Ένας μουσικός που μικρός ήθελε να γίνει αστροφυσικός αποφασίζει να γράψει μια ιστορία για έναν άνθρωπο στη Γη που ήθελε να γίνει ευτυχισμένος. Ο Theodore, με υλικά το απέραντο σύμπαν, την ανάγκη για φυγή, τη γοητεία του άγνωστου αλλά και την απόρριψη του ήδη γνωστού και προβληματικού, πλάθει μια ιστορία για έναν άνθρωπο που ξεκινάει ένα ταξίδι. Για κάπου. Με την επιθυμία για την αλλαγή, την εξέλιξη.

Βρισκόμαστε στο στούντιο της United We Fly και ξεκινάμε τη συζήτηση με αφετηρία τις πρώτες του αναμνήσεις από ό,τι σημαίνει για αυτόν μουσική. Μιλάει με ενθουσιασμό για τη συνεχόμενη γραμμή που ορίζει την πορεία του στη μουσική, από την εφηβεία του μέχρι και σήμερα. Για τα όνειρα, τις ανησυχίες, για τις δυνατές στιγμές που του χάρισε η μουσική και για το δικό του ταξίδι στην «Οδύσσεια του Διαστήματος».

οι αφετηρίες

«Θυμάμαι να είμαι στο Ωδείο του Νάκα και να κάθομαι στα πόδια της μαμάς μου, να κοπανάω τα πλήκτρα. Θυμάμαι το αποκριάτικο πάρτι που είχε γίνει εκεί πέρα, έχω και μια φωτογραφία μπροστά από έναν πίνακα-πεντάγραμμο. Θυμάμαι να είμαι διακοπές στο Τολό -είχα ήδη αρχίσει μαθήματα πιάνου- και στην ταβέρνα που τρώγαμε με τη γιαγιά μου, μια παρέα έπαιζε ρεμπέτικα και χόρευα ζεϊμπέκικο. Γύρισα και είπα στη μάνα μου ότι θέλω να μάθω μπουζούκι και μου είπε ότι αν της το ζητήσω και του χρόνου, τότε εντάξει. Δεν ήταν και το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο (γέλιο). Έναν χρόνο μετά όντως πήγα με το μπουζούκι μου, καθόμουν δίπλα κι έπαιζα. Μου μάθανε. Ήταν μάλλον η πρώτη φορά που έπαιζα με άλλους ανθρώπους μουσική.

Είχα αγωνία να φτιάξω την πρώτη μου μπάντα γύρω στα 13. Έπαιζα πιάνο και μπουζούκι, δεν μελετούσα ποτέ πολύ σοβαρά. Ήρθε κάποια στιγμή η μητέρα μου και μου είπε ότι, εφόσον δεν ασχολούμαι αρκετά, θα σταματήσω τα μαθήματα. Ανακουφίστηκα. Ήρθαν τα Χριστούγεννα και ζήτησα μόνος μου να πάρω μια κιθάρα. Άρχισα να παίζω μόνος μου, έμαθα, δανείστηκα μια ηλεκτρική κιθάρα από τον ξάδερφό μου και τότε ξεκίνησα να ψάχνω άτομα για να φτιάξω μπάντα.

Θυμάμαι ότι μάζευα συμμαθητές που κάποιο όργανο έπαιζαν -είχαμε ένα υπόγειο στο σπίτι μου στα Βριλήσσια- προσπαθούσαμε να βρούμε τι παίζει ο καθένας, κάπου να βρεθούμε. Η πρώτη μπάντα φτιάχτηκε με συμμαθητές από το σχολείο. Ακόμα και σήμερα είναι οι πιο αγαπημένοι μου άνθρωποι. Δεν τους βλέπω, έχουμε σκορπίσει, ένας στην Αμερική, άλλος στον Καναδά, άλλος στην Ιρλανδία, και στη Θεσσαλονίκη. Τότε μπορώ να σου πω ότι ήμουν σίγουρος ότι αυτό θέλω να κάνω στη ζωή μου. Ζούσαμε ένα μικρόκοσμο μουσικής βιομηχανίας, όλοι μαθητές, και παίζαμε σε μαγαζιά που ήθελαν μαθητικές μπάντες. Αυτή η αίσθηση και αυτή η διαδικασία με έκανε να σιγουρευτώ ότι αυτό που θέλω να κάνω στη ζωή μου είναι η μουσική.

