Η Οδύσσεια του Εθνικού Θεάτρου στη σκηνοθεσία του Ρόμπερτ Ουίλσον είναι μία παράσταση πολυσυζητημένη (η έμφαση δίνεται στο «πολύ»). Κατά την προετοιμασία της ειπώθηκαν πολλά για το κόστος της, για το βεληνεκές του δημιουργού της, για τα «κίνητρα» του Χουβαρδά πίσω απο τη συγκεκριμένη επιλογή. Τώρα, μετά την πρεμιέρα της, πήρε τη σκυτάλη η αποτίμηση του καλλιτεχνικού αποτελέσματος. Και ειπώθηκαν επίσης πολλά και κατά κανόνα αρνητικά: ότι αποδείχθηκε κατώτερη των προσδοκιών – ότι πρόκειται για ένα illustration θέαμα που δεν έλαβε υπόψη του το ιδεολογικό βάρος του πολυσήμαντου ομηρικού έπους – ότι ο Ουίλσον εφάρμοσε επακριβώς την αισθητική του σφραγίδα σε ακόμη ένα έργο, προσθέτοντας έναν κρίκο στην αλυσίδα των πανομοιότυπων παραγωγών του – ότι προέκυψε ένα θέαμα ψυχρό, άχρονο, χωρίς επαφή με την ταυτότητα των καιρών και της χώρας μας.

Και ερχόμαστε τώρα εμείς να αναρωτηθούμε: Τι περιμέναμε; Να αλλάξει ο Ουίλσον το αισθητικό του ύφος και το στόχο του ειδικά για την Οδύσσεια και να δοκιμαστεί πάνω σε ένα διαφορετικό επίπεδο καλλιτεχνικής δημιουργίας; Είναι προφανές ότι ο Ουίλσον συγκαταλέγεται στους σκηνοθέτες εκείνους που προσαρμόζουν τα έργα στο σκηνοθετικό τους ύφος. Στο θεατρικό του σύμπαν, το έργο αποτελεί το φόντο, το υπόβαθρο για τις –εικαστικού, αρχιτεκτονικού, χορογραφικού χαρακτήρα– εμπνεύσεις του. Αυτό έκανε πάντα με όλα τα έργα, όχι μόνο με τις δραματουργικές συλλήψεις που δημιουργεί ο ίδιος για να υπηρετήσουν το όραμά του, αλλά και με τα άλλα, του Σαίξπηρ, του Μπέκετ, του Μπρεχτ, του Μύλλερ.

Ναι, ο Ουίλσον εμφανώς δεν προσανατολίζεται πάνω στην ερμηνευτική διαδικασία (η απουσία σκηνοθετικού σημειώματος από το πρόγραμμα της Οδύσσειας είναι χαρακτηριστική ως προς αυτό), πόσο μάλλον στην κατάθεση κάποιας οπτικής που λαμβάνει υπόψη της τα αιτήματα των καιρών. Θεωρούμε όμως ότι η αποτίμηση ενός θεατρικού γεγονότος, είτε από τη μεριά του θεατή είτε του κριτικού, πρέπει να γίνεται με γνώμονα τους όρους που θέτει ο δημιουργός του και όχι με το τι περιμένουμε ή θέλουμε εμείς να δούμε. Συνεπώς, η Οδύσσεια για μας οφείλει να κριθεί σύμφωνα με το πώς εκφράσθηκε τελικά επί σκηνής η δεδομένη ματιά του σκηνοθέτη.

Ως προς αυτό, λοιπόν, η παράσταση μας άφησε μια γεύση γλυκόπικρη. Ο Ουίλσον είδε το ομηρικό έπος σαν ένα παραμύθι περιπέτειας και φαντασίας που θέλει να ειπωθεί στο σύγχρονο κοινό. Στην ιστορία του Οδυσσέα βρήκε όλα όσα χρειάστηκε για τη δημιουργία ενός φαντασμαγορικού και τεχνολογικά πλούσιου θεάματος: δράση, ρομάντζο, αγωνία, χιούμορ, καλούς και κακούς ήρωες, υπερφυσικά όντα και ένα happy end. Μία ιστορία λοιπόν θέλησε να μας αφηγηθεί ο Ουίλσον, όπως φάνηκε απο τον τρόπο που οργάνωσε την έναρξη και το φινάλε της παράστασης αλλα και από το πανκ κορίτσι που εμπνεύστηκε και ενσωμάτωσε στη δράση με περιπαιχτική, σχολιαστική διάθεση.

