Ούτως ή άλλως, η 25η Μαρτίου 2021 και γενικότερα η επέτειος των διακοσίων χρόνων από την επανάσταση δεν θα γιορταζόταν το ίδιο από όλους. Άλλοι θα κούμπωναν πάρα πολύ περισσότερο πάνω της, άλλοι λιγότερο, κάποιοι έως και καθόλου. Για κάθε κατηγορία όμως, η όλη ιστορία και η όλη κατάσταση γύρω από την επέτειο θα αποτελούσε ένα γεγονός και το μόνο που θα άλλαζε θα ήταν η τοποθέτηση απέναντί του.

Αλλά μαζί με όλα τα άλλα, στην εποχή του κόβιντ στερέψαμε κι από γεγονότα. Ή, εν πάση περιπτώσει, ακόμα κι αν μπορούν να χωρέσουν σποραδικά γεγονότα, μια επέτειος, οσοδήποτε μεγάλη και συμβολική, δεν γίνεται να αποτελεί πια γεγονός. Και σίγουρα δεν γίνεται στο συγκεκριμένο τάιμινγκ, ένα τάιμινγκ που δεν θα μπορούσε να είναι χειρότερο, ένα τάιμινγκ σχεδόν σαρκαστικό, καθώς βαδίζουμε ολοταχώς προς την 25η Μαρτίου μέσα σε έναν απάλευτο συνδυασμό, στον οποίο η μεγαλύτερη έξαρση του ιού έρχεται να συναντηθεί με τη μεγαλύτερη σωρευμένη κόπωση και σε έναν βαθμό και με την ολοένα και λιγότερη ελπίδα, αφού και τα εμβόλια αργούν ακόμα να μας σώσουν, αν μας σώσουν, και το καλοκαίρι φαντάζει μακρινό και το περιβόητο «τελευταίο μίλι» ολοένα και μακρύτερο.

Εθνική εορτή σε εποχή υπερεθνικής πανωλεθρίας. Ο ιός δεν υπολογίζει παλιά και νέα σύνορα, θρησκείες, γλώσσες, εθνικές συνειδήσεις. Αν και μάλλον στην Άπω Ανατολή απ΄την οποία και ξεκίνησε, βρήκε και αρκετά εμπόδια για να μη συνεχίζει να κάνει πάρτι επί ένα χρόνο. Όπως και να έχει, στην εθνική εορτή της και στη μεγάλη της επέτειο η Ελλάδα είναι ψυχικά γονατισμένη από έναν μη εθνικό εχθρό. Αναμφίβολα στους λόγους των επισήμων θα ακούσουμε πάλι για τον μεγάλο πόλεμο της γενιάς μας. Θα ακούσουμε και για αγώνες ηρωικούς και για θυσίες. Και για ελευθερία θα ακούσουμε. Από πέρσι όμως δεν ζούμε ελεύθεροι. Από πέρσι βάλαμε στο ζύγι ελευθερία και ασφάλεια και επιλέξαμε ως σύνθημα το «Μένουμε ασφαλείς». Και τελικά ούτε ασφαλείς μείναμε. Πέρσι λέγαμε και ξαναλέγαμε για την απόλυτη προτεραιότητα της ανθρώπινης ζωής. Αν η ανθρώπινη ζωή ήταν βέβαια σε κάθε συνθήκη η απόλυτη προτεραιότητα, τότε δεν θα είχε γίνει και καμία επανάσταση το ’21. Και πριν προλάβει κανείς να πει ότι μπλέκω μήλα με πορτοκάλια, λέω απλά πως και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη και έξω απ’ την Ευρώπη, οι κυβερνήσεις έβαλαν κάτω τι προτιμούν να θυσιάσουν και προτίμησαν να θυσιάσουν θεμελιώδεις διαστάσεις της ζωής των πολιτών τους, για να αποφευχθεί ο θάνατος. Και ας μην πάρουμε την εκδοχή ότι δεν αποφεύχθηκε. Ας πάρουμε την καλή εκδοχή, ότι έστω κι έτσι, γλιτώσαμε παγκοσμίως μερικά εκατομμύρια θανάτους ακόμα. Τα γλιτώσαμε λοιπόν και θα συνεχίζουμε να τα γλιτώνουμε πληρώνοντας ένα τίμημα, που στο όνομα αποφυγής του θανάτου μετατρέπει τη ζωή σε κάτι που στερεί απ’ τη ζωή το νόημά της, τη χαρά της, το φως της, καθώς όλα πια ετεροκαθορίζονται, ετεροπροσδιορίζονται και ετεροφωτίζονται από αριθμούς κρουσμάτων, εισαγωγών σε νοσοκομεία, διασωληνωμένων και νεκρών. Και σε αυτήν την κουβέντα δεν βάζω καν τη διάσταση του ποιους χτυπάει προνομιακά ο ιός από πλευράς ηλικίας και ποιους όχι, δεν βάζω καν τη διάσταση όσων στερούμε από τα παιδιά και τους νέους, δεν γίνεται να βάλεις αυτήν τη διάσταση χωρίς να σε πουν ευγονιστή, Μένγκελε και απάνθρωπο κτήνος.

