Μία από τις φράσεις του συρμού των τελευταίων μηνών είναι το «είναι ηθοποιοί». Αν δεν κάνω κάποιο μεγάλο λάθος ξεκίνησε σε σχέση με τον κόβιντ, τους νοσούντες κλπ, αλλά δεν έχει σημασία αυτό εν προκειμένω, σημασία έχει ότι είναι μια φράση που χρησιμοποιείται ευρέως και που μου αρέσει κι εμένα να χρησιμοποιώ πολύ: λες σε σχέση με συμβάντα που μοιάζουν εξωπραγματικά, ότι δεν συμβαίνουν στα αλήθεια, ότι οι πρωταγωνιστές τους είναι ηθοποιοί. Και γενικότερα αυτή η φράση σε βάζει να σκέφτεσαι και σε σχέση με σένα τον ίδιο: πόσα από όσα κάνω είναι ένα είδος ρόλου, σε τι βαθμό είμαστε όλοι μας ηθοποιοί;

Ακόμα είναι νωρίς για να ξέρουμε τι ακριβώς συνέβη και ο Άλεκ Μπόλντουιν βρέθηκε να πυροβολεί θανάσιμα τη σαρανταδυάχρονη διευθύντρια φωτογραφίας Χαλίνα Xάτσινς κι -ευτυχώς όχι θανάσιμα- τον σαρανταοκτάχρονο σκηνοθέτη Τζόελ Σόουζα, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του γουέστερν “Rust”, στη Σάντα Φε του Νιου Μέξικο. Οπότε το κείμενο αυτό παίρνει απλά την υποθετική ακόμη εκδοχή, ότι το τραγικό γεγονός συνέβη, όχι επειδή το όπλο εκπυρσοκρότησε, ούτε επειδή ο Μπόλντουιν είχε οποιασδήποτε μορφής δόλο, αλλά επειδή τους σημάδεψε και τους πυροβόλησε στα ψέματα.

Τι συμβαίνει λοιπόν όταν σε ένα κινηματογραφικό σκηνικό βρίσκονται αληθινοί ηθοποιοί και αυτό που συμβαίνει δεν συμβαίνει στα αλήθεια; Έχουν μάθει μια ζωή να πυροβολούν στα ψέματα. Ο Μπόλντουιν είναι ηθοποιός, οι σφαίρες του όπλου του είναι ηθοποιοί. Ο άλλος θα πέσει και μετά θα σηκωθεί. Δεν έπαθε τίποτα. Είναι ηθοποιός. Τίποτα από αυτά δεν συμβαίνει στα αλήθεια. Έργο γυρνάμε. Ιστορία διηγούμαστε. Για την ψυχαγωγία και την ψυχική ανάταση και τα ηθικά διδάγματα του κοινού.

Photo: © Aneta Pawlik, Unsplash

Η σχέση μεταξύ πραγματικότητας και αναπαράστασης. Ένας ολόκληρος παράλληλος κόσμος αναπαραστάσεων, συνυφασμένος με την ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού. Ένας ολόκληρος κόσμος με ιστορίες που δεν συμβαίνουν στα αλήθεια, αλλά μόνο στη διάρκεια μιας θεατρικής παράστασης ή μιας κινηματογραφικής προβολής. Κι ο θάνατος κι οι σκοτωμοί είναι πάντα εκεί, πρώτη ύλη, βασικό συστατικό των ιστοριών που διηγείται η ανθρωπότητα στον εαυτό της.

Αφηγούμαστε ιστορίες για σκοτωμούς. Αναπαριστούμε σκοτωμούς. Σκοτώνουμε στα ψέματα. Είμαστε ηθοποιοί. Από κάτω παρακολουθούμε με ασφάλεια. Είμαστε θεατές. Πέθαναν στα ψέματα. Στα ψέματα θα πεθάνουμε μια μέρα κι εμείς. Μα όχι, θα πεις: αφού όλοι ξέρουμε ότι μια μέρα θα πεθάνουμε στα αλήθεια. Αλλά αυτό είναι που μας παγιδεύει ή αυτό είναι που μας καθιστά λειτουργικούς: όσο κι αν το ξέρουμε, άλλο τόσο δεν το συνειδητοποιούμε. Ξέρουμε θεωρητικά ότι θα πεθάνουμε, αλλά πραγματικά διαβάζοντας αυτές τις γραμμές τώρα, έχεις χωνέψει ότι κάποια στιγμή θα πεθάνεις; Εσύ, ναι εσύ. Και τώρα, ναι τώρα. Το έχεις χωνέψει τώρα ότι θα συμβεί κάποτε κι αυτό;

