Οι Φοίνισσες του Ευριπίδη που θα δούμε σε λίγες μέρες στην Επίδαυρο (30, 31 Ιουλίου και 1 Αυγούστου) σε σκηνοθεσία Γιάννη Μόσχου από το Εθνικό Θέατρο είναι ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον έργο που, παραδόξως, δεν το βλέπουμε συχνά στη σκηνή. Αν και δεν φαίνεται από τον τίτλο του, ανήκει στον κύκλο των έργων που αντλούν από τον μύθο των Λαβδακιδών. Διαδραματίζεται τη μέρα που ο εξόριστος Πολυνείκης έχει περικυκλώσει με τον στρατό των Αργείων τη Θήβα, διεκδικώντας από τον αδελφό του Ετεοκλή να τηρήσει τη συμφωνία που είχαν κάνει να βασιλεύουν εκ περιτροπής. Αυτή είναι η εκκίνηση ενός έργου συναρπαστικού που μιλά για την εμφύλια διαμάχη, για τον αδελφό που σκοτώνει αδελφό.

Συνομιλήσαμε με τον Γιάννη Μόσχο –που αναμετριέται για πρώτη φορά στην πορεία του με έργο του αρχαίου δράματος– για τις Φοίνισσες και τη δική του ματιά πάνω στο κείμενο του Ευριπίδη.

Τι είναι αυτό που σε έκανε να επιλέξεις τις Φοίνισσες για την πρώτη αναμέτρησή σου σκηνοθετικά με το αρχαίο δράμα και την πρώτη σου φορά στην Επίδαυρο; Τι σε γοητεύει στο συγκεκριμένο έργο;

Η αλήθεια είναι ότι την πρώτη φορά που διάβασα το έργο με συνεπήρε και με συγκίνησε. Δεν μπορώ να το εξηγήσω και πολύ με τη λογική. Μάλλον ο λόγος που με συγκίνησε είναι το θέμα για το οποίο μιλά, που είναι η τραγωδία της εμφύλιας διχόνοιας, του εμφύλιου διχασμού. Και αυτό είναι ένα ζήτημα που έχει ανακάμψει με φόρα τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας και όχι μόνο. Πολλές φορές λέμε ότι εμείς ως λαός έχουμε θέματα διχασμού, ενώ δεν είμαστε μόνο εμείς, το θέμα της εμφύλιας διχόνοιας είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο.

Ο τίτλος αναφέρεται στον Χορό που έχει αρκετές ιδιαιτερότητες. Πώς τον αντιμετώπισες;

O Χορός στο πρωτότυπο έργο του Ευριπίδη είναι ένας εξωτικός Χορός: είναι οι γυναίκες που έρχονται από τη μακρινή Φοινίκη και έχουν μια συγγένεια με τη γη της Θήβας. Και γι’ αυτό έρχονται στη Θήβα να αποτίσουν φόρο τιμής στη γη αυτή και εγκλωβίζονται από την πολιορκία της πόλης. Ο Ευριπίδης προφανώς από πρόθεση επιλέγει ο Χορός να έχει μια απόσταση από τα τεκταινόμενα, έχουν μεν συγγένεια με αυτή τη γη, από την άλλη όμως δεν είναι άμεσα εμπλεκόμενες. Ο Χορός ανησυχεί για το τι θα συμβεί στην πόλη, αλλά δεν κινδυνεύουν οι ίδιες. Ωστόσο, λόγω της συγγένειας, είναι με έναν τρόπο συναισθηματικά εμπλεκόμενες, παρόλο που έχουν απόσταση. Και αυτό είναι ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο του έργου.

Τώρα, το στοιχείο του εξωτισμού που έχουν από γραφής αυτές οι γυναίκες, μου φαίνεται λίγο γραφικό να τονιστεί σήμερα. Ο Ευριπίδης μάλλον για να εντυπωσιάσει –δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κάθε χρόνο έγραφαν έργα οι ποιητές αυτοί στοχεύοντας και σε ένα βραβείο– έφτιαξε έναν Χορό εξωτικό που είναι πολύ πιθανό να είχε και άλλο ήχο, που φαντάζομαι ότι στην εποχή θα προκάλεσε εντύπωση. Σήμερα όμως δεν λέει κάτι αυτό, οπότε αυτό έχει λειανθεί στην παράσταση, που ξεκινά μάλιστα με όλους τους ηθοποιούς να είναι αφηγητές της ιστορίας και σταδιακά γίνονται οι Φοίνισσες, γίνονται οι ρόλοι.

Άρα, έχεις παρέμβει στο κείμενο και στον Χορό και στα επεισόδια.

