Ο «θρόνος», πάση θυσία, δεν πρέπει να μείνει κενός. Τα αντανακλαστικά των κολοσσών της μουσικής βιομηχανίας είναι ταχύτατα, παρόλες τις δυσκολίες συντήρησης και επιβίωσης ενός μοντέλου που πρέπει συνεχώς να αποδεικνύει την ανάγκη ύπαρξής του. Παρ’ όλα αυτά, στην ομόλογη πλευρά του τριγώνου έχει ανθίσει δειλά αλλά σταθερά η ανεξάρτητη αγορά. Τα ρούχα του βασιλιά και των αντιπάλων του κόβουν και ράβουν οι τεχνολογικές εξελίξεις και οι εν γένει αλλαγές στην κοινωνία. Το τοπίο θολό, μεταβατικό γαρ. Στην Ελλάδα αρκεί να ψάξεις τα σάιτ των major στο Google για να πέσεις πάνω σε ανενεργές ιστοσελίδες και brand names που έχουν αλλάξει. Από την άλλη, οι μικρές εταιρείες που κινούνται ανεξάρτητα και με μια καλλιτεχνική ευελιξία αγωνίζονται να κρατηθούν στο ύψος των περιστάσεων και συχνά κάποιες τα καταφέρνουν, αυτοσχεδιάζοντας. Στο οδοιπορικό των δισκογραφικών δυσκολευτήκαμε περισσότερο από όσο περιμέναμε, σε σημείο να χρειαστεί να ξετυλίξουμε το μίτο της Αριάδνης, αλλά τελικά καταλήξαμε σε κάποιες απόψεις.


Φωτογραφία 1 (αριστερά):  Χρήστος Αλεξόπουλος, υπεύθυνος της Puzzlemusik
Φωτογραφία 2 (δεξιά):
Γιάννης Ιασωνίδης, υπεύθυνος της Orila Records

Το να φτιάξει πλέον ένας έλληνας καλλιτέχνης δικό του label ή το λεγόμενο imprint του ακούγεται σύνηθες. Ο Χρήστος Αλεξόπουλος υπεύθυνος σχεδιασμού, promotion και διανομής της Puzzlemusik μου εξηγεί ότι στην ουσία αυτές οι μικρές εταιρείες κρατάνε ζωντανή τη δισκογραφία στην Ελλάδα, πιστεύει μάλιστα ότι επικρατεί ένα πνεύμα συνεργασίας ανάμεσά τους. «Το αρνητικό είναι η μείωση των σημείων πώλησης και η συρρίκνωση του ενδιαφέροντος του μουσικόφιλου κοινού. Το οποίο δυστυχώς συνοδεύεται και από διαρκώς αυξανόμενη μείωση της αγοραστικής του δύναμης». H εταιρεία τους δίνει προτεραιότητα στην ιδιοσυγκρασιακή άποψη του καλλιτέχνη και στην ηχητική πολυμορφία. Φέτος κυκλοφόρησαν τρεις jazz δίσκοι αλλά και πιο ambient και ηλεκτρονικοί ήχοι, όπως το προσωπικό του άλμπουμ Mean Time. Κατά τη γνώμη του, στην Ελλάδα η ψηφιακή μορφή της μουσικής δεν έχει κερδίσει την προτίμηση του κοινού. Αντίθετα, το βινύλιο έχει ανέβει, ενώ το cd πέφτει συνεχώς.

Για τον Γιάννη Ιασωνίδη της Orila Records έχει αλλάξει η ίδια η ορολογία των δισκογραφικών. «Για όποιον, ακόμα, εκλαμβάνει την έκφραση “δισκογραφική εταιρεία” με το pre 00’s μοντέλο οι αλλαγές είναι θεσμικές. Στην Ελλάδα υπάρχουν μικρές-μεσαίες εταιρείες που κάνουν αξιόλογη δουλειά, όπως οι Phase!, Rekem, Triple  Bath, Inner Ear». Εκείνος πιστεύει ότι το είδος της μουσικής διαφοροποιεί το ίδιο το προϊόν. «Εάν εκδίδεις χορευτική ηλεκτρονική μουσική, οι αγοραστές σου είναι κυρίως Djs και το επιθυμητό format, το βινύλιο. Εάν εκδίδεις billboard music, πιθανόν οι καταναλωτές σου να είναι ανήλικοι και να ψωνίζουν ψηφιακά. Πάντως, είναι ορατός ο διαχωρισμός του καταναλωτή με τον καταναλωτή-ακροατή».


Φωτογραφία 3 (αριστερά): Λεωνίδας Σέγκα της Ntrop Recordings
Φωτογραφία 4 (δεξιά):
Μπάμπης Θεοχάρης, έτερον ήμισυ της Somehow Ecstatic Records

Σε κάποια πάλι label το αποτύπωμα είναι ιδιαίτερα προσωπικό. Ο Μπάμπης Θεοχάρης, έτερον ήμισυ της Somehow Ecstatic Records, πιστεύει ότι μια δισκογραφική εταιρεία, με την κλασική έννοια, παρέχει την προώθηση κυρίως και τίποτα άλλο, αλλά ότι αυτό πάλι θα μπορούσε κάποιος να το κάνει και μόνος του. Στο δικό τους label προτιμούν πράγματα που τους αρέσουν γενικά, και κυρίως δημιουργίες φίλων, ενώ δίνουν ιδιαίτερη βάση στη συσκευασία την οποία ορίζει ως artwork και χειροποίητη.

Για τη Ntrop Recordings του Λεωνίδα Σέγκα (aka Leon Segka) η υπόθεση label κρατάει από παλιά ξεκινώντας από με συνεργασία με τον Γιώργο Μαντά (aka Blend) το 1996 στην Αθήνα, όταν είχαν κυκλοφορήσει 2 singles ως Spectro και Delta Sites και στη συνέχεια επανεκδόθηκαν από την BMG Γερμανίας και την FM Records. Από τότε η εταιρεία εξελίχθηκε, απέκτησε διττή βάση στην Ελλάδα και στη Γερμανία με στόχο μια ευέλικτη και υποστηρικτική αντιμετώπιση του καλλιτέχνη. Ανάμεσα στα ονόματα στους καλλιτέχνες που περιλαμβάνει διαβάζουμε τους Joalz, Felizol and the Boy, Broken Synths, τον Νεοϋορκέζο Gavin Russom και άλλους. «Η δισκογραφική σήμερα δε λειτoυργεί μόνο για την καταγραφή της μουσικής. Εν μέρει πρέπει να είναι και εκδότης των μουσικών συνθέσεων που της ανήκουν, να προτρέπει καλλιτέχνες προς τη δημιουργία του δικού τους ήχου αλλά ακόμα και να συμμετέχει στην παραγωγή εκδηλώσεων για την προώθηση των ηχογραφημάτων». Στην ερώτησή μου αν οι καλλιτέχνες χρειάζονται τη δισκογραφία ανεξάρτητα από το αν έχουν έσοδα από αυτήν, απαντάει καταφατικά. «Είναι απαραίτητη μια κυκλοφορία, τόσο ως αφορμή για να παίξουν live αλλά και ψυχολογικά, ως μια επιβεβαίωση ώστε να συνεχίσουν να εξελίσσονται».

Οι απόψεις περί της χρησιμότητας μιας δισκογραφικής με την πατροπαράδοτη έννοια ερίζουν. Οι παγκόσμιες κοινοπραξίες που αναλύονται σε επιμέρους major κολοσσούς και παίρνουν τις αποφάσεις στην κατασκευή, διανομή και προώθηση είναι συγκεκριμένες. Στην περίοδο της οικονομικής ύφεσης όπου οι μεγαλύτερες αλυσίδες πώλησης (βλ. HMV) κλείνουν οι εταιρείες ενίοτε αποφασίζουν να μειώσουν τα κέρδη τους ρίχνοντας τις τιμές των προϊόντων, κάνοντας μεγάλες εκπτώσεις και επενδύοντας στις δοκιμασμένες εμπορικές λύσεις. Την τελευταία δεκαετία έχει επικρατήσει ένα μπαράζ συγχωνεύσεων. Από το 2012 η πίτα μοιράστηκε στα τρία. Πρώτος ο όμιλος της Universal Music Group (μετά και την εξαγορά της EMI) με εταιρείες όπως η Deutsche Grammophon, Island, Def Jam, Decca, Motown και εμπορικά ονόματα όπως οι Mariah Carey, Kanye West. Ακολουθεί πολύ κοντά η Sony Music Entertainment με εταιρείες όπως η Columbia RCA και με τη διαχείριση δικαιωμάτων της BMG και η Warner Music Group (με τη νεοαποκτηθείσα Parlophone Records) με εταιρείες όπως οι Asylum και Atlantic και καλλιτέχνες όπως η Madonna. Από το 1940 που ξεκίνησε η σκυταλοδρομία των «Best Sellers in Stores» και αργότερα του Billboard όλες οι μεγάλες αγωνίζονται για τις θέσεις στους πίνακες κατάταξης. Στην Ελλάδα πρόσφατα η Universal Music και η Minos EMI ανακοίνωσαν ότι το διεθνές ρεπερτόριο της UMG θα διανέμεται στην ελληνική αγορά από τη Minos EMI (10.574 ξένοι δίσκοι) ακολουθώντας την εξαγορά της ΕΜΙ από τη Universal.


Φωτογραφία 5 (αριστερά): Κατερίνα Παπαδοπούλου υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων της MINOS-EMI
Φωτογραφία 6 (δεξιά):
Ο μουσικός Τίμος Βερεμής (aka Leon)

Η MINOS-EMI υπό τη διοίκηση της Μαργαρίτας Μάτσα αντιπροσωπεύει στην Ελλάδα το μεγαλύτερο μέρος του διεθνούς ρεπερτορίου, έχοντας όλα τα επιμέρους label της UNIVERSAL (London, Mercury, Fontana, Island), ενώ διατηρεί τα label της ΕΜΙ (Capitol, Virgin και Harvest). Η MINOS-EMI διαχειρίζεται επίσης τα ιστορικά label της κλασικής μουσικής Deutsche Grammophon και Decca καθώς και το σύνολο σχεδόν της παγκόσμιας τζαζ μουσικής σκηνής μέσω των label Verve, Blue Note και Concorde. Η δε Universal Music Greece εξαγοράστηκε και πλέον λέγεται Cobalt Music. Ρωτάω την Κατερίνα Παπαδοπούλου σχετικά με το αγοραστικό κοινό «Το κοινό μέχρι την ηλικία των 25 ετών παρακολουθεί τη μουσική βιομηχανία ιντερνετικά, ενώ άνω των 25 αρχίζουν να ψάχνουν και να αγαπούν το φυσικό προϊόν με αποτέλεσμα να έχουν αυξηθεί οι πωλήσεις του βινυλίου». Σχετικά με τα προνόμια και τις δεσμεύσεις; «Η εμπειρία και τα εξειδικευμένα στελέχη της τα οποία εμπλουτίζουν τις γνώσεις τους από την ελληνική και τη παγκόσμια αγορά, το μεγάλο δίκτυο διανομής του προϊόντος και η δέσμευσή τους, η μεν εταιρεία να ασχολείται με τη μοναδικότητα του καλλιτέχνη και ο καλλιτέχνης να έχει αποκλειστική σχέση με την εταιρεία».

Οι εταιρείες έρχονται να αντικαταστήσουν αυτά που λείπουν από τον καλλιτέχνη, το δίκτυο παραγωγής, προώθησης και διανομής. Έχουν τους ανθρώπους με το knowhow του κάθε κρίκου της σελίδας και βασικά του χρόνου που πρέπει να αποσπάσει ο καλλιτέχνης από το δημιουργικό του χρόνο για να ασχοληθεί με όλα αυτά. Απευθύνω την ερώτηση σε έναν καλλιτέχνη. Ο Τίμος Βερεμής (aka Leon) μου απαντάει στο κατά πόσο δισκογραφική περιπλέκει ή βοηθάει τη ζωή του καλλιτέχνη. «Η απάντηση διαφέρει σε κάθε περίπτωση. Ο λόγος ύπαρξης της δισκογραφικής είναι να βοηθάει τη ζωή του καλλιτέχνη και φυσικά να κερδίζει από αυτό. Γνωρίζω και αρκετές περιπτώσεις καλλιτεχνών που μου έχουν πει καλύτερα να το είχα κάνει μόνος μου». Οι ελληνικές δισκογραφικές διαφέρουν; «Δεν είμαι 100% αρμόδιος να το απαντήσω αυτό αλλά ένα πράγμα στο οποίο σίγουρα διαφέρουν από αγγλικές ή αμερικάνικες είναι το artist development, δηλαδή το να παίρνεις έναν καλλιτέχνη από το μηδέν και επενδύεις πάνω του μακροχρόνια. Στην Ελλάδα, οι εταιρείες συνήθως προτιμούν το γρήγορο και προσωρινό κέρδος αντί να χτίσουν κάτι μακροχρόνια και κατόπιν πλάνου». Και από πού κερδίζει τελικά ο καλλιτέχνης; «Κυρίως από τις συναυλίες και από τα εκδοτικά δικαιώματα. Αυτό σημαίνει από δημόσιες εκτελέσεις, διαφημίσεις κ.ο.κ».

Από την άλλη πλευρά, με την αυτοπεποίθηση της δυναμικής τους κάποιοι καλλιτέχνες αποφασίζουν να προσφέρουν οι ίδιοι απευθείας τη δουλειά τους στο κοινό ορίζοντας ή όχι αντάλλαγμα. Αυτό είναι το παράδειγμα των Radiohead  με το «In Rainbows». Θέλησαν να τους μιμηθούν οι Daft Punk -μόλις απελευθερώθηκαν από την 18χρονη δέσμευση τους στη Universal-, οι Nine Inch Nales, οι Depeche Mode, οι Underworld, ο Sufjan Stevens και άλλοι.

Μια άνω τελεία εδώ. Σελίδες επί σελίδων χρειάζονται για να περιγράψεις την εικόνα, αφού οι εξελίξεις τρέχουν σε ταχύτητες up streaming και  downloading, αλλά κάποιες αγαπημένες συνήθειες έχουν διατηρηθεί στο χρόνο. O Steve Jobs ήταν ο πρωτοπόρος στη διαχείριση της ψηφιακής μουσικής. Λένε, όμως, ότι όταν καθόταν στο τζάκι του, έβαζε το αγαπημένο του βινύλιο να παίζει. Τα ρούχα του Βασιλιά ράβονται ασταμάτητα. Το αν θα αποδειχτούν διάφανα η ιστορία θα το δείξει.