Η σφαίρα που σκοτώνει τη Χαλίνα Χάτσινς σπάει το φράγμα μεταξύ πραγματικότητας και αναπαράστασης, ξεκινά από τον κόσμο της ασφάλειας, των μύθων, των ηθοποιών και καταλήγει στην πιο τραγική εκδοχή του πραγματικού: τον θάνατο. Μόλις στα σαράντα δύο της, με την καριέρα της ανοικτή μπροστά της, νέα, επιτυχημένη, πανέμορφη, βρέθηκε νεκρή σε γυρίσματα γουέστερν. Διαβάζω μια αντιμαχία στα σόσιαλ: κάποιοι πρόλαβαν να πουν αστεία, άλλοι έσπευσαν να σκίσουν τα ρούχα τους με τα «Πώς τολμάτε να αστειεύεστε με αυτά;». Και σύμφωνοι, καθένας τα βλέπει αυτά τα πράγματα διαφορετικά, αλλά προσωπικά με τρομάζει η μονοσήμαντη ιεροποίηση και σοβαροποίηση της ζωής και του θανάτου, ακόμη του τραγικού. Πρέπει να παίρνουμε μόνο στα σοβαρά το τραγικό;

Τις προηγούμενες μέρες αμφιταλαντεύτηκα αν θα το γράψω στο Facebook και τελικά δεν τόλμησα. Θα κάνω ένα βήμα πιο πέρα, τολμώντας να το γράψω εδώ: με κοινή τους επιστολή Φώφη Γεννηματά και Ντόρα Μπακογιάννη έστειλαν επιστολή στον Δημήτρη Κουτσούμπα λέγοντας ότι αν ω μη γένοιτο δεν καταφέρουν να κερδίσουν τη μάχη με τον καρκίνο, θέλουν να αφήσουν τον κόσμο αυτό σαν κομμουνίστριες.

Δεν βρίσκω καθόλου διασκεδαστικά τα προβλήματα υγείας των δύο γυναικών της πολιτικής ζωής, δεν βρίσκω καθόλου διασκεδαστικό τον θάνατο της Χαλίσα Χάτσινς. Θεωρώ όμως ότι μπορούμε και να συγκινούμαστε και να στεναχωριόμαστε και να συμπονούμε, αλλά ταυτόχρονα και να λέμε κρυάδες. Ανωριμότητα; Ίσως ναι, ίσως όμως και όχι. Καφρίλα; Ίσως ναι, ίσως όμως κι όχι. Έλλειψη σεβασμού κι αναισθησία; Κατηγορηματικά όχι.

Μπορούμε να γελάμε με τον θάνατο, μπορούμε να γελάμε με την ασθένεια, μπορούμε να γελάμε με τον πόνο και τις δυσκολίες. Μπορούμε να τα περιγελάμε. Δεν ξέρω πόσο αξία έχει να στέκεσαι μόνο με δέος απέναντι στον θάνατο. Το δέος με τον έναν ή τον άλλο τρόπο πάντα θα υπάρχει απέναντί του. Αλλά εκτός από το δέος, βρίσκω λυτρωτικό το να μπορούμε να τον χλευάζουμε, να τον ξεφτιλίζουμε, να τον γελοιοποιούμε. Ας γελάμε. Όσο προλαβαίνουμε, όσο είμαστε ακόμα στη ζωή. Ας μας πάρει το γέλιο ο θάνατος όταν έρθει να πάρει κι εμάς. Όχι πριν. Όχι άλλη ιερότητα. Όχι άλλα ιερά. Να γελάμε.

Cover photo: ©Marc Noorman, Unsplash