Το καλοκαίρι που τελείωσε το σχολείο, κάναμε την τελευταία μας συναυλία και φωνάξαμε όλους τους φίλους μας και παίξαμε. Μαζεύαμε 85 άτομα για πλάκα. Εγώ εκείνο το καλοκαίρι μπήκα στο στούντιο και έγραψα το “Love is a Dog from Hell” που ήταν στον πρώτο δίσκο μου. Έφυγα να σπουδάσω στο Λονδίνο και συνέχισα με διαφορετικούς ανθρώπους να γράφω δίσκους και να κάνω μουσική. Είναι μια φυσική συνέχεια. Στην πραγματικότητα, δεν έχω σταματήσει να κάνω αυτό που κάνω ποτέ».

κυνηγώντας ένα όνειρο ή την ψευδαίσθηση αυτού

Μοιράζομαι μαζί του την αίσθησή μου ότι παίζει περισσότερο στο εξωτερικό παρά στην Ελλάδα και μου απαντά ότι οι πόλεις του εξωτερικού, στις οποίες μπορεί να παίξει είναι περισσότερες από τις ελληνικές. Θεωρεί τον εαυτό του σήμερα ως μια συνέχεια του αλλοτινού εαυτού του που λάτρευε τους Doors και τους Pink Floyd.

«Έχει να κάνει με το όνειρο που κυνηγάς ή με την ψευδαίσθηση αυτού. Το να ονειρεύεσαι να τοποθετήσεις τον εαυτό σου, τη μουσική σου, την τέχνη σου, δίπλα στα πράγματα που βλέπεις παγκοσμίως. Κοιτάς τους Radiohead και λες, αυτό θα ήθελα να είμαι στη ζωή μου. Δεν είναι αυτό που ζω αυτή τη στιγμή προφανώς.

Άκουγα Pink Floyd μικρός ή έβλεπα την ταινία των Doors και έλεγα, αυτό θέλω. Αυτό πάει με ένα συνολικό πακέτο, επηρεάζει τον ήχο σου, επηρεάζει τον στίχο σου, επηρεάζει την εικόνα που θες να δείξεις. Προσπαθείς να ταιριάξεις σε αυτό. Αισθάνομαι ότι ακριβώς επειδή το έχω πάρει σερί από τα παιδικά μου χρόνια, είμαι η συνέχεια εκείνου του εαυτού. Κάνεις μια πάλη να ξεχωρίσεις σε ένα παιχνίδι το οποίο παραδοσιακά δεν είναι φτιαγμένο για σένα. Μια αγορά και μια σκηνή που έχει ένα σωρό εξαιρετικούς καλλιτέχνες, καλύτερους από σένα και για να τραβήξεις την προσοχή ανθρώπων ώστε να υπάρξεις, πρέπει να στήσεις κάτι θελκτικό. Δεν πρέπει να χάσεις την ταυτότητά σου μέσα σε αυτό. Ήταν και ο λόγος που έφυγα από την Αγγλία. Θα ήταν καταστροφικό να προσπαθώ να το παίξω Άγγλος μεταξύ Άγγλων.

Στο τέλος της ημέρας εγώ κάνω μουσική επειδή θέλω να επικοινωνώ τη μουσική μου και αυτό που νιώθω όταν τη γράφω, με όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο. Έχω καταλάβει από πολύ νωρίς ότι το συναίσθημα που έχω όταν είμαι μόνος μου πολλαπλασιάζεται με τον αριθμό των ανθρώπων που παρακολουθούν εκείνη τη στιγμή. Άρα γιγαντώνεται. Αυτό θέλω να ζω».

νότες & μνήμες

Μιλάμε για τη συναισθηματική φόρτιση που μπορεί να κουβαλάει η διαδικασία δημιουργίας ενός τραγουδιού και η προσωπική κατάθεση της ψυχοσύνθεσης του δημιουργού. Περιγράφει μια τέτοια στιγμή στο στούντιο στο Αμβούργο, με ένα πιάνο, ένα τετράδιο κι ένα ποτήρι ουίσκι:

«Γράφοντας συγκεκριμένα concepts και προσπαθώντας να μιλήσω για πράγματα που σκέφτομαι, φιλοσοφικές και ψυχολογικές μου ανησυχίες, πάντα καταλαβαίνω όσο δημιουργώ, τι έχω βάλει μέσα που είναι δικό μου. Δεν λέω μια ιστορία επηρεασμένη από αυτό που νιώθω, λέω ακριβώς την ιστορία αυτού που νιώθω. Εντυπωσιάστηκα από το συναίσθημα του να βγαίνει αφιλτράριστα σε μουσική αυτό που νιώθω εκείνη τη στιγμή. Δεν είναι τόσο εύκολο. Υπήρξαν στιγμές που ένιωσα πως μου αφαίρεσαν ένα συναίσθημα και έγινε τραγούδι.