Ο Ουίλσον χρησιμοποίησε ένα έντονα στυλιζαρισμένο ύφος στην κίνηση και το λόγο και εικαστικό περιβάλλον τέτοιο που δημιούργησαν από κοινού μία μοντέρνα εικονογραφημένη περιπέτεια. Η υποκριτική δανείστηκε τα μέσα της από το θέατρο των μαριονετών, τον βουβό κινηματογράφο, τα cartoons και έπαιξε με τις πόζες, τις παγωμένες εκφράσεις, τα σωματικά σχήματα, την τυποποίηση, τη μουσική υπογράμμιση των κινήσεων και των συναισθημάτων – σε σημείο τέτοιο που ορισμένες φορές τα σώματα (με τη συμβολή και των κοστουμιών) φαίνονταν δισδιάστατα. Ο Ουίλσον δεν φοβήθηκε το χιούμορ και με την ευκολία, θα λέγαμε, που διακρίνει τους Αμερικανούς στις «επεμβάσεις» επί των κλασικών μεταμόρφωσε τους ήρωες σε γκροτέσκ καρικατούρες, κάνοντάς τους συχνά να μοιάζουν πρωταγωνιστές κάποιας παρωδίας. Δίπλα σε όλα αυτά, η όψη, που υιοθέτησε την αισθητική των video games, των comics και των sci-fi ταινιών, σε συνδυασμό με τη χρήση της τεχνολογίας επιχείρησε να δημιουργήσει ένα εικαστικό υπερθέαμα.

Η δική μας ένσταση δεν αφορά τίποτα από τα παραπάνω. Θεμιτά όλα και, μάλιστα, εκσυγχρονίζουν οπτικά την Οδύσσεια με τρόπο που θεωρούμε ότι θα βρει μεγάλη απήχηση στους σημερινούς εφήβους: πρόκειται για μία παράσταση σχεδόν βγαλμένη από τη δική τους αισθητική. Εμάς βέβαια δεν μας βρήκε απόλυτα σύμφωνους αυτή η αισθητική: το Πανκ Κορίτσι (!), η Σκύλλα και η Χάρυβδη, οι Σειρήνες και οι νεκροί στον Άδη, που θύμιζαν transformers, goth φιγούρες ή εξωγήινους, θεωρούμε ότι λειτούργησαν αρνητικά προς την αισθητική αρμονία της παράστασης – σε αντίθεση με τις σκηνές του Κύκλωπα, της Κίρκης, του Αιόλου, των Μνηστήρων που αποτέλεσαν χάρμα οφθαλμών και ώτων.

Αν, όμως, η παράσταση μας άφησε με ένα αίσθημα ανικανοποίητου είναι κυρίως επειδή θεωρούμε ότι υστερεί εκεί που έπρεπε να απογειωθεί: στην τεχνική αρτιότητα. Θεωρούμε ότι ο Ουίλσον δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει με κάποιον ικανοποιητικό τρόπο το ζήτημα της συνεχούς εναλλαγής σκηνικών που προκύπτει από την επεισοδιακή δομή του έργου. Σε μία παράσταση που (θέλει να) βασίζεται στην τέλεια εικαστική φόρμα, όπου φώτα, ήχοι, κινήσεις και λόγια συνυπάρχουν και αλληλεπιδρούν με θαυμαστή ακρίβεια, βρήκαμε πολύ ενοχλητικό το συνεχές μπες-βγες των βοηθών σκηνής που έβαζαν και έβγαζαν τα σκηνικά αντικείμενα. Αυτή η φυσική παρουσία «χτυπούσε» σαν παραφωνία μέσα στις ρευστές εναλλαγές των φωτισμών, των κινούμενων εικόνων και των πλαστικών σωμάτων, ειδικά όταν οι αλλαγές γίνονταν παράλληλα με τη δράση. Αυτό, επιπροσθέτως της αισθητικής δυσαρμονίας, είχε ως αποτέλεσμα να οξυνθεί η αποσπασματικότητα που δημιουργεί η επεισοδιακή δομή του έργου και έκανε την παράσταση να μοιάζει με μία παράθεση σκηνών αισθητικά ερεθιστικών στην πλειοψηφία τους, αλλά προχείρως συρραμένων.

Συνεχίζουμε πάντως να θεωρούμε μονάχα πλεονέκτημα την παρουσία της Οδύσσειας στο ρεπερτόριο του Εθνικού Θεάτρου, ακόμη και για το καλοχορτασμένο θεατρικά αθηναϊκό κοινό. Λαμβάνοντας υπόψη τη γενικότερη σήψη που ολοκληρωτικά σχεδόν πάει να μας καταβροχθίσει, ελπίζουμε ότι θα έχουμε για καιρό ακόμη ανθρώπους με κουράγιο και όραμα για να μας προσφέρουν παραστάσεις αξίας, κι ας μας αφήνουν τελικά κάπως απογοητευμένους.