Τα φώτα ανοιχτά, η κάμερα στο REC και… ”Hello Beauties!”. Είναι η Κάλλη, η YouTuber ή αλλιώς Καλλιόπη, μια νεαρή που παλεύει να επιβιώσει στην Ελλάδα του σήμερα. Στο ροζ φόντο, μεταφέρεται γεμάτη χαμόγελο στoν λαμπερό «μπιούτι» κόσμο της με γκλίτερ που εξαφανίζεται εκτός κάδρου, όταν έρχεται αντιμέτωπη με τα πρέπει και τις παθογένειες.

Καλώς ήρθατε στο «Μπιούτι», τη δεύτερη ταινία μικρού μήκους του Θάνου Λυμπερόπουλου, που κάνει πρεμιέρα στο 44ο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας στις 13 Σεπτεμβρίου. Λίγο πριν ξεκινήσει το φεστιβαλικό της ταξίδι, ο Θάνος Λυμπερόπουλος μιλά για τα συστατικά του «Μπιούτι», για τη ”no future” πραγματικότητα που καλείται να διαχειριστεί ο βασικός χαρακτήρας της ταινίας, όπως όλοι μας, αλλά και για το αίσθημα απελευθέρωσης που του δίνει το μικρού μήκους φορμά.

Ποια ήταν η αρχική ιδέα πάνω στην οποία ξεδιπλώθηκε η ιστορία του «Μπιούτι»;

Η ταινία στηρίχθηκε σε τρεις άξονες. Ο πρώτος ήταν το YouTube και ο παρανοϊκός του κόσμος, αντλώντας έμπνευση από μία πραγματική YouTuber που η φαντασία δεν μπορεί καν να αντιγράψει πιστά την πραγματικότητα. Ο δεύτερος ήταν η σχέση μάνας και κόρης σε μια δυσλειτουργική κατάσταση, με φόντο όλες τις παθογένειες της ελληνικής οικογένειας. Τέλος, η κατάχρηση εξουσίας. Το πόσο εύκολα ξεπερνιούνται τα όρια όταν δίνεις σε έναν άνθρωπο δύναμη, αφού μπορεί να την εκμεταλλευτεί με τον χειρότερο τρόπο – μια ιδέα από το Stanford prison experiment. Σε δεύτερο χρόνο, βέβαια, μάθαμε ότι ήταν λίγο ό,τι να’ ναι σαν μελέτη μεν, αλλά για μένα αντικατοπτρίζει πλήρως την ανθρώπινη φύση.

ΜΠΙΟΥΤΙ

Ποια είναι τα συναισθήματα ενόψει της πρεμιέρας της ταινίας στο 44ο Διεθνές Φεστιβάλ Μικρού Μήκους Δράμας; Η επιλογή της ταινίας από το φεστιβάλ αισθάνεστε ότι αποτελεί ένα είδος επιβράβευσης για τη δουλειά σας;

Στο χώρο των «μικρομηκάδων», το να παίξει η ταινία σου στη Δράμα είναι ένα γαλόνι που σε κάνει να νιώθεις ότι κάτι έκανες καλά τελικά. Για μένα όμως, η Δράμα είναι πρωτίστως το community των ανθρώπων που την απαρτίζουν, την επισκέπτονται και της εμπιστεύονται τις ταινίες τους. Όλοι αυτοί που μαζεύονται για μια εβδομάδα στο ίδιο σινεμά και στο ίδιο μπαράκι, που ανταλλάσσουν εμπειρίες και ιστορίες και που μετά σκορπίζουν πάλι, έχοντας γίνει λίγο καλύτεροι.

