Για να μην παρεξηγηθώ, ο Φίλπ Κ. Ντικ δικαίως ανήκει στο πάνθεον των συγγραφέων επιστημονικής φαντασίας του εικοστού αιώνα. Έρχεται συνολικά δεύτερος μονάχα μετά τον Στίβεν Κινγκ στον αριθμό μεταφοράς των έργων του στον κινηματογράφο. Αυτή η διαρκής έλξη της κινηματογραφικής βιομηχανίας προς τα γραπτά του είναι από μόνη της μία ένδειξη της επιρροής του στο mainstream του πολιτισμικού γίγνεσθαι. Είναι άδικο να αμφισβητήσει κανείς μια τόσο γόνιμη φαντασία και μία αστείρευτη δημιουργικότητα.

Είναι όμως επίσης σαφές ότι ο Φίλιπ Κ. Ντικ δεν έγραφε καλά. Η γλώσσα του είναι απλοϊκή, υποτυπώδης, η ανάπτυξη χαρακτήρων ελάχιστα τον ενδιέφερε, ενώ πολύ συχνά μέχρι και την πλοκή την αντιμετώπιζε με ευκολία, σχεδόν προχειρότητα. Δεν είναι παράλογο αν σκεφτεί κανείς ότι είχε γράψει συνολικά σαράντα μυθιστορήματα και πάνω από εκατό διηγήματα. Ταλαιπωρημένος από εθισμούς σε μεθαμφεταμίνες και αλκοόλ, από κρίσεις κατάθλιψης και προβληματικές σχέσεις που δεν στέριωναν, ο Ντικ δεν είχε την αυτοπειθαρχία ούτε και το μεράκι να κατακτήσει την τέχνη της γραφής. Έγραφε πολύ και βιαστικά, συχνά μέχρι και εξήντα σελίδες την ημέρα. Ο βασικός στόχος του ήταν να δώσει σάρκα και οστά σε ότι στοίχειωνε τη φαντασία του, να ενσαρκώσει δηλαδή τις ιδέες που συνεχώς γεννούσε το μυαλό του. Από αυτές τις ιδέες συνεπώς και κρίνεται.

Η παρούσα έκδοση περιέχει τέσσερα διηγήματα της πρώτης δεκαετίας της συγγραφικής καριέρας του Ντικ, γραμμένα από το 1954 μέχρι το 1968, την πρώτη περίοδο της καριέρας του. Σε αυτά αναπτύσσονται μερικά από τα κλασικά θέματα που ξεχωρίζουν στα έργα του: τα δυσδιάκριτα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, η αίσθηση ότι τα πράγματα ποτέ δεν είναι όπως φαίνονται με  την αλήθεια να κρύβεται κάτω από την επιφάνεια, αλλά και η διαρκής μεταφυσική αγωνία που ορίζει την ανθρώπινη ύπαρξη. Βεβαίως, τα διηγήματα είναι άνισα. Το πρώτο, η Διαταραχή, είναι από τα πρώτα του Ντικ και γράφτηκε όταν ήταν είκοσι έξι ετών. Είναι ένα διήγημα με ελάχιστο ειδικό βάρος που επιδεικνύει το pulp υπόβαθρο της γραφής του. Τα υπόλοιπα τρία όμως είναι πολύ καλύτερα και εκφράζουν με περισσότερη ευκρίνεια την άβυσσο της φαντασίας του.

Το πιο γνωστό όλων είναι βεβαίως το Μπορούμε να το θυμηθούμε για εσάς, το οποίο αποτέλεσε τη βάση για την ταινία Ολική Επαναφορά του Πολ Βερχόφεν (υπήρξε και remake εικοσιπέντε χρόνια αργότερα από τον Λεν Γουάισμαν). Η δυνατότητα τοποθέτησης τεχνητών αναμνήσεων οδηγεί σε μια περιπέτεια που θολώνει τα όρια μεταξύ του τι είναι πραγματικό και τι όχι. Αυτό οδηγεί σε ένα σύμπαν παράνοιας αλλά και σε μεταμοντέρνες προεκτάσεις που άπτονται ευρύτερα του ρόλου και των δυνατοτήτων της λογοτεχνίας και της τέχνης. Ένα άλλο από τα διηγήματα, το Μονάκριβο Τέχνημα σχετίζεται επίσης με το ψευδεπίγραφο δίπολο της πραγματικότητας και της ψευδαίσθησης. Μετά τη νίκη της ανθρωπότητας στον πόλεμο με τους Πράξιους, ένας μηχανικός εργάζεται πάνω στην αναδιαμόρφωση της αποικίας του Άρη. Όμως διαισθάνεται ότι η πραγματικότητα δεν είναι αυτή που του παρουσιάζεται. Κι αυτό είναι ένα μοτίβο πολύ οικείο στον Ντικ. Από το Ηλεκτρικό Πρόβατο (την έμπνευση για την ταινία Blade Runner) ως το Adjustment Team (την έμπνευση για την ταινία Adjustment Bureau), στα κείμενα του Ντικ υπάρχει μια νότα αρχαίας τραγωδίας. Ο πρωταγωνιστής αγωνίζεται να αποκαλύψει την αλήθεια πίσω από το πέπλο μιας επίπλαστης αληθοφάνειας, για να έρθει αντιμέτωπος με την ίδια του την καταστροφή. Δεν παραιτείται, θέλει να μάθει, επιδεικνύει την ανθρώπινη περιέργεια, δηλαδή την αιώνια ανθρώπινη λαχτάρα για γνώση, ακόμα κι αν αυτό τελικά λειτουργεί εις βάρος του προσωπικού του συμφέροντος.

Το τέταρτο και τελευταίο διήγημα είναι κατά τη γνώμη μου και το καλύτερο. Το Όχι από το εξώφυλλό του έχει να κάνει με το παράξενο σε ιδιότητες δέρμα από ένα αρειανό ζώο που χρησιμοποιείται συχνά σε βιβλιοδεσίες. Μόνο που στα βιβλία τα οποία δένονται με αυτό το δέρμα παρατηρείται αλλοίωση του περιεχομένου τους. Τα δέρματα των ζώων είναι ένας ζωντανός οργανισμός που δεν πεθαίνει ποτέ, και γι’ αυτό προωθούν διαρκώς τη μεταφυσική της αιωνιότητας, ιδιαίτερα όταν διαισθάνονται πως τα βιβλία τα οποία δένουν εκφράζουν μια αντίθετη προς αυτή άποψη! Η ιδέα είναι υπέροχη, γόνιμη για κάθε είδους συμπεράσματα και προεκτάσεις, και ιδιαίτερα ταιριαστή με την εξάπλωση της μεταμυθοπλασίας της εποχής. Μέχρι και το ύφος του Ντικ είναι πιο σίγουρο, με νότες μαύρου χιούμορ.

Info:

Όχι από το εξώφυλλό του, του Φίλιπ Κ. Ντικ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Απόπειρα