Ναι, για παράδειγμα, τον πρόλογο της τραγωδίας τον κάνει η Ιοκάστη, αυτή προλογίζει. Εδώ, κρατώντας το κείμενο του Ευριπίδη και κάνοντας μικρές αναγκαίες προσθήκες σε σχέση με τη δραματουργία που έχει φτιαχτεί, το αφηγείται συνολικά όλος ο θίασος. Και στα χορικά υπάρχουν σημαντικές παρεμβολές με έμπνευση βεβαίως από τον Ευριπίδη. Κινήθηκα με μεγάλη ελευθερία, ξαναγράφοντας πολλές φορές και απλοποιώντας τις αναφορές που έχουν τα χορικά με στόχο να είναι εύληπτα στον θεατή σήμερα, που δεν έχει όλες αυτές τις μυθολογικές αναφορές που είχε το κοινό την εποχή που γράφτηκαν αυτά τα έργα.

Και θέλω επίσης να πω για τον Χορό, για τα δέκα υπέροχα κορίτσια του Χορού με τα οποία συνεργάζομαι ότι είναι τρομερά ταλαντούχα και τρομερά δοσμένα στη δουλειά. Και μου προκαλούν συγκίνηση και μου θυμίζουν το πόσο όρεξη είχα κι εγώ όταν ξεκίνησα. Μου θυμίζουν αυτή τη ζωτική ανάγκη να κάνει κανείς θέατρο. Και να μην λέμε οι μεγαλύτεροι ότι η νέα γενιά δεν είναι σαν εμάς, αυτά τα κορίτσια αποδεικνύουν το ακριβώς αντίθετο, ότι μπορεί να είναι ακόμη πιο δοσμένα στη δουλειά από ό,τι ήμασταν εμείς.

Ξαναδιαβάζοντας το έργο να το θυμηθώ γι’ αυτή τη συνομιλία μας, μου έκανε ξανά εντύπωση πόσο πολύ δράση έχει.

Κάποιοι μελετητές λένε ότι είναι το πρώτο σίριαλ που έχει γραφτεί. Ακούγεται πολύ βέβηλο, αλλά καταλαβαίνει κανείς τι εννοούν. Ενώ, συνήθως, δηλαδή, στην τραγωδία υπάρχει ένα βασικό πρόσωπο γύρω από το οποίο εξελίσσεται η ροή και η δράση, στις Φοίνισσες κάθε νέο επεισόδιο εισάγει ένα νέο πρόσωπο και φέρνει κάτι νέο στην εξέλιξη της ιστορίας.

Το τρέιλερ της παράστασης δίνει την αίσθηση μιας κινηματογραφικής αισθητικής. Πώς διαχειρίζεσαι το κομμάτι της εικόνας;

Το έργο έχει μια κινηματογραφική δομή με τα σημερινά μας μάτια και είναι και καινοτόμο για την εποχή του Ευριπίδη. Αυτή η κινηματογραφική λογική του έργου με οδήγησε στην ανάγκη να έχουμε ορισμένες προβολές, όχι για να εικονοποιηθεί η σκηνική δράση, αλλά για να δημιουργηθεί μια συνομιλία ανάμεσα στη ζωντανή δράση και τις προβολές. Μου προέκυψε η ανάγκη της εικόνας με την έννοια της μεγέθυνσης κάποιων στιγμών.

Υπάρχει μια νέα μετάφραση που δημιουργήθηκε για την παράσταση. Ανέθεσες σε έναν σπουδαίο άνθρωπο του θεάτρου, τον Νικηφόρο Παπανδρέου, να μεταφράσει το κείμενο. Τι του ζήτησες;  

Του ζήτησα αυτό που θεώρησα ότι θα εξυπηρετήσει καλύτερα την παράσταση: να  κρατήσει την ποίηση του λόγου και ταυτόχρονα να προσλαμβάνεται το κείμενο εύκολα στο άκουσμα από τον σημερινό θεατή, να είναι, δηλαδή, κοντά στον λόγο που μιλάμε, κρατώντας το στοιχείο της ποιητικότητας. Είναι μια πολύ δύσκολη ισορροπία να την καταφέρει κανείς και ο Νικηφόρος Παπανδρέου, την κατάφερε, κατά την εκτίμησή μου, θαυμάσια. Είναι ένας πολύ καλός μεταφραστής, γιατί πέρα από τις γνώσεις, έχει φοβερή αντίληψη της σκηνικής πράξης του θεάτρου.

Θα εκδοθεί η μετάφραση;

Ναι, θα εκδοθεί το πλήρες σώμα της μετάφρασης στο πρόγραμμα της παράστασης. Αυτό είναι σκόπιμο και γόνιμο. Η παράσταση, όπως κάθε παράσταση, θα χαθεί στον χρόνο, η μετάφραση όμως θα μείνει.