Το ένιωσα στο “Not for You”. Ήταν το πιο ζόρικο κομμάτι. Ο δίσκος είχε πολύ προσωπικό χαρακτήρα, τον πιο προσωπικό χαρακτήρα μέχρι τώρα. Έγραφα για μια διπολικότητα που ζούσα. Είχα αφήσει ένα κομμάτι τελευταίο, ήξερα τι θέλω να πω αλλά το άφηνα μέχρι να γράψω τα υπόλοιπα.

Είμαστε στο στούντιο στο Αμβούργο, μένουμε μέσα δέκα μέρες και έχει έρθει η στιγμή. Δουλεύουμε πιο πολύ το βράδυ, έχω μείνει μόνος μέσα στο room και είμαι στο πιάνο με ένα τετράδιο κι ένα ουίσκι. Όσο γράφω, τόσο πίνω. Βγαίνει αυτό το κομμάτι το οποίο ήταν συναισθηματικά η πιο έντονη στιγμή που έχω ζήσει σε στούντιο. Ήταν σπαρακτικό για μένα όσο το έγραφα. Είχα πλαντάξει. Τραγουδούσα στίχους χωρίς να τους σημειώνω κι έπαιζα μελωδίες. Άδειασα όταν το ηχογραφήσαμε. Αυτό που σου περιγράφω τώρα είναι από τα πράγματα που διαρκώς μου θυμίζουν γιατί αξίζει να παλεύω για τη μουσική μου. Γιατί υπάρχουν αυτές οι στιγμές. Αυτή η συναισθηματική φόρτιση που δημιουργείται σε κάποιες καταστάσεις και μετά έρχεται η κάθαρση, είναι ανεκτίμητη. Δεν μπορώ να το βρω αλλού.

Αυτός είναι ο λόγος για να κάνει κανείς μουσική. Στον ίδιο δίσκο, το τελευταίο κομμάτι είναι το “Fluttering”. Έχει βγει ο δίσκος, περνάει καιρός, είναι να πάμε στη Γερμανία να παίξουμε και παίρνω μήνυμα στο Facebook από μια κοπέλα που είχε χάσει τη μητέρα της. Ήθελε να μου πει ότι έτυχε να πάρει τον δίσκο τη μέρα που έχασε τη μητέρα της. Τον άκουσε όλο μια φορά, έφτασε στο “Fluttering” και μετά άκουγε μόνο αυτό. Μου είπε ότι έχει περάσει με κλάμα τη συνειδητοποίηση του τι της συνέβη, την κάθαρσή της, μέσα από το τραγούδι. Το άκουσε ως σκοτεινό -μέχρι και λυτρωτικό. Τι να πεις για αυτό;

Θυμάμαι έκτη δημοτικού σε παιδικό πάρτι. Είχαμε αρχίσει τότε και χορεύαμε με κορίτσια. Είχα χορέψει με την κοπέλα που μου άρεσε τότε τρεις φορές το “Don’t Speak” των No Doubt. Το ακούω τώρα και μου έρχεται όλη αυτή η εικόνα. Έτσι λειτουργεί και το άρωμα. Μπαίνεις σε μια ταβέρνα και μυρίζει όπως μαγείρευε η γιαγιά σου. Αμέσως έρχονται τα συναισθήματα που ένιωθες όταν ήσουν με τη γιαγιά σου και έτρωγες το φαγητό της. Φοβερό τι κάνει η μνήμη μέσω των αισθήσεων!».

The Voyage to Space Odyssey

Από την Οδύσσεια του Διαστήματος στην τελευταία μέρα ενός ανθρώπου πάνω στη Γη. Εσύ τι θα έπαιρνες μαζί σου φεύγοντας;

«Την ταινία την είδα στην εφηβεία μου και είχα εντυπωσιαστεί. Την ξαναείδα το ’19, πριν το lockdown. Την έβλεπα στο βαν. Το concept της ταινίας είναι κάτι που με ενδιαφέρει πάντα. Το πώς ο άνθρωπος φεύγει για να κατακτήσει το διάστημα, το πώς φεύγει και εξελίσσεται το πνεύμα του το ίδιο, το κυνήγι της γνώσης. Όλα αυτά με τα οποία ασχολείται ο Kubrick σε αυτήν την ταινία είναι οι αγαπημένες μου συζητήσεις. Βλέποντάς την ξανά και ξανά κατάλαβα ότι ήρθε η ώρα να γράψω για αυτό που με απασχολούσε από μικρό. Μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι θέλω να γίνω μουσικός, πίστευα ότι θα γίνω αστροφυσικός. Ήμουν πολύ κακός στα μαθηματικά και στη φυσική… είναι αστείο.

