω από το πρόσφατο έργο του Dead Weights (2021), ένα τεράστιο κρανίο που δεσπόζει στην κεντρική αίθουσα του κάτω χώρου, στην οποία ο επισκέπτης καταλήγει, αφού έχει δει όλα τα υπόλοιπα έργα.

Υπάρχει φυσικά μια κεντρική ιδέα εδώ που ξετυλίγεται στο κείμενο του επιμελητή και ιστορικού τέχνης Jasper Sharp, που αφορά στον κύκλο της ζωής και τις εφτά ηλικίες του ανθρώπου, όπως αναπτύσσονται σε ένα μονόλογο από το έργο του Σαίξπηρ Όπως σας αρέσει. Παρακολουθούμε μια  ρεαλιστική Pieta (μια γυναίκα με το μωρό της στην κοιλιά ακριβώς μόλις το έχει γεννήσει), έναν νεαρό μαύρο που ελέγχει –σε μια σχεδόν παρμένη από τη χριστιανική εικονοποιία στάση– το τραύμα του από μαχαίρωμα, το τεράστιων διαστάσεων πρόσωπο ενός σκοτεινού ενήλικα που θυμίζει το τέρας του Φρανκενστάιν, ένα γιγαντιαίο εξουθενωμένο ηλικιωμένο ζευγάρι στην πλαζ και τον «μικρό» νεκρό πατέρα· όλα αυτά πριν κατέβουμε για να αντικρίσουμε το επιβλητικό κρανίο-memento mori της τερματικής αίθουσας να συνομιλεί χαιρέκακα με ένα μεγάλο νεκρό κοτόπουλο και μια μητέρα με το μικρό της στην αγκαλιά που επιστρέφει σπίτι από το σούπερ-μάρκετ, εξουθενωμένη από τη δουλειά, τη μητρότητα, τα ψώνια, τις μέρες, τα χρόνια, τη ζωή. Η μητέρα είναι επίσης «μικρή», φαντάζοντας ακόμα μικρότερη μπροστά σε αυτό το τεράστιο κρανίο που καταλαμβάνει σε υλικό και ιδεατό επίπεδο τον χώρο και που όπως κι αν κινείσαι νομίζεις ότι δεν μπορείς να αποφύγεις να πέσεις πάνω του τελικά.

Μου αρέσει η αφήγηση του Sharp για τις ηλικίες του ανθρώπου, για τον κύκλο της ζωής, την αρχή και το τέλος. Και ωραιότατα στέκονται εκεί μέσα και την υπηρετούν σαν σεξπηρικοί ηθοποιοί οι φιγούρες του καλλιτέχνη, μέσα σε μια μελαγχολία που αν θέλεις –και μπορείς– την αντιλαμβάνεσαι ακόμα και ως γλυκειά. Εγώ δεν μπόρεσα. Και πιστεύω ότι ο Mueck μέσα από τη δουλειά του κινείται περισσότερο προς τον θάνατο παρά προς τη ζωή.

Νομίζω ότι αυτή η έκθεση ιδιαίτερα σήμερα, λίγο πριν, λίγο μετά ή κάπου μέσα στις καταστάσεις υγειονομικής, κλιματικής, ανθρωπιστικής και γενικότερα πολιτισμικής κρίσης που ζούμε, περισσότερο σκαλίζει τα χωράφια της νεκροπολιτικής παρά της οντολογίας. Περισσότερο μας εκπέμπει ένα χαμηλόφωνο αλλά διαπεραστικό σήμα κινδύνου πάνω στον έλεγχο που έχουμε, όχι τόσο πάνω στη ζωή μας, όσο πάνω στον θάνατό μας. Είτε πρόκειται για ένα θάνατο από πνιγμό στη Μεσόγειο, από μαχαίρωμα στα γκέτο, από δηλητηριασμένες από χημικές ουσίες τροφές, από βαριά γηρατειά, οικογενειακή βία ή κορωνοϊό.

Γιατί ο θάνατος δεν ξέρω αν είναι μια μοναχική υπόθεση –όπως τιτλοδοτεί ο Bradberry εκείνο το παλιό υπέροχο νουάρ του– αλλά σίγουρα δεν είναι πια προσωπική.