Κείμενο: Κωστής Καλογρούλης

Η περίπτωση του Ισίδωρου Ζουργού είναι μία από εκείνες που με κάνουν να αναρωτιέμαι τι πάει στραβά με την Ελλάδα και αδυνατεί να εξάγει επιτυχώς συγγραφείς στο εξωτερικό, ακόμα κι όταν εκείνοι δείχνουν κομμένοι και ραμμένοι για διεθνή αναγνώριση. Ο Ζουργός είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Είναι πεζογράφος με αναμφισβήτητο ταλέντο, έφεση στην αφήγηση και αυτί για τη γλώσσα και την ντοπιολαλιά, ευρύτερη γνώση της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, φιλοδοξία να πειραματιστεί με τη φόρμα και τη θεματική του, αλλά και τόλμη να ξεμυτίσει από τα στενά όρια της ελληνικής πραγματικότητας, όπως απέδειξε με τον Ματίας Αλμοσίνο. Και παρά τα μειονεκτήματά του, (ορισμένα εξ’ αυτών εμφανή), το πιο σημαντικό του πλεονέκτημα είναι ότι τις αφηγήσεις του μπορεί να απολαύσει τόσο ένας απαιτητικός αναγνώστης όσο και ένα ευρύτερο κοινό, έχει δηλαδή πλατιά απήχηση χωρίς να θυσιάζει τις βασικές συγγραφικές του αρετές ή το βασικό του όραμα. Το γιατί όμως η ελληνική λογοτεχνία αδυνατεί να αποκτήσει μια έστω και ταπεινή θέση στη διεθνή σκηνή είναι σύνθετο ερώτημα για άλλη ώρα. Επί του παρόντος το θέμα μας είναι το καινούριο μυθιστόρημα του Ζουργού, Οι Ρετσίνες του Βασιλιά.

Εξ’ αρχής ο Ζουργός μας κλείνει το μάτι ως προς τη διπλή κατεύθυνση που στοχεύει να δώσει στο μυθιστόρημά του. Αφ’ ενός στοχεύει σε μια παραλλαγή του Σαιξπηρικού Βασιλιά Ληρ και αφετέρου στο να μπολιάσει το έργο του με την ανατρεπτική ματιά του Ραμπελαί, ιδιαίτερα σύμφωνα με την καρναβαλική θεωρία του Ρώσου φορμαλιστή κριτικού Μιχαήλ Μπαχτίν. Αυτό από μόνο του ακούγεται κάπως βαρύγδουπο, αλλά είναι αρκετά ενδιαφέρον. Ένας νεόπλουτος νεοέλληνας Ληρ (ο πρωταγωνιστής με το αρχοντικό όνομα Λεόντιος Έξαρχος) με τις τρεις αποξενωμένες κόρες του (Γκαμπριέλα αντί της Γκόνεριλ, Ρεγγίνα αντί της Ρίγκαν και Κορίνα αντί για Κορντίλια – ο Ζουργός διατηρεί το πρώτο γράμμα), ο οποίος μετά τον θάνατο της γυναίκας του αποφασίζει να ανακαινίσει το αρχοντικό των πεθερικών του και να αποσυρθεί εκεί στη μοναξιά του, στο «καστρόσπιτο» σαν βασιλιάς του ρημαγμένου από την ξενιτιά χωριού καταγωγής της γυναίκας του. Μέχρι και γελωτοποιό έχει το αφήγημα του Ζουργού, στο πρόσωπο του Ζαχαρία, του τρελού του χωριού.