Σε πεζογέφυρα της Κηφισίας υπάρχει ακόμα επιγραφή “Ιn the true spirit of the games” και οι πέντε ολυμπιακοί κύκλοι. Σε σημεία της Κηφισίας αχνοφαίνεται ακόμα η σήμανση που είχαν οι «ολυμπιακές λωρίδες». Δεκαεπτά χρόνια πριν η Ελλάδα ήταν στη φάση της μεγάλης της γιορτής, το καλοκαίρι του 2004 κέρδιζε σαν σε όνειρο το Euro στην Πορτογαλία, έκανε ονειρική τελετή έναρξης Ολυμπιακών Αγώνων, διοργάνωνε άρτια Ολυμπιάδα, ένα χρόνο μετά κέρδιζε Ευρωμπάσκετ και Γιουροβίζιον, δυο χρόνια μετά κέρδιζε τις ΗΠΑ του Λεμπρόν. Προλάβαμε και να γιορτάσουμε και να ακμάσουμε και να δοξαστούμε και να νιώσουμε υπέροχα με τον συλλογικό μας εαυτό. Πρώτα χρόνια κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, οι τρομοκράτες όλοι κλεισμένοι στη φυλακή, είχαμε αφήσει πίσω όσα μας χώριζαν, κοιτούσαμε μόνο προς τα εμπρός. Θα ακολουθούσε ο Δεκέμβρης του 2008 και όλη η καταπιεσμένη οργή που θα εξέλυε, η μνημονιακή δεκαετία της βαθιάς κρίσης, της απότομης πτώσης του βιοτικού επιπέδου και της μαζικής μετανάστευσης νέων ανθρώπων, και μετά στο καπάκι θα έμπαινε η δεκαετία του 2020 που θα άλλαζε όλα όσα ξέραμε ως κανονικά, που στους πρώτους 14 – 15 μήνες της θα άλλαζε ό,τι ξέραμε ως ζωή. Η Γιάννα Αγγελοπούλου, συμβολικό πρόσωπο του 2004 μπορεί να ήξερε ότι το 2021 της δεν θα ήταν σαν το 2004 της, αλλά σίγουρα δεν μπορούσε να φανταστεί αυτό που θα ερχόταν. Όπως και κανείς.

Ακόμα κι έτσι, προλάβαμε πέρσι να γευτούμε ένα τελευταίο δείγμα συλλογικής εθνικής υπερηφάνειας, όταν εντυπωσιαζόμασταν για το πόσο καλά τα καταφέραμε στην αντιμετώπιση του ιού κι όταν βγαίναμε στα μπαλκόνια για να χειροκροτήσουμε τους ήρωες υγειονομικούς μας. Έναν χρόνο μετά ο κοινωνικός αυτοματισμός δίνει και παίρνει, όλοι κοιτάνε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την πάρτη τους κι όλοι κατηγορούν όλους, οι μόνοι που φαίνονται να μιλούν, να νοιάζονται και να πονούν για το γενικό καλό είναι οι κυβερνώντες, οι καθηγητές της επιτροπής και οι μεγαλοδημοσιογράφοι των τηλεοράσεων και των ραδιοφώνων, που χρόνο τον χρόνο, μήνα τον μήνα, εβδομάδα την εβδομάδα, μέρα τη μέρα, ώρα την ώρα, απογυμνώνονται ολοένα και περισσότερο στα μάτια της κοινής γνώμης ως προπαγανδιστές οργουελικών διαστάσεων. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο όλος ο υπόλοιπος λαός, ο δυσκολοκυβέρνητος και ατίθασος αυτός λαός, είναι φιλοτομαριστής, βολεψάκιας, ανυπάκουος και απογοητευτικός.

Τι να γιορτάσει λοιπόν ο συγκεκριμένος λαός στις 25 Μαρτίου και γιατί; Κανονικά του άξιζε Ερντογάν, υποτιμημένη τούρκικη λίρα και ξεφτίλες για ένα καρβέλι ψωμί.