Ο βασικός χαρακτήρας, η νεαρή YouTuber Καλλιόπη ζει στην Ελλάδα του σήμερα. Με φόντο ποιες συνθήκες καλείται να επιβιώσει;

Ζούμε σε ένα χρόνο και σε ένα χώρο που δεσπόζουν δύο λέξεις: no future. Που απλά περιμένουμε την επόμενη καταστροφή, που όλη μέρα η TV μας φοβερίζει, που μας φορτώνουν με ατομική ευθύνη λέγοντας «μαζί τα φάγαμε», με ένα εκπαιδευτικό σύστημα κουρέλι που βιαστικά μας πετάει σε μια εργασιακή ζούγκλα, σαν φτηνό εργατικό δυναμικό άνευ δικαιωμάτων. Πραγματικά, δεν ξέρω πως την παλεύουν τα νέα παιδιά… Και, ξέρεις κάτι; Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, κάπου εκεί ευδοκιμούν τα «παραμύθια» του traper που φλεξάρει αμάξια και ναρκωτικά αλλά είναι 35 χρονών και μένει με τη μάνα του, του υπέρλαμπρου μα και τζαμπατζή, συνάμα, influencer, του golden boy με πουκάμισο και γραβάτα από fast fashion μαγαζί που πάει στη δουλειά με το λεωφορείο και της δικής μας beauty blogger που για να κάνει τη μόστρα της με τα νέα καλλυντικά φτάνει στο σημείο… δεν θα κάνω spoiler. Να δείτε την ταινία!

ΜΠΙΟΥΤΙ

Όταν τα φώτα ανοίγουν και η κάμερα γράφει, μεταφέρεται σε έναν «μπιούτι» κόσμο με έξτρα λάμψη και χαμόγελο, κάτι που απέχει κατά πολύ από την πραγματικότητά της. Είναι κάτι που της επιβάλλει η ίδια η πλατφόρμα του YouTube και ο τρόπος που λειτουργεί ή συνιστά ένα μέσο διαφυγής από τις δυσκολίες της καθημερινότητάς της.

Νομίζω ότι τα social media είναι ένα αυτοτροφοδοτούμενο σύστημα. Ένα σύστημα όπου μπαίνουμε με τις ανασφάλειές μας, τα κουσούρια και την ιδιαιτερότητά μας, για να αφεθούμε στον καταιγισμό περιεχομένου για το τι να φοράμε, πώς να μιλάμε, τι να αγοράζουμε, πώς να είμαστε με τους γύρω μας. Κι όσο αφηνόμαστε, τόσο γινόμαστε ολοένα και περισσότερο ένα ομογενοποιημένο, λείο, ακίνδυνο σύνολο καταναλωτικών μονάδων που προβάλλουν τη «μοναδικότητά τους». Έτοιμα πρότυπα, για τον επόμενο που θα πέσει πάνω τους σε κάποιο… τοίχο.

ΜΠΙΟΥΤΙ

ΜΠΙΟΥΤΙ

Πρόκειται για τη δεύτερη μικρού μήκους ταινίας σας μετά το ”Dunaym”. Θα επιλέγατε μελλοντικά να ασχοληθείτε και με μεγάλου μήκους ταινίες;

Η μεγάλου μήκους ταινία είναι μια αρκετά πονεμένη ιστορία στην Ελλάδα, αφού δεν μπορεί να γίνει χωρίς σοβαρή χρηματοδότηση, μεγάλη επιμονή/υπομονή και απόλυτο commitment από τον δημιουργό. Σαν working class filmmaker, δεν ξέρω αν θα έχω σύντομα αυτή την ευκαιρία. Σίγουρα με ενδιαφέρει πάντως και το έχω πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Ταυτόχρονα, γοητεύομαι και με απελευθερώνει το μικρού μήκους φορμά, που μπορείς να είσαι πιο αυθόρμητος, ριψοκίνδυνος και να εξερευνάς περισσότερες ιδέες χωρίς τεράστια ευθύνη και πίεση. Σέβομαι φοβερά σκηνοθέτες όπως τους αδερφούς Σαφντί που τους πήρε μια δεκαετία για να κάνουν το ”Uncut Gens” όπως το ήθελαν και για να πείσουν τον Adam Sandler να παίξει, αλλά εγώ δεν ξέρω αν έχω αυτή την πειθαρχία. Μόλις γράφω κάτι θέλω να πάω να το γυρίσω! Αύριο. Ή σήμερα το βράδυ, όποτε βολεύει.