Είναι πολύ σημαντικό να εκδίδονται οι μεταφράσεις για να έχουμε πρόσβαση σε αυτές. Κάθε νέα μετάφραση άλλωστε πλουτίζει την κατανόησή μας για τα κείμενα αυτά. Πάμε όμως τώρα σε ένα άλλο θέμα, το φινάλε του έργου. Μοιάζει το έργο να έχει δύο φινάλε, μοιάζει να κλείνει δηλαδή κάπως άτσαλα: η Αντιγόνη θα φύγει με τον Οιδίποδα ή (και) θα θάψει τον Πολυνείκη;

Έτσι είναι. Μένεις μετέωρος στο τέλος. Οι μελετητές πιστεύουν ότι υπάρχει νοθεία, υπάρχει δηλαδή παρέμβαση από τις μεταγραφές του κειμένου. Νομίζω κι εγώ ότι πρόκειται για κάτι τέτοιο. Η Ελένη Παπάζογλου που συνεργάζεται στην παράσταση και είναι και η πλέον κατάλληλη λέει ότι τα κείμενα είναι όπως μας έχουν παραδοθεί, δεχόμαστε δηλαδή ότι δεν υπάρχουν νοθείες. Εγώ όμως δεν πείθομαι. Μου φαίνεται πολύ απίθανο ένας δραματουργός σαν τον Ευριπίδη να μην αντιλαμβάνεται το πόσο αμφίβολο μένει το φινάλε. Οπότε πήρα μια ελευθερία στο θέμα αυτό για να υπάρχει μια καθαρή λύση.

Δεν θα μου πεις ποια είναι αυτή να υποθέσω; Θα τη δούμε επί σκηνής.

Ναι, νομίζω ότι είναι καλύτερο αυτό. Να μην την προδώσουμε.

Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετώπισες σε αυτό το εγχείρημα;

Δεν είχα σκηνοθετήσει ξανά αρχαίο δράμα. Είχα μια αντίληψη βλέποντας χρόνια παραστάσεις αρχαίου δράματος και επιλογών και τρόπων, ωστόσο είναι άλλο να τις βλέπεις και άλλο να επιχειρείς από την πλευρά του δημιουργού στην πράξη να προσεγγίσεις αυτό το είδος. Διαπίστωσα ορισμένα πράγματα για το πώς λειτουργούν αυτά τα κείμενα, αλλά πάλι δεν έχω καμία σιγουριά.

Θα μας δώσεις ένα παράδειγμα πάνω σε αυτό; Κάποια διαπίστωσή σου;

Ναι, για παράδειγμα, εάν πάει κανείς να κάνει κάτι που να είναι ή να έχει κάτι ρεαλιστικό, αυτόματα φαίνεται σαν ψεύτικο. Πρέπει να οδηγηθεί κανείς σε μια άλλου είδους πυκνότητα και μια μετάφραση σκηνικής δράσης με οικονομία που μεταφέρει τον ψυχικό παλμό των στιγμών και των προσώπων, αλλά χωρίς να εκπίπτουν στον ρεαλισμό.

Πώς είναι να μπαίνει κανείς σε μια πρόβα μετά από μήνες απραξίας στο ελληνικό θέατρο, μετά το ελληνικό #ΜeΤoo και μάλιστα σε έναν οργανισμό όπως το Εθνικό θέατρο που βρέθηκε στο κέντρο των εξελίξεων και κάπως τραυματισμένο;

Υπάρχει μεγάλη χαρά και μεγάλη όρεξη. Ό,τι συνέβη δε στο Εθνικό δεν έχει επηρεάσει τη λειτουργία του θεάτρου. Είσαι πολύ τυχερός εάν δουλεύεις σε έναν μεγάλο οργανισμό όπως το Εθνικό. Σε αυτή τη συνθήκη την οικονομική, με όλη την αβεβαιότητα που υπάρχει, με τους ιδιώτες παραγωγούς παντού, το να είσαι σε ένα κρατικό θέατρο ή στο Φεστιβάλ Αθηνών είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να σου συμβεί.

Θα ήθελα να κλείσουμε με κάποιους στίχους από τις Φοίνισσες που σε συγκινούν πολύ.

Τα πλούτη δεν ανήκουν στους θνητούς, 

την περιουσία των θεών διαχειριζόμαστε, 

όποτε τους αρέσει μας την παίρνουν πίσω, 

αβέβαιη είναι η ευτυχία κι εφήμερη. 

Info παράστασης:

«Φοίνισσες» του Εθνικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία Γιάννη Μόσχου | Περιοδεία | 7 Αυγούστου – 26 Σεπτεμβρίου 2021