Προσπάθησα να πω μια ιστορία επηρεασμένη από το Space Odyssey. Ξεκινώντας μετά από την πρώτη σκηνή, το Dawn of Man. Μεταξύ του Dawn of Man και του μετέπειτα διαστημικού μπαλέτου εγώ πήγα και τοποθέτησα το πρώτο μου κομμάτι, το “Man and His Tools”. Σε ένα δυστοπικό μέλλον -ήταν μέλλον όταν το έγραφα αλλά πια έχει γίνει δυστοπικό παρόν- ο άνθρωπος αποφασίζει να φύγει, αφού τα έχει κάνει όλα χάλια στη Γη. Εγώ αισθάνομαι ότι όσο πιο καλά είναι ένας άνθρωπος, όσο πιο υγιής είναι και όσο πιο πολλά χρόνια ζει, τόση ζημιά κάνει και τόσο θα υποφέρει στο μέλλον. Η ευτυχία του είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη δυστυχία του. Το ένα φέρνει το άλλο. Αυτός ο άνθρωπος, ζώντας αυτό, αποφασίζει να φύγει. Όσο πιο πολύ απομακρύνεσαι από τη Γη, τόσο πιο ωραία δείχνει.

Όσο ζει την τελευταία του μέρα στη Γη προσπαθεί να σκεφτεί τι θα πάρει μαζί του φεύγοντας, τι θα του λείψει πραγματικά. Προσπαθούσα και εγώ να σκεφτώ τι θα έπαιρνα. Καταλήγεις σε πολύ απλά πράγματα. Λέει φωναχτά ότι αυτοί που πάνε παρακάτω είναι όσοι δεν φοβούνται την αλλαγή. Την προσωπική τους αλλαγή και την αλλαγή γύρω τους. Η αλλαγή πονάει αλλά είναι και μια πρόκληση. Σπουδαίο πράγμα. Αν δεν την δεις ως ευκαιρία, δεν γίνεται. Δεν είναι και επιλογή στο τέλος της ημέρας. Τα πράγματα αλλάζουν έτσι και αλλιώς. Δεν έχει νόημα να μείνεις κολλημένος στο νησί από το οποίο φεύγει το πλοίο σου, έτσι και αλλιώς θα πας αλλού. Δεν μπορείς να σταματήσεις την αλλαγή. Αυτό που μπορείς να κάνεις είναι να δεις πώς θα είσαι καλά με αυτήν.

Δεν αισθάνομαι ότι φτάνω κάπου άρα δεν έχω αισθανθεί ότι είμαι κάπου που με βολεύει. Παλεύω να αλλάξω. Δεν έχω κάποια ανοσία στην αλλαγή. Υποφέρω κι εγώ όπως υποφέρουμε όλοι μας. Προσπαθώ να τη βλέπω ως ευκαιρία. Καταλαβαίνεις και ποια πράγματα θες στη ζωή σου ως σταθερά, ανθρώπους, σχέσεις. Όλα τα υπόλοιπα είναι ρευστά και είναι καλό να είναι ρευστά. Συνειδητοποιείς ότι υπάρχουν άνθρωποι ή καταστάσεις που είναι δυσβάσταχτο να χάσεις. Ο δίσκος έχει να κάνει με την αλλαγή αλλά θα προτιμούσα να πω ότι έχει να κάνει με την εξέλιξη. Αυτό δεν κυνηγάμε;».

πρώτο ταξίδι στο six d.o.g.s

«Στο six d.o.g.s, 18 Φεβρουαρίου! Δεν θα έχει κυκλοφορήσει ο δίσκος, θα παίξουμε ένα κομμάτι του, μπλεγμένο και με την υπόλοιπή μου δουλειά. Θα είναι σαν ζέσταμα του κοινού. Με ενδιαφέρει να είναι οπτικοακουστική η εμπειρία του κοινού ακόμα και σε μικρούς χώρους.

Όταν βγει, θα παίζω ολόκληρο τον δίσκο από την αρχή μέχρι το τέλος χωρίς διακοπή και μετά θα παίζω άλλα κομμάτια. Να παραμείνει μια ιστορία, ένα έργο. Το live σού επιτρέπει να πεις μια ιστορία επηρεασμένη από την ιστορία που έχεις γράψει στον δίσκο. Μιλάμε για μια άλλη συνθήκη. Σίγουρα θα είναι φτιαγμένο για να βάλει τον κόσμο σε ένα διαστημικό ταξίδι με έναν τρόπο».

Info:

Theodore live | Σάββατο 18 Φεβρουαρίου | six d.o.g.s.