Ο δεύτερος πυλώνας είναι ο Ραμπελαί, ή μάλλον η θεωρία περί καρναβαλικού στοιχείου του Μιχαήλ Μπαχτίν την οποία και βάσισε στον Γαργαντούα και Πενταγκρυέλ του αναγεννησιακού Γάλλου συγγραφέα. Ο Μπαχτίν, ένας από τους κριτικούς με τη μεγαλύτερη επιρροή στον εικοστό αιώνα, έμεινε κυρίως γνωστός για δύο θεωρίες που ανέπτυξε: την προαναφερθείσα περί του καρναβαλικού στοιχείου στο έργο του Ραμεπλαί, και εκείνη περί της πολυφωνίας στα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι. Οι δύο αυτές θεωρίες δεν είναι άσχετες μεταξύ τους. Στην ανάλυση των έργων του Ντοστογιέφσκι, ο Μπαχτίν αναφέρθηκε στις «σκηνές σκανδάλων» που τα χαρακτηρίζουν. Εκεί, έβλεπε τη συνέχιση του καρναβαλισμού του Ραμπελαί, αφού αυτές οι σκηνές σκανδάλων αποτελούσαν ένα είδος προσωρινής ανατροπής των πάντων: κάθε μορφής κοινωνικής, οικονομικής ή πολιτικής ιεραρχίας. Τα πάντα αντιστρέφονταν, έστω και για λίγο, με την αμφισβήτηση και την πρόκληση να ταρακουνούν τα θεμέλια του καθιερωμένου, του κατεστημένου, σαν μια μορφή εκτόνωσης που έχει τις ρίζες της στη μεσαιωνική σάτιρα.

Το καφενείο του Φώτη είναι λοιπόν το αντίστοιχο των ταβερνείων του Ραμπελαί, το σημείο τήξης του χωριού. Είναι το μέρος που ο «βασιλιάς» Λεόντιος γίνεται ένα με τους «υποτακτικούς» του. Είναι το μέρος που τα ταξίδια σε Ευρώπη, Αμερική, Ιαπωνία δεν μετράνε περισσότερο από την ημίωρη οδήγηση μέχρι την κωμόπολη της Νέας Πέρας. Και όπου βέβαια, τα πανάκριβα κόκκινα κρασιά που συνήθιζε να πίνει σε πολυτελή εστιατόρια δεν μετράνε μία μπροστά στην τοπική ρετσίνα, το χρυσό υγρό που ενώνει τους θαμώνες του καφενείου σε μια παρέα χωρίς διαχωριστικές γραμμές, όπου η λήθη και το γέλιο αποδεικνύουν την ισχύ τους. Ο Λεόντιος έχει βρει το σωστό μέρος για να λησμονήσει τη μοναξιά του και την αποξένωση από τις κόρες του. Όμως κάθε φορά που επιστρέφει στον «πύργο», αρχίζει και πάλι να αναρωτιέται, να βασανίζεται από τους λόγους που οδήγησαν σε αυτό το μοναχικό βασίλειο. Έτσι, κάθεται και γράφει μια σειρά από γράμματα προς τη νεκρή του γυναίκα και τις κόρες του, γράμματα που όμως ποτέ δεν σκοπεύει να στείλει αλλά τα οποία αποτελούν ένα είδος αυτό-ψυχανάλυσης και αρχείου για το μέλλον.

Βεβαίως οι αδυναμίες στη γραφή του Ζουργού κάνουν αισθητή κι εδώ την παρουσία τους, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια: ένα ίχνος στόμφου και συναισθηματικού εκβιασμού του αναγνώστη που έχουν κάτι το παλιομοδίτικο και παραπέμπουν στην παράδοση του μελοδράματος. Οι διαρκείς παρομοιώσεις και τα σχήματα λόγου, που αν και ο Ζουργός έχει αναμφισβήτητο ταλέντο στις ευρηματικές παρομοιώσεις, χρησιμοποιεί τόσο πολλές και τόσο συχνά που σχεδόν μοιάζουν με άσκηση. Αλλά όπως και στα περισσότερα έργα του, το πρόσημο είναι πάντοτε θετικό. Η γλώσσα του Ζουργού είναι ζεστή, πλούσια, ενώ το χάρισμα που έχει στην αφήγηση είναι σχεδόν αρχέγονο. Παράλληλα, είναι ευχάριστο το ότι δεν συμβιβάζεται με την εμπορική του απήχηση και εξακολουθεί να τον απασχολεί η προοπτική της φόρμας του μυθιστορήματος, οι υφολογικές και θεματικές προκλήσεις που πρέπει να νιώθει κάθε ολοκληρωμένος συγγραφέας.

Το βιβλίο «Οι ρετσίνες του βασιλιά» του Ισίδωρου Ζουργού κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη