Αποθήκες, μηχανουργεία, μάντρες υλικών, χωμάτινοι δρόμοι, ερημιά, σκοτάδι. Κάπου μέσα από την Ιερά Οδό, στα όρια του Αιγάλεω με το Βοτανικό, η περιοχή που τα πρωινά ίσως σφύζει από όση ζωή της επιτρέπει η κρίση και η ανεργία, το βράδυ μεταμορφώνεται σε έρημο, κάπως κινηματογραφικό τοπίο, βγαλμένο θαρρείς από ταινία του Ντέιβιντ Λιντς. Μόνο σκυλιά και κανένα σκόρπιο φορτηγό διασχίζουν τους έρημους δρόμους, ενώ σε άλλες συνθήκες δε θα έβρισκες κανένα λόγο να τους οδηγείς, ειδικά χωρίς μια αίσθηση ανησυχίας να σε κυριεύει. Γιατί άλλωστε να το κάνεις; Η περιοχή τα βράδια φαίνεται να προσφέρεται μόνο ως καταφύγιο ύποπτων, άντε περιθωριακών, δραστηριοτήτων. Σε άλλες συνθήκες όμως. Γιατί εδώ και ένα μήνα υπάρχει ένας πολύ καλός λόγος να αφήσεις το πολύβουο Γκάζι και τον Κεραμεικό, για να φτάσεις κανά δυό χιλιόμετρα παρακάτω, στην οδό Αγίας Άννης, εκεί όπου ένα παλιό μηχανουργείο μεταμορφώθηκε στον τεχνοχώρο Cartel.

Ο χώρος μισθώθηκε (και ανασκευάστηκε πλήρως) από τρεις νέους ηθοποιούς, τον Βασίλη Μπισμπίκη, τον Παναγιώτη Σούλη και τη Φαίη Τζήμα, που στις προσπάθειές τους να βρουν στέγη για να φιλοξενήσει κάθε φορά τη δουλειά τους σκόνταφταν πάνω στις παράλογες οικονομικές απαιτήσεις των ιδιοκτητών. Αντ’ αυτού, αποφάσισαν να βρουν ένα δικό τους χώρο και έτσι γεννήθηκε το Cartel, με πολλή προσωπική εργασία και εφευρετικότητα, καθώς μέρος του εξοπλισμού του βρέθηκε στα εγκαταλελειμμένα, «άχρηστα» υλικά της γύρω περιοχής, δίνοντάς τους έτσι μια δεύτερη ευκαιρία -θεατρικής- ζωής. Το Cartel φιλοδοξεί να αποτελέσει ζωντανό κύτταρο καλλιτεχνικής δημιουργίας που δε θα στεγάζει μονάχα θεατρικές παραστάσεις αλλά και εκθέσεις ή μουσικές εκδηλώσεις και θα δώσει νέα πνοή σε μια ιδιότυπη ομολογουμένως περιοχή. Το εγχείρημα είναι γοητευτικό και φιλόδοξο, αλλά όχι ουτοπικό. Άλλωστε, πόσες άλλες ανάλογες προτάσεις που ξεκίνησαν στο παρελθόν όχι μόνο εδραιώθηκαν, αλλά και άφησαν τελικά πολύ σημαντικό στίγμα, για να θυμηθώ μονάχα το Θέατρο Εμπρός, χωμένο μες στα στενάκια του Ψυρρή, που όταν πρωτολειτούργησε ήταν «άβατο» για τους ταξιτζήδες και με το ζόρι μπορούσε κανείς, πόσω μάλλον μια Θεσσαλονικιά, να βρει το δρόμο μέχρι την είσοδό του. Είναι μάλιστα ιδιαιτέρως αισιόδοξο το γεγονός ότι η κρίση όχι μόνο δε σταματάει την καλλιτεχνική δημιουργία, αλλά της δίνει ερεθίσματα για να βρει άλλες, αποτελεσματικότερες μάλιστα και πιο εμπνευσμένες, διεξόδους.

Το ευτύχημα είναι ότι η περίπτωση του Cartel δεν εξαντλείται στις παραπάνω καλές προθέσεις ή προοπτικές, αλλά ότι έμπρακτα μέχρι στιγμής αποδεικνύει τη δυναμική του: οι «Εκτελεστές» του Γιώργου Σκούρτη σε σκηνοθεσία Πηγής Δημητρακοπούλου που εγκαινίασαν τη λειτουργία του είναι μια πολύ καλή παράσταση – η οποία, επιπροσθέτως, είναι φανερό πως δεν προέκυψε «έτσι απλά» ως καλλιτεχνική επιλογή, αλλά υπάκουσε σε μια ευρύτερη λογική πολιτικής τοποθέτησης απέναντι στην πραγματικότητα. Διότι μπορεί το έργο να αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα νεοελληνικής θεατρικής γραφής, όμως δεν ήταν (μόνο) αυτός ο λόγος που οδήγησε στην επιλογή του. Στους «Εκτελεστές» (1987), ο Σκούρτης φέρνει στο προσκήνιο τον κόσμο του περιθωρίου και φωτίζει τους ανθρώπους που κρύβουν οι χαρακτηρισμοί «τρομοκράτης», «παραβατικός», «πρεζόνι». Τα τρία αδέρφια του έργου -και μοναδικοί του ρόλοι- «εκπροσωπούν» ο καθένας μια μορφή αντίδρασης απέναντι στο σύστημα, μια αντίδραση που αποδεικνύεται εξίσου έντονη και βίαιη όσο και ουτοπική ή αδιέξοδη. Ο Κοσμάς είναι ο διανοούμενος, ο ιδεολόγος αναρχικός, ο Τάσος είναι ο «ποινικός», το κλεφτρόνι δηλαδή που μπαινοβγαίνει στη φυλακή, και ο Στέλιος, ο μικρότερος, το πρεζόνι. Οι τρεις τους, ύστερα από μια ληστεία τράπεζας που στοιχίζει μάλιστα τη ζωή ενός αστυνομικού, βρίσκουν καταφύγιο σε ένα εγκαταλελειμμένο λατομείο, που συνιστά το μοναδικό χώρο δράσης του έργου. Εγκλωβισμένοι εκεί μέσα, με την αντιτρομοκρατική υπηρεσία να έχει εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό για τη σύλληψή τους, θα πορευτούν μέχρι το συγκλονιστικό φινάλε.*

Ο Γιώργος Σκούρτης, κατά το δικό του χαρακτηρισμό, έγραψε μια «ιστορία βίας και αναρχίας», που καταδεικνύει δηλαδή «τη βία της εξουσίας πάνω στο άτομο-πολίτη και την αναρχία του ατόμου-πολίτη ενάντια στην εξουσία» – πρόκειται για μια αλληλένδετη σχέση που αποδεικνύεται τόσο διαχρονική και επίκαιρη, ώστε η τωρινή παρουσίαση του έργου όχι μόνο δικαιολογείται, αλλά και έρχεται να μας δώσει κάποιες απαντήσεις. Ακόμη κι αν δεν ταυτίζεται κανείς, απόλυτα τουλάχιστον, με την επιλογή της Πηγής Δημητρακοπούλου να παραθέσει ως σκηνοθετικό σημείωμα απόσπασμα από το κείμενο των τεσσάρων συλληφθέντων στην πρόσφατη ληστεία στο Βελβεντό της Κοζάνης, δεν μπορεί παρά να παραδεχτεί ότι όσο συνεχίζουν να επικρατούν η εξώφθαλμη κοινωνική αδικία και ανισότητα και οι αλλήθωρες εξουσίες κάθε τύπου, τέτοιες «ιστορίες βίας και αναρχίας» θα συντελούνται στο διηνεκές.

Από εκεί και πέρα, από καλλιτεχνική άποψη δηλαδή, το έργο έτυχε εξαιρετικής μεταχείρισης. Καταρχάς, η παράσταση ευτύχησε στις ερμηνείες της. Ο Σήφης Πολυζωίδης (Κοσμάς), ο Παναγιώτης Σούλης (Στέλιος) και ιδιαίτερα ο Βασίλης Μπισμπίκης (Τάσος) ενσάρκωσαν σε όλο τους το εύρος το (διαφορετικό) ήθος των ρόλων τους, ενώ καθένας χωριστά ευθύνεται τόσο για την προσωπική δουλειά πάνω στο ρόλο του όσο και για το χτίσιμο της μεταξύ τους σχέσης. Το επίτευγμα αυτό αποκτάει μεγαλύτερη αξία αν λάβει κανείς υπόψη το γεγονός ότι αφορά ένα έργο που στηρίζεται εξολοκλήρου στους τρεις πρωταγωνιστές του. Γιατί οι «Εκτελεστές» του Γιώργου Σκούρτη δεν είναι ένα θεωρητικό μανιφέστο της αναρχίας, αλλά ένα παλλόμενο θεατρικό έργο, που έχει κατά πρώτο λόγο χαρακτήρες – χαρακτήρες που πάνω τους κουβαλούν ολόκληρο το δραματικό βάρος του έργου και το παραδίδουν άμεσο και ολοζώντανο στο θεατή. Έτσι όπως το παρέδωσε και η παράσταση, χάρη στη σκηνοθετική και την υποκριτική εργασία που συντελέστηκε, μαζί με τα υπόλοιπα προτερήματα του έργου: τη δραματική ένταση, την κοφτερή και ζωντανή γλώσσα, την ισορροπία μεταξύ κωμικού και δραματικού.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει επίσης στο χώρο όπου στεγάστηκε το έργο, καθώς αποδείχθηκε απολύτως ταιριαστός με το σκηνικό περιβάλλον του: κάπως έτσι θα μπορούσε να είναι το ερειπωμένο καταφύγιο στο οποίο εγκλωβίζονται οι τρεις «Εκτελεστές», εν μέσω μάλιστα μιας πραγματικής ερημιάς, χωρίς να χρειάζεται ιδιαίτερη σκηνογραφική διαμόρφωση. Άλλωστε, το σκηνικό του Κώστα Παππά έδεσε τόσο απόλυτα με το χώρο, ώστε εύκολα μπορούσε να ξεγελαστεί κανείς ότι η σιδερένια κατασκευή αποτελούσε πρωταρχικό στοιχείο του και όχι σκηνογραφική προσθήκη (που δημιουργήθηκε κι αυτή από τα ανακυκλωμένα υλικά της γύρω περιοχής). Καθοριστική ήταν και η συμβολή της μουσικής επένδυσης από τον Γιάννη Αγγελάκα και τις Τρύπες, που δεν πλαισίωσε απλώς τη δράση με τη δραματική της ένταση, αλλά συνδιαλλέχτηκε με το κείμενο και συμπλήρωσε τη σκηνοθεσία.

Ενταγμένη στο γενικότερο στόχο της παράστασης είναι, τέλος, η έκθεση ζωγραφικής του Κώστα Σαμαρά, έγκλειστου στην ψυχιατρική φυλακή του Κορυδαλλού, που κοσμεί το «φουαγιέ» του χώρου.

*Είναι άραγε ολότελα ασύνδετη η χρονολογία γραφής του έργου (1987) με τη δράση της 17ης Νοέμβρη που κατά τη δεκαετία του ’80 πολλαπλασίασε τα χτυπήματά της, προκαλώντας το 1984 το θάνατο ενός αστυφύλακα κατά τη ληστεία της Εθνικής Τράπεζας;

Η παράσταση «Εκτελεστές» ανεβαίνει στο Cartel έως